25
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ Α μπε μπα μπλομ του κίθε μπλομ, α μπε μπα μπλομ του κίθε μπλομ, μπλιμ, μπλομ.

παραδοσιακά παιχνιδια αυλής

  • Upload
    dgolis

  • View
    303

  • Download
    2

Embed Size (px)

Citation preview

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ

Α μπε μπα μπλομ του κίθε μπλομ,

α μπε μπα μπλομ του κίθε μπλομ,

μπλιμ, μπλομ.

Παραδοσιακά παιχνίδια ονομάζονται τα παιχνίδια που

έπαιζαν οι παλαιότεροι και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά με

προφορική περιγραφή ή επίδειξη των μεγαλύτερων προς τους

μικρότερους. Πριν χρόνια τα παιχνίδια ήταν η αιτία να μαζεύονται

τα παιδιά στις αλάνες γεμίζοντας τις γειτονιές με φωνούλες μέχρι

αργά το βράδυ. Η ευρηματικότητα, η κίνηση, η φαντασία, το γέλιο

ήταν οι βασικοί κανόνες των παιχνιδιών. Τα παιχνίδια αυτά

σήμερα, άρχισαν να επιστρέφουν, κι όλο και περισσότερα παιδιά

θέλουν να μάθουν να παίζουν με τα παιχνίδια που έπαιζαν οι

γονείς τους.

Τα παιδιά του Β2 πήραν συνεντεύξεις από τους παππούδες,

τις γιαγιάδες τους και τους γονείς τους και παρακάτω μας

περιγράφουν ένα πλήθος παραδοσιακών παιχνιδιών που

αγαπήθηκαν και διατηρήθηκαν μέσα στο χρόνο…..

Το γιο – γιο μου είναι μεγάλο και έχει κυλινδρικό σχήμα. Είναι από

ξύλο και είναι πράσινο με κόκκινα τριγωνικά σχέδια. Μου αρέσει να

το παίζω όταν έχω ελεύθερο χρόνο. Παίζεται βάζοντας το δείκτη

σου στην τρύπα του σκοινιού. Ύστερα το κουνάς απαλά πάνω –

κάτω στριφογυρίζοντάς το. Το ξέρετε ότι υπάρχει παγκόσμια μέρα

Γιο – γιο; Αλήθεια υπάρχει και είναι ένα παιχνίδι που ξεκίνησε από

την αρχαία Ελλάδα και σήμερα το παίζει όλος ο κόσμος!

Γρηγόρης Φ.

Παίρνουμε την σβούρα και τυλίγουμε επάνω της όλο το σκοινί. Την

ακουμπάμε στο πάτωμα και τραβάμε με δύναμη το σκοινί

αφήνοντας τη σβούρα. Κερδίζει αυτός του οποίου η σβούρα θα

περιστρέφεται για περισσότερη ώρα πριν πέσει κάτω.

Γιώργος Π.

Α) Με το «α – μπε – μπα- μπλομ» ορίζεται ένα παιδί που θα λέγεται «Μάνα»

Β) Χαράσσεται στο έδαφος μία ευθεία γραμμή και σε απόσταση 4 -5 μέτρα

από αυτή χαράσσεται ένας κύκλος περίπου 40-50 εκ. διάμετρο.

Γ) Στη μέση του κύκλου τοποθετείται όρθιο ένα κυλινδρικό τενεκεδένιο κουτί

από αναψυκτικό ή από γάλα

Δ) Όλη η ομάδα των παιδιών πλην της «Μάνας» στέκονται πίσω από την

ευθεία γραμμή κρατώντας ο καθένας από μία αμάδα, δηλαδή μία πλατιά

κυκλική πέτρα διαμέτρου 8-10 εκατ. περίπου. Η «Μάνα» στέκεται σε

απόσταση 2 μέτρων περίπου μακριά από τον κύκλο.

Ε) Τα παιδιά με τη σειρά ένα – ένα ρίχνουν την πέτρα σημαδεύοντας το κουτί

ώστε να το μετατοπίσουν από τη θέση του. Αν κάποιο παιδί τα καταφέρει τότε

η « Μάνα» τρέχει να επαναφέρει το τενεκεδένιο κουτί στη θέση του ενώ την

ίδια ώρα ο παίκτης που το μετατόπισε τρέχει για να πατήσει ή να πάρει την

αμάδα του και να γυρίσει στη θέση του. Αν η « Μάνα» προλάβει και

επαναφέρει το τενεκεδάκι στη θέση του και ακουμπήσει τον παίκτη που πάει

να πάρει την αμάδα του τότε γίνεται αυτό το παιδί «Μάνα» και συνεχίζεται το

παιχνίδι.

Γρηγόρης Φ.

Παίζεται τουλάχιστον με τρεις παίκτες. Ο ένας από αυτούς κλείνει

τα μάτια του με ένα μαντίλι. Οι άλλοι παίκτες διασκορπίζονται

γύρω του. Ο παίκτης με το μαντίλι προσπαθεί να πιάσει έναν από

τους υπόλοιπους παίκτες και να τον αναγνωρίσει με την αφή. Στο

επόμενο γύρο ο παίκτης που πιάστηκε και αναγνωρίστηκε γίνεται

τυφλόμυγα.

Ελπίδα Π.

Οι ψείρες είναι ένα παιχνίδι που παίζεται από τέσσερα παιδιά και πάνω. Ένα

από τα παιδιά πετά τη μπάλα ψηλά, φωνάζοντας δυνατά το όνομα ενός από

τους συμπαίκτες του (αν δύο παιδιά έχουν το ίδιο όνομα τότε

χρησιμοποιούμε το επίθετό αντί για το όνομα). Όποιος ακούσει το όνομά του

πρέπει να τρέξει και να την πιάσει την μπάλα πριν ακουμπήσει αυτή στο

έδαφος. Αν τα καταφέρει λέει αυτός ένα όνομα και ξανά πετά την μπάλα

ψηλά. Αν δεν τα καταφέρει τότε μέχρι να πάει να πιάσει την μπάλα όλα τα

υπόλοιπα παιδιά τρέχουν για να απομακρυνθούν από κοντά του. Για να τα

σταματήσει πρέπει να πιάσει την μπάλα και να φωνάξει: « 1,2,3 στοπ». Όταν

σταματήσουν ρίχνει τη μπάλα στο πιο κοντινό σε αυτόν παιδί για να τον

πετύχει και να του δώσει με αυτόν τον τρόπο μία ψείρα. Αν δεν τον πετύχει

τότε παίρνει αυτός την ψείρα και πετάει και πάλι την μπάλα ψηλά. Αν κάποιο

παιδί μαζέψει 5 ψείρες τα υπόλοιπα παιδιά του βγάζουν ένα παρατσούκλι και

από εκείνη την στιγμή στο παιχνίδι δεν τον φωνάζουν με το όνομά του αλλά

με το παρατσούκλι του.

Βασιλική Σχ.

Στο παιχνίδι αυτό παίρνουν μέρος 10-12 παιδιά. Από τα παιδιά

που παίρνουν μέρος, ένα κάνει τη «μάνα» (Πινακωτή) και κάθεται

στο τέλος, τα υπόλοιπα παιδιά κάθονται κάτω στο χώμα και

μπροστά από τη Πινακωτή με ανοιχτά τα πόδια, έτσι ώστε το ένα

να μπαίνει ανάμεσα στα πόδια του άλλου. Το πρώτο παιδί που

κάθεται μπροστά στη Πινακωτή και το αγκαλιάζει, είναι το μικρό

της το αρνάκι, το αγαπημένο της. Επίσης άλλα 4 παιδιά κάνουν το

βασιλιά και τους φρουρούς του.

Ένας φρουρός που δήθεν τον στέλνει ο βασιλιάς πηγαίνει

κουτσαίνοντας στην Πινακωτή για να ζητήσει το καλύτερο αρνί.

Καθώς φτάνει λέει: «Πινακωτή, πινακωτή ..» και η Πινακωτή λέει:

«έλα από το άλλο μου αυτί γιατί είναι η μάνα μου κουφή». Τότε

πηγαίνει πάλι κουτσαίνοντας γύρω από τα παιδιά και φτάνει στο

άλλο αυτί της Πινακωτής και λέει: «Ο Βασιλιάς είπε να μου δώσεις

το καλύτερο αρνί.» Και η Πινακωτή απαντά: «Διάλεξε και πάρε».

Τότε ο φρουρός μυρίζει το χέρι κάθε παιδιού που περιμένει στη

σειρά και λέει ό,τι μυρωδιά του έρχεται στο μυαλό. (π.χ. ιδρωτίλα,

σκορδίλα, ποδαρίλα….) Στο τέλος παίρνει ένα παιδί που δεν του

μυρίζει και το βάζει από πίσω του. Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να

τελειώσουν όλα τα παιδιά εκτός από το αγαπημένο της Πινακωτής.

Όταν ο φρουρός το ζητά κι αυτό, η Πινακωτή δεν του το δίνει και

του λέει: «Ένα τόχω, δεν το δίνω, μα τον Άγιο Κωνσταντίνο!» Όταν

φεύγει ο απεσταλμένος του βασιλιά, η Πινακωτή κοιμάται. Τότε της

κλέβουν το αρνάκι της και το πηγαίνουν στο βασιλιά.

Όταν η Πινακωτή ξυπνάει και δεν το βρίσκει, πάει στο βασιλιά και

του το ζητά. Οι φρουροί όμως δεν της το δίνουν. Αυτή τότε

πλησιάζει στο μέρος όπου είναι τα αρνάκια της, μυρίζει τα

δαχτυλάκια τους και αφού αναγνωρίσει το μικρότερο, το τραβά και

το παίρνει. Οι φρουροί του βασιλιά την κυνηγούν για να της το

πάρουν πίσω. Όταν την πιάσουν, αλλάζουν ρόλους και

ξαναπαίζουν το παιχνίδι.

Χρήστος Στ.

Το Τζαμί παίζεται από τέσσερα παιδιά και πάνω. Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο

ομάδες. Για να αρχίσουν το παιχνίδι χρειάζονται έξι κεραμίδια και μια μπάλα.

Τα κεραμίδια τα βάζουν το ένα πάνω στο άλλο, ώστε να σχηματιστεί ένας

πύργος. Έτσι αρχίζει το παιχνίδι. Η πρώτη ομάδα στέκεται πίσω από τα

κεραμίδια. Η δεύτερη ομάδα πηγαίνει εφτά οχτώ μέτρα μπροστά από τα

κεραμίδια. Τα παιδιά της δεύτερης ομάδας προσπαθούν με τη μπάλα να

ρίξουν τον πύργο με τα κεραμίδια. Κάθε παιδί έχει μία ευκαιρία.

Αν κάποιο παιδί ρίξει τα κεραμίδια χτυπώντας τα με τη μπάλα, τότε

διασκορπίζονται στο γύρω χώρο οι δυο ομάδες. Η μεν πρώτη ομάδα

επιδιώκει να κάψει τους παίκτες της δεύτερης χτυπώντας τους με τη μπάλα, η

δε δεύτερη προσπαθεί να ξαναβάλει τα κεραμίδια στη θέση τους, έτσι ώστε να

ξανασχηματιστεί ο πύργος, δηλαδή το Τζαμί. Εάν προλάβει η δεύτερη ομάδα

και φτιάξει το Τζαμί πριν καούν όλοι οι παίκτες της κερδίζει ένα σετ παιχνιδιού.

Ο παίκτης που θα τοποθετήσει το τελευταίο κεραμίδι του πύργου φωνάζει

Τζαμί και τελειώνει το σετ. Αν η πρώτη ομάδα κάψει όλους τους παίκτες της

δεύτερης πριν προλάβουν να φτιάξουν το Τζαμί τότε αντιστρέφονται οι ρόλοι.

Νικήτρια είναι η ομάδα που θα κερδίσει τα πιο πολλά σετ.

Θεανώ Μ.

Είναι ένα παιχνίδι που μπορεί να παιχτεί από τρία παιδιά και

πάνω. Αν είναι τρία παιδιά, τα δύο κάθονται ο ένας απέναντι από

τον άλλο και στη μέση βρίσκεται ο τρίτος, το κορόιδο. Οι δύο

πετούν ο ένας την μπάλα στον άλλο ενώ ο τρίτος προσπαθεί να

την πιάσει. Αν καταφέρει να την πιάσει παίρνει τη θέση του

κορόιδου αυτός που την πέταξε. Αν είναι περισσότερα παιδιά, τότε

χωρίζονται σε ισάξιες ομάδες. Οι δύο ομάδες πετάνε την μπάλα ο

ένας στον άλλο και η τρίτη ομάδα προσπαθεί να την πιάσει.

Ηλίας Π.

Ένα παιδί κρατάει μία αερόμπαλα ή μία κανονική μπάλα. Όλα τα παιδιά

βρίσκονται σε ένα κύκλο χωρίς το ένα να κρατάει τα χέρια του άλλου. Το παιδί

με την μπάλα βρίσκεται στη μέση του κύκλου και πετάει την μπάλα στο πρώτο

παιδί του κύκλου και μετά στο δεύτερο με τη σειρά. Μπορεί να την πετάξει αν

θέλει και σε όποιο παιδί θέλει χωρίς να κρατήσει σειρά. Αν το παιδί του

κύκλου την πιάσει είναι «γερό». Αν όχι τότε είναι στην αρχή, «λίγο άρρωστο»,

μετά «βαριά άρρωστο» και στο τέλος « πεθαίνει». Όταν ξαναέρθει η σειρά του

και την πιάσει τότε πίνει φάρμακο και γίνεται καλά. Αν όμως δεν την πιάσει για

τέταρτη φορά βγαίνει από το παιχνίδι. Νικητές είναι όποιοι δεν χάσουν ποτέ

την μπάλα.

Ροζ νεράιδα

Ένα παιδί είναι γυρισμένο με κλειστά μάτια και τα φυλάει. Όλα τα

άλλα τα παιδιά είναι από πίσω του και προσπαθούν να βρουν μία

πόζα. Το παιδί που τα φυλάει ρωτάει: «Αγαλματάκια ακούνητα,

αμίλητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα;» Αν απαντήσουν, «νύχτα»,

σημαίνει ότι δεν έχουν βρει ακόμα πόζα. Αν απαντήσουν, «μέρα»,

αυτός που τα φυλάει μπορεί να γυρίσει. Αν κάποιο παιδί κουνηθεί,

μιλήσει ή γελάσει χάνει και τα φυλάει αυτό.

Ελένη Αβρ.

Τα παιδιά σχηματίζουν όλα μαζί ένα κύκλο και κάθονται κάτω σταυροπόδι με

τα χέρια πίσω και τις παλάμες ανοιχτές.

Ένα παιδί που κάνει τη "μάνα" στέκεται έξω από τον κύκλο και κρατάει ένα

μαντήλι. Η μάνα γυρίζει γύρω γύρω από τον κύκλο τραγουδώντας:

"Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό,

έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω

παπούτσια δεν μου πήρε να πάω στο χορό"!

Καθώς η μάνα τραγουδάει και τρέχει γύρω από τον κύκλο, πετάει κρυφά το

μαντίλι πίσω από ένα παιδί και συνεχίζει μέχρι να καταλάβουν τα υπόλοιπα

ότι δεν το κρατάει πια. Τότε όλα τα παιδιά ψάχνουν με τα χέρια πίσω τους να

δουν μήπως έχουν το μαντίλι. Το παιδί που έχει πια στα χέρια του το μαντήλι

σηκώνεται και κυνηγάει τη "μάνα".

Αν την πιάσει, κάθεται στη θέση του μαζί με τα άλλα παιδιά.

Το παιδί που την έπιασε γίνεται "μάνα" και το παιχνίδι αρχίζει από την αρχή.

Εύα Χ.

Είναι μία παρέα παιδιών που χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία

ομάδα είναι η α και η άλλη η β ομάδα. Αποφασίζουν ποια θα είναι

η φωλιά της α και της β ομάδας, εκεί δεν μπορούν να τους

πιάσουν τα παιδιά της αντίπαλης ομάδας. Αν κάποιο παιδί της β

ομάδας πιάσει ένα παιδί της α ομάδας το κάνει σκλαβάκι του. Αν

όμως ένα παιδί της α ομάδας πάει και το ελευθερώσει

ακουμπώντας το τότε ανήκει και πάλι στην α ομάδα. Κερδίζει

όποια ομάδα κάνει σκλαβάκια όλα τα παιδιά της άλλης ομάδας.

Αρετή Π.

Παίζεται από δύο άτομα και πάνω. Διαλέγουμε ένα παίκτη ο

οποίος είναι γυρισμένος με κλειστά μάτια και τα φυλάει μετρώντας

ένα – ένα ως το 10 αργά – αργά. Οι υπόλοιποι τρέχουν να

κρυφτούν σε διάφορα μέρη. Όταν αυτός που φυλάει τελειώσει το

μέτρημα αρχίζει να ψάχνει τους άλλους παίκτες.

Αν βρει κάποιο παίκτη, για παράδειγμα την Άρτεμη, πηγαίνει εκεί

που τα φυλούσε και λέει: «Φτου, φτου μία Άρτεμη». Όποιος

προλάβει να πάει εκεί που τα φυλούσε πριν να προλάβει να τον

φτύσει αυτός που φυλούσε τότε λέει: «Φτου, φτου για μένα» και

κερδίζει. Αν ο τελευταίος που κρύβεται προλάβει να πει: «Φτου,

φτου ξελευθερία για όλους» τότε αυτός που τα φυλούσε τα φυλάει

και πάλι. Αν δεν τα καταφέρει φυλάει ο πρώτος ή η πρώτη που

έφτυσε αυτός που τα φυλούσε.

Γιάννης Ν.

Το κουτσό παιζόταν με πλακουτσωτές πέτρες, συνήθως κομμάτι

από τούβλο. Με τα κομμάτια αυτά έγραφαν αριθμούς από το ένα

μέχρι το οκτώ πάνω σε πλάκες του πεζοδρομίου.

Ο πρώτος παίκτης πετούσε την πέτρα στο ένα και μετά πηδούσε

κουτσά στο ένα πόδι μέχρι το οκτώ και πηδούσε πάλι κουτσά

μέχρι το ένα. Έσκυβε να πάρει την πέτρα από το ένα και τότε

κέρδιζε. Αν όσο πηδούσε κουτσά παραπατούσε και το άλλο πόδι

ακουμπούσε στο πεζοδρόμιο τότε έχανε και περίμενε να ξαναέρθει

η σειρά του για να παίξει ξεκινώντας από τον αριθμό στον οποίο

είχε χάσει. Αν δεν έχανε συνέχιζε να πετάει την πέτρα και στους

άλλους αριθμούς μέχρι το οκτώ. Νικητής ήταν όποιος έκανε

κουτσό πρώτος σε όλους τους αριθμούς από το ένα μέχρι το οκτώ.

Τάσος Ζ.

Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η κάθε ομάδα υπερασπίζεται

ένα σημείο, την αμπάριζα. Ο πρώτος από την ομάδα λέει:

«Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω» και τρέχει να ακουμπήσει την

αντίπαλη αμπάριζα. Με τα ίδια λόγια ξεκινά και ένας αντίπαλος για

να σταματήσει τον πρώτο παίκτη της άλλης ομάδας. Από την

πρώτη ομάδα ξεκινάει και ένας άλλος παίκτης για βοήθεια του

αρχικού. Οι υπόλοιποι ξεκινούν διαδοχικά.

Αν η αντίπαλη ομάδα πιάσει ένα παίκτη από την άλλη ομάδα

αιχμαλωτίζεται, δηλαδή μένει ακίνητος περιμένοντας να τον

ακουμπήσει ένα από την ομάδα του για να τον ελευθερώσει.

Κερδίζει η ομάδα που κυριεύει την αντίπαλη αμπάριζα.

Νατάσα

Στο παιχνίδι περνά περνά η μέλισσα πρέπει τα παιδιά να κάνουν ένα τρενάκι.

Δύο παιδιά βρίσκονται αντικριστά το ένα από το άλλο και έχουν συμφωνήσει

κρυφά από τα άλλα παιδιά ότι το ένα θα είναι βερίκοκο και το άλλο μπανάνα.

Τα δύο παιδιά χτυπούν τα χέρια τους ψηλά σαν αψίδα να περάσουν οι άλλοι

από κάτω τραγουδώντας: "Περνά περνά η μέλισσα με τα μελισσότπουλα και

με τα παιδόπουλα, παιδόπουλα". Σταματούν σ' ένα παιδί που περνάει εκείνη

τη στιγμή κάτω από την αψίδα και του λένε μυστικά στ' αυτί αυτό που έχουν

βάλει για να διαλέξει. Αυτό του το λέει ο ένας συνήθως χωρίς να πει, ποιος

είναι τι. Όταν το παιδί διαλέξει για παράδειγμα βερίκοκο τότε πάει πίσω από

το παιδί που ήταν το βερίκοκο. Αυτό γίνεται για όλα τα παιδιά. Έτσι γίνονται

δύο αλυσίδες. Στο τέλος πιάνονται τα δύο παιδιά από τα χέρια και τραβιούνται

από τα πίσω παιδιά. Όποια ομάδα τραβήξει την άλλη κερδίζει.

Αφροδίτη

Το Μπιζ παίζεται με τουλάχιστον τρία άτομα. Ο ένας δεν κοιτάει

τους άλλους δύο άλλα έχει γυρισμένη την πλάτη. Με το αριστερό

του χέρι κρύβει τα μάτια του ενώ το δεξί του χέρι το έχει κάτω από

την μασχάλη του με την παλάμη στραμμένη προς τα πάνω. Οι

υπόλοιποι παίκτες συνεννοούνται ποιος θα χτυπήσει την ανοικτή

παλάμη. Μόλις την χτυπήσει αρχίζουν να φωνάζουν όλοι δυνατά

«Μπιζζζζζζζζζ»! Τότε ο παίκτης που ήταν γυρισμένος γυρνάει και

προσπαθεί να μαντέψει ποιος τον χτύπησε στην παλάμη του. Αν

το βρει παίρνει τη θέση του εκείνος και ξανά παίζεται το παιχνίδι.

Διαφορετικά γυρνάει πάλι ο ίδιος.

Barbie

Καρφώνουμε το καρφί στο χώμα και βάζουμε το νόμισμα πάνω

στο καρφί. Μετά πετάμε καρύδια για να πετύχουμε το νόμισμα.

Όποιος πετύχει το νόμισμα παίρνει το νόμισμα και όποια καρύδια

είναι κάτω. Στη συνέχεια βάζουμε νέο νόμισμα και συνεχίζουμε το

παιχνίδι.

Σίλια Κ.

Το παιχνίδι παίζεται από τρεις παίκτες και πάνω. Αν είναι μόνο τρεις ο ένας

είναι δεξιά και ο άλλος αριστερά και ο τρίτος στη μέση. Αν είναι περισσότεροι

τότε τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Μετά κάνουν "πέτρα-ψαλίδιι- χαρτί"

για να δουν ποια από τις δύο ομάδες θα είναι μέσα και ποια θα χτυπάει από

δεξιά και αριστερά

Αυτοί που είναι αριστερά πετάνε την μπάλα σε αυτούς που είναι δεξιά με

σκοπό να χτυπήσουν με την μπάλα αυτούς που είναι στην μέση. Αν κάποιος

που είναι στη μέση πιάσει την μπάλα την ώρα που αυτή είναι ακόμα στον

αέρα τότε έχει ένα μήλο. Κάθε μήλο είναι μία ευκαιρία.

Αν ο παίκτης ή κάποιος από τους παίκτες χτυπηθεί με την μπάλα χάνει το

μήλο του αν είχε ή βγαίνει από το παιχνίδι. Ο τελευταίος που θα μείνει πρέπει

να δεχτεί δώδεκα συνεχή χτυπήματα χωρίς να τον κάψουν. Έτσι κερδίζει η

ομάδα του, αλλιώς κερδίζει η ομάδα που χτυπούσε και μπαίνει τώρα αυτή

μέσα και χτυπάει η άλλη ομάδα.

Μαρία Σ,

Οι παίκτες χωρίζονται σε δύο ομάδες. Μετά πιάνονται τα παιδιά κάθε ομάδας

χέρι – χέρι και στήνονται αντικριστά οι δύο ομάδες. Η μία ομάδα λέει στην

άλλη:

-Εμείς έχουμε πόλεμο

- Και εμείς ειρήνη, απαντά η άλλη ομάδα

- Και ποιον θέλετε;

Τότε η ομάδα που είχε πόλεμο διαλέγει έναν παίχτη από την άλλη ομάδα και

αυτός ή αυτή προσπαθεί να περάσει τρέχοντας μέσα από την αλυσίδα χεριών

της άλλης ομάδας. Αν τα καταφέρει παίρνει ένα παίκτη από αυτήν την ομάδα

στην δική του ομάδα. Αν δεν τα καταφέρει γίνεται αιχμάλωτος της άλλης

ομάδας. Η ομάδα που θα σπάσει περισσότερος φορές την αλυσίδα χεριών και

θα πάρει τους παίκτες όλης της άλλης ομάδας είναι η νικήτρια.

Φώτης Μπ.

Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ισάριθμες ομάδες και τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο σε δύο παράλληλες γραμμές που απέχουν μεταξύ τους περίπου 10 μέτρα. Οι παίχτες αριθμούνται -κάθε σειρά χωριστά- από το 1,2,3, κ.ο.κ. μέχρι τον τελευταίο, έτσι ώστε το 1 της μιας ομάδας να είναι απέναντι από το 1 της άλλης ομάδας, το 2 απέναντι από το 2 κ.ο.κ. Στη μέση του χώρου και σε ίση απόσταση από τις δύο γραμμές (άρα και από τις δύο ομάδες) στέκεται ο «αρχηγός» του παιχνιδιού, ο οποίος κρατάει με τεντωμένο χέρι ένα μαντήλι.

Αρχίζοντας το παιχνίδι ο αρχηγός εκφωνεί έναν αριθμό και αμέσως τα παιδιά που έχουν τον αριθμό και στις δύο ομάδες τρέχουν να πάρουν το μαντήλι. Καθένα από τα παιδιά, ενώ σχεδιάζει με το νου του πώς να πάρει το μαντήλι και να φύγει χωρίς να το πιάσει ο αντίπαλος, συγχρόνως φροντίζει να επιτηρεί τον αντίπαλό του ώστε να μην το πάρει εκείνος και του ξεφύγει.

Όποιος αποφασίσει να πάρει το μαντήλι τρέχει προς την ομάδα του, ενώ ο αντίπαλός του τον κυνηγάει για να τον πιάσει. Αν καταφέρει να πάει το μαντήλι στην ομάδα του, τότε η ομάδα του κάνει μια «λούμπα». Κερδίζει δηλαδή έναν βαθμό. Αν όμως τον πιάσει ο αντίπαλος, τότε κάνει τη λούμπα η ομάδα του αντιπάλου. Ο αρχηγός συνήθως καλεί συγχρόνως περισσότερους από έναν αριθμούς. Οπότε δημιουργείται σύγχυση και ευκολότερα μπορεί κάποιος να αρπάξει το μαντήλι και να ξεφύγει.

Κατερίνα Π.