Transcript
Page 1: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ
Page 2: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ
Page 3: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ
Page 4: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ
Page 5: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ
Page 6: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Πηνελόπη Σ. Δέλτα

Στα μυστικά του Βάλτου

πρώτη έκδοση: Αθήναι 1937

Page 7: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Ο Κάμπος του Ρουμλουκιού.............................................................3 2. Προς το Βάλτο .............................................................................15 3. Η λίμνη των Γιαννιτσών ................................................................30 4. Δυο παιδιά ...................................................................................41 5. Κάτω Καλύβες ..............................................................................62 6. Η κυρία Ηλέκτρα ..........................................................................76 7. Κατασκοπεία ................................................................................94 8. Δουλειά ..................................................................................... 105 9. Κούγκα ...................................................................................... 127 10. Μάχη στην κεντρική καλύβα ....................................................... 143 11. Θεσσαλονίκη ............................................................................. 158 12. Ο Διαβολόπαπας ........................................................................ 174 13. Το σχολείο του Ζορμπά .............................................................. 197 14. Η μεγάλη καλύβα της Κούγκας.................................................... 219 15. Νικηφόρος ................................................................................ 230 16. Καινούρια φθασίματα ................................................................. 243 17. Άγρας ....................................................................................... 256 18. Καπετάν Ακρίτας........................................................................ 265 19. Κομιτατζήδες............................................................................. 290 20. Τάκης ....................................................................................... 321 21. Μπόζετς .................................................................................... 336 22. Ματαπάς ................................................................................... 352 23. Το Παρεκκλήσι της Κάλιανης....................................................... 367 24. Κουρφάλια ................................................................................ 382 25. Γρέγος ...................................................................................... 402 26. Συνάντηση στην Κούγκα ............................................................ 422 27. Φόβοι ....................................................................................... 439 28. Προδοσία .................................................................................. 448 29. Γιωβάν...................................................................................... 458 30. Μάρτυρες ................................................................................. 480 31. Ο Αντωνάκης ο γιατρός .............................................................. 493 32. Στα νερά του Βάλτου ................................................................. 505 33. «Πάλι με χρόνους, με καιρούς...»................................................ 520

user
Sticky Note
pdf by elifrac
Page 8: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

1. Ο Κάμπος του Ρουμλουκιού

Ο ΗΛΙΟΣ, χαμηλώνοντας, ρόδιζε τις χιονισμένες κορυφές του Ολύμπου, χρύσιζε τους νερόλακκους που είχε αφήσει εδώ κι εκεί η χθεσινή βροχή στο λασπωμένο κάμπο, που απλώνουνταν ως πέρα, σταχτής, άχαρος έρημος.

Πηδώντας από το ένα πόδι στο άλλο, σηκώνοντας κάθε φορά από ένα σβώλο λάσπη στο κάθε τσαρούχι, γοργά προχωρούσε ένα νέο αγόρι, μόνο ζωντανό πλάσμα στην πλατιά αυτή ερημιά, άφοβα, αμέριμνα, περιφρονώντας τον κάματο του δρόμου, μέσα στο μαλακό λασπιασμένο χώμα.

Κάπου κάπου σήκωνε το κεφάλι, και κάτω από το γουνίσιο του καλπάκι έριχνε μια διαπεραστική ματιά ολόγυρα. Και πάλι χαμήλωνε το μέτωπο, ξανάπιανε το γλοιώδη του δρόμο.

Μα έξαφνα στάθηκε.

Λίγο παραπέρα, πλάγι σ' ένα τσουρουφλισμένο από τον άνεμο θάμνο, ένα κεφάλι παιδιού ξεκόβουνταν στη σταχτεράδα του κάμπου. Ήταν ξεσκούφωτο, ισχνό και

τα μεγάλα αμυγδαλωτά του μάτια ξεχώριζαν κατάμαυρα στο χλωμό του πρόσωπο.

—Γιωβάν!... Το ήξερα πως θα σε βρω κάπου εδώ! είπε βουλγάρικα ο μεγάλος· μα τι περιμένεις;

Ο μικρός δεν αποκρίθηχε. Σιωπηλά, με κάτι σα σεβασμό σε όλο του το μουτράκι, κοίταζε το μεγαλύτερό του.

—Γιατί δεν απαντάς; ρώτησε πάλι ο μεγάλος. Τι κάνεις εδώ; Έχεις δουλειά;

Ο μικρός αργοκούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ήταν ώς επτά οκτώ χρόνων, αδύνατο κακοθρεμμένο παιδί, φτωχοντυμένο και ξιπόλητο. Τα μαλλιά του αχτένιστα και πυκνά, έπεφταν στο μέτωπό του, σκίαζαν ακόμα περισσότερο τα σκιερά του μάτια.

—Δεν έχεις δουλειά; Άκου δω, εγώ έχω να σου δώσω μια δουλειά. Θα μου την κάνεις;

Ο Γιωβάν πάλι δεν αποκρίθηκε.

Ο άλλος άνοιξε το ρούχο του και τράβηξε από τον κόρφο του μια μακρόστενη σακούλα.

—Κοίτα δω!... Θες ψωμί; Θες τυρί; Έλα! Θα φας καλά!... είπε γελαστά.

Page 9: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Τα πεινασμένα μάτια του Γιωβάν πήγαιναν από το ψωμοτύρι στο πρόσωπο του άλλου, και πάλι στο ψωμοτύρι. Μα δεν αποκρίνουνταν.

—Έλα, θα σου το δώσω όλο το τυρί μου. Έχω και τρία ζαχαράτα — τα θέλεις; έκανε δελεαστικά ο μεγάλος.

Ο Γιωβάν πέταξε μπρος, ακατάδεχτα, το κάτω του χείλι.

—Δεν το κάνω για τα ζαχαράτα σου, ούτε για το άσπρο σου τυρί! αποκρίθηκε. Το κάνω για σένα, Αποστόλη.

Γεια σου Γιωβάν! Το ήξερα πως είσαι χρυσό παιδί, είπε γελαστά ο Αποστόλης. Μα πάρε και το ψωμi και το τυρί. Εγώ έφαγα, δεν πεινώ. Να, πάρε και τα ζαχαράτα. Μα άκουσε: Έχεις κουράγιο να πας ώς το Κλειδί;

—Πώς! έκανε ο Γιωβάν. Είναι μισή ώρα από δω, αν τρέξω.

—Μα θα πας απόψε.

—Θα πάγω αμέσως!

Ο Αποστόλης τον κοίταξε με οίκτο.

—Μοιάζεις πεινασμένος, του είπε. Γιατί δε σου δίνει να φας ο θειός σου;

Ο Γιωβάν σήκωσε τον ένα ώμο χωρίς ν' αποκριθεί.

—Τι θες από το Κλειδί; ρώτησε.

—Θα πας τρεχάτος εκεί.

Έριξε μια ματιά κατά τη δύση ο Αποστόλης και είπε:

—Δεν το κάνεις σε μισή ώρα· θέλεις ώρα γεμάτη. Μα έχεις καιρό πριν νυχτώσει. Μη σε δείρει όμως o θειός σου, αν αργήσεις;

Ο Γιωβάν σήκωσε πάλι τον ώμο του.

—Τι θες από το Κλειδί; ξαναρώτησε.

—Θα πας στο μπαρμπα—Θανάση... ξέρεις... αυτουνού που έχει το μεγάλο αλέτρι. Και θα του πεις: “Ο Αποστόλης σου μηνά να του ετοιμάσεις στρωματσάδα”. Κατάλαβες;

—Κατάλαβα, αποκρίθηκε ο Γιωβάν, κι έκανε να φύγει.

—Άκου δω! του φώναξε ο Αποστόλης. Πες του να σου δώσει καμιά φασουλάδα!...

Page 10: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Μα ο Γιωβάν ήταν κιόλας μακριά. Τον ακολούθησε o Αποστόλης με τα μάτια, ένα τόσο δα πραματάκι που πηδούσε τους νερόλακκους, δαγκάνοντας βούκες βιαστικές από το ψωμί και το τυρί που κρατούσε σε κάθε χέρι.

“To κακόμοιρο...”, μουρμούρισε ο Αποστόλης ελληνικά. “To κακόμοιρο το λιμασμένο... το φτωχό...”

Και ξανάφυγε τρεχάτος, πηδώντας και αυτός πάνω από τους νερόλακκους, μέσα στην πηχτή λάσπη, τραβώντας κατά τη θάλασσα.

Αργά κατέβαινε το σούρουπο στον κάμπο. Άνεμος λαφρύς είχε σηκωθεί και ολοένα πιο γρήγορα έτρεχε o Αποστόλης κατά τις εκβολές του Αξιού.

“Nα 'πιανε βαρδάρης...”, μουρμούρισε, “να ξέραινε λίγο το βάλτο... Θα ήταν πιο εύκολη η επιστροφή... γι' αυτούς... ”

Έριξε μια ματιά στο βούρκο πίσω του, όπου στο μούχρωμα γυάλιζαν οι νερόλακκοι και τα νερομαζώματα. “Παλιονοτιάς...”, μουρμούρισε. “Δε φελάει και αν φυσήξει...”

Ήταν νύχτα βαθιά σαν έφθασε σε μια καλυβα ψαράδων, όπου έκαιε μια πετρελένια λάμπα μπρος σ' ένα γυάλινο παράθυρο.

Γύρω σε μια φωτιά, αναμμένη στη μέση του πατώματος, πέντε έξι ψαράδες, καθισμένοι ανακούρκουδα, ζέσταιναν τα χέρια τους στη φλόγα. Δυο γυναίκες, μάνα και κόρη, πηγαινοέρχουνταν, έριχναν κρεμμύδια σε μια χύτρα που κρέμουνταν από τη στέγη πάνω στη φωτιά, όπου έβραζε μια ορεκτική ψαρόσουπα.

—Καλώς το παιδί μας, είπε η μεγαλύτερη γυναίκα, με την κουλακιώτική της προφορά που τρώγει τα φωνήεντα, και χαμογελώντας στο αγόρι που έφθανε.

Σήκωσαν οι ψαράδες το κεφάλι και τον καλωσόρισαν και αυτοί καλόβουλα.

—Σε περιμέναμ, του είπε ο ένας, ο γεροντότερος, με μακριές άσπρες μουστάκες, που έπεφταν ίσια κάτω και ανακατώνουνταν με τα γένια του. Κοντεύν μεσάνυχτα.

—Μην άργησα; ρώτησε ο Αποστόλης. Δεν πρόφθασα να ξεκινήσω νωρίτερα, μπαρμπα—Λάμπρο. Περίμενα τον Δήμο. Μα δε φάνηκε.

—Ο Δημς ξκίνσε με τς άλλς βαρκς, αποκρίθηκε o μπαρμπα—Λάμπρος, βαριά προφέροντας το σ και καταπίνοντας κι εκείνος τις συλλαβές του. Ηρθ' νρις κι έφυγ με τα πδγιά μας.

Page 11: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

—Έφυγαν μόλις βράδιασε, τάχα πως παν για ψάρια, πρόσθεσε η κόρη του μπαρμπα—Λάμπρου, ρίχνοντας μια φούχτα αλάτι στη χύτρα. Μου είπαν να πας —πως θα τους ανταμώσεις.

Οι ψαράδες είχαν σηκωθεί και φορούσαν τη ζιάκα1 και το καλπάκι τους.

—Παμ! είπε ο γερο—Λάμπρος. Κοίταξ γναικ ναν καλή η κακαβιά!

Και όλοι μαζί, αργοί στις κινήσεις τους, με ώμους σκυφτούς, τράβηξαν κατά τη θάλασσα.

Δυο βάρκες, με πλατιές καρένες, περίμεναν στην ακρογιαλιά.

Μπήκαν μέσα οι ψαράδες και τράβηξαν κατά το πέλαγος.

*

—Βλεπς τιπτ Αποστόλ; ρώτησε ο μπαρμπα—Λάμπρος.

Σκυφτός στην πλώρη, ζητώντας με το βλέμμα να τρυπήσει τη μαυρίλα μπροστά του, ο Αποστόλης αποκρίθηκε:

—Τίποτα... Θα πάει χαμένη και τούτη η νύχτα. Άλλα ψαράδκ δε βλεπς; ρώτησε ένας από τους άντρες στα κουπιά.

—Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ' αυτός δε φαίνεται. Σκοτάδι, μαθές...

—Ε, καημέν, κριμς στα μάτια σ, που εχν κι όνομ πως βλεπν στο σκοτάδ!... κορόιδεψε ο μπαρμπα—Λάμπρος.

—Σα δεν έχει τίποτα, πώς να δουν κάτι; αποκρίθηκε ήσυχα ο Αποστόλης. Ο Δεσπότης θα γελάστηκε.

—Αμ δε γελιέτ ο Δεσπότς! έκανε ο μπαρμπα—Λάμπρος. Τραβάτ μπροστά πδγιά!...

Και σιωπηλά προχώρησε η βάρκα στο σκοτάδι. Και πέρασε η ώρα.

—Τα τρία μας ψαράδικα... ψιθύρισε ο Αποστόλης.

—Κατά πού; ρώτησε ο κοντινότερος, σηκώνοντας έξω από το νερό το κουπί του.

—Κατάπρωρα... και τα τρία... Και, κάνοντας χωνί τα χέρια του, ο Αποστόλης ρώτησε χαμηλόφωνα: Ρε Δήμο... βρήκατε ψάρι;

Από το σκοτάδι βγήκε μια φωνή, χαμηλή και αυτή.

—Τιπτ ακόμ....

Page 12: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Και απ' αλλού, μακρύτερα, άλλη φωνή σηκώθηκε:

—Μην ' σαι συ, ρε Λάμπρο;

—Εγώ ειμ, αποκρίθηκε ο ψαράς. Παμ αντάμ απ' δω κι εμπρός.

Και πάλι βούτηξαν τα κουπιά στο νερό, αργά, σιωπηλά.

Λίγην ώρα πήγαιναν.

Έξαφνα ο Αποστόλης ρίχθηκε πίσω και σήκωσε το πρώτο κουπί.

—Τσιμουδιά! μουρμούρισε.

Η διαταγή του πέρασε πίσω σαν αστραπή από στόμα σε στόμα, και σιωπή τέλεια χύθηκε στα νερά.

Με το χέρι χωνί πίσω από το αυτί του, τα διαπεραστικά μάτια του καρφωμένα μπροστά του, ακροάζονταν ο Αποστόλης και κοίταζε.

Πέρασαν δευτερόλεπτα γεμάτα αγωνία.

Και ξαφνικά, από τη μαυρίλα μπροστά τους, μια αντρίκια φωνή, κόβοντας το μυστήριο της σιωπής, άφοβα ρώτησε:

—Ποιοι είστε εκεί; Είστε ψαράδες Κουλακιώτες; Τρεις τέσσερις φωνές μεμιάς αποκρίθηκαν:

—Μεις είμαστ! Καλώς ορίστ!...

Ένας ψίθυρος χαρούμενος έτρεξε στη σκοτεινή επιφάνεια του νερού.

—Κουλακιώτικη προφορά! Δικοί μας είναι!...

Οι ψαράδες τώρα βουτούσαν με ορμή τα κουπιά τους, σίμωναν μια βάρκα που ξεπρόβαλε σαν φάντασμα από το σκοτάδι, και χέρια απλώθηκαν από τις δυο μεριές, πιάστηκαν, σφίχθηκαν. Κάνες γυάλισαν στη θαμπή αστροφεγγιά, και φυσίγγια, σειρές σταυρωτές, ξεχώρισαν στά στήθη. Άλλα τέσσερα ψαράδικα σίμωσαν την ξένη βάρκα.

—Καλώς ορίστ!

—Καλώς σας βρήκαμε!

—Σας περμένμ μερς τωρ...

—Μας καντ μαυρ μάτια...

Η αντρίκια φωνή ξανακούστηκε, άφοβη, προστακτική από την ξένη βάρκα.

Page 13: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

—Πόσες είστε βάρκες;

—Πεντ ολς μαζί, αποκρίθηκε ο μπαρμπα—Λάμπρος.

—Πέντε; Μια λοιπόν να μας οδηγήσει στην παραλία, και οι άλλες τέσσερις να παν στο καΐκι.

—Πού ν τ' καΐκ, Καπτάν μ; ρώτησε ο μπαρμπα—Λάμπρος.

—Ώς ένα μίλι από δω, ίσια μπροστά σας. Θα ξεφορτώσετε άντρες, όπλα και πολεμοφόδια. Ζητήσετε τον Καπετάνιο του καϊκιού τον καπετάν Τάσο...

Παραγγελίες χαμηλόφωνες ανταλλάχθηκαν, διατάγματα, εξηγήσεις. Και η ξένη βάρκα, ακολουθώντας από κοντά το μπαρμπα—Λάμπρο, βγήκε στην ξηρά.

Τρεις άντρες, οπλισμένοι σαν αστακοί, ξεμπαρκάρησαν.

—Κλως μς ηρθτ, παλκάρ! είπε πάλι χαρούμενος o μπαρμπα—Λάμπρος, ξανασφίγγοντας χέρια... Ποιος ειν' ο καπτα Νικφόρς;2

—Εγώ είμαι, είπε ο ένας, ο ψηλότερος, με την άφοβη φωνή που είχε ακουστεί στο σκοτάδι. Κι εδώ, o καπετάν Κάλας3 και ο υπαρχηγός του ο καπετάν Ζήκης!4 Θα περιμένομε δω τις βάρκες;

—Λατ στν κλυβ μ, να ζστθειτ, να φατ, και θαρθν τ' πραμτ σς!...

—Λέγω καλύτερα να περιμένομε δω τους άντρες μας, πρότεινε ο καπετάν Νικηφόρος στους συντρόφους του.

Συμφώνησαν και οι δύο.

Ένας ναύτης του καϊκιού και δυο άλλοι οπλισμένοι άντρες που περίμεναν μες στην ξένη βάρκα, ξεφόρτωσαν λίγα τουφέκια και δυο τρεις βαριές κασούλες και ξαναμπήκαν στη βάρκα να πάνε να ξεφορτώσουν το καΐκι.

—Φηστ τα τφκ σς, πρότεινε ένας ψαράς.

—Το ντουφέκι δεν το 'ποχωρίζεται ο Κρητικός, αποκρίθηκε ένας από τους αρματωμένους άντρες, με χαρακτηριστική κρητική προφορά.

—Κλα κανς, είπε ο μπαρμπα—Λάμπρος. Και πγαιντ ββα, μ' σας παρ μρωδιά κανένς Τουρκς τσαούσς...

Ο ναύτης μπήκε στα κουπιά και η βάρκα χάθηκε πάλι στο σκοτάδι.

Στο μεταξύ, οι τρεις καπεταναίοι ζητούσαν πληροφορίες από το μπάρμπα—Λάμπρο, χαμηλόφωνα, ενώ δυο ψαράδες έστηναν καραούλι μακρύτερα.

Page 14: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

—Οδηγούς για τη λίμνη των Γιαννιτσών έχετε; ρώτησε ο καπετάν Κάλας.

—Αμ δν εχμ; έκανε ο μπαρμπα—Λάμπρος, σείοντας το κεφάλι του πλάγια, κατά τον καταφατικό τρόπο των χωρικών της Μακεδονίας. Εχμ δω τον Αποστόλ, κι εχμ και τον Δημ!

—Και αυτός ο μικρός ποιος είναι; ρώτησε ο καπετάν Νικηφόρος με μια κίνηση του χεριού κατά τον Αποστόλη, που τον κοίταζε μαγεμένος.

Μα μεμιάς, ντροπιασμένο, υποχώρησε το αγόρι και χάθηκε στο σκοτάδι.

—Αυτός είν' ο Αποστόλς που σ' λέω.

—Αυτό το παιδί; αναφώνησε ο καπετάν Κάλας.

—Φτο τ' πδι; Δοκίμσ τ και βλεπς, αποκρίθηκε γελώντας ο ψαράς. Είν' ο καλύτερος δγος τουτς τς μριάς του Βρδαρ. Και ξερ' τ' Ρουμλουκ5 οπς κανένς!

Και χαμηλόφωνα τον κάλεσε:

—Αποστόλ, ελ δω!

Σίμωσε ο Αποστόλης, ντροπαλά, σκύβοντας το κεφάλι από το βάρος της χαράς και της υπερηφάνειας που θ' αποκρίνουνταν στα ρωτήματα των καπεταναίων.

—Μη φοβάσαι, του είπε με καλοσύνη ο καπετάν Νικηφόρος, και πες μας: Ξέρεις να μας οδηγήσεις στη λίμνη των Γιαννιτσών;

—Ξέρω, αποκρίθηκε ο Αποστόλης.

—Κι εκεί, στην περιφέρειά της, έχει χωριά ελληνικά;

—'Εχει. Μα είναι φοβισμένα· σκοτώσανε πολλούς οι Βούλγαροι. Τώρα ήλθε ο καπετάν Άγρας στον Βάλτο.

—Ήλθε;... Πού; Πότε;

—Είναι κανένα δυο βδομάδες. Μπήκε στον Βάλτο...

—Στη λίμνη των Γιαννιτσών;

—Ναι. Τη λέμε Βάλτο εδώ. Μπήκε ο καπετάν Άγρας και τώρα θα σηκώσομε κι εμείς κεφάλι!...

—Και σε ποιο μέρος του Βάλτου; Ξέρεις;

—Όχι, δεν ξέρω. Μα τ' άκουσα.

Page 15: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σήκωσε το κεφάλι του, κοίταξε κατά τον Αξιό.

—Μα πρέπει να φεύγομε, πρόσθεσε. Έχει δρόμο πολύ, και πρέπει να φθάσομε στο χωριό πριν ξημερώσει.

—Σε ποιο χωριό;

—Στο Κλειδί. Έχω στείλει μήνυμα. Σας περιμένουν.

Οι πρώτες βάρκες έφθαναν. Άντρες και όπλα ξεφορτώθηκαν. Σε λιγότερο από μισή ώρα, όλα ήταν φορτωμένα στις πλάτες των αντρών.

Ο μπαρμπα—Λάμπρος πήρε τους τρεις καπεταναίους στην καλύβα του. Κι ενώ βιαστικά και χαρούμενα οι δυο γυναίκες τους σερβίριζαν ψάρια και σούπα σε γαβάθες, ζέσταιναν εκείνοι χέρια και πόδια στη φωτιά, που αναμμένη στη μέση της καλύβας σκορπούσε τον καπνό ολόγυρα.

Ήταν και οι δυο καπεταναίοι πρωτόβγαλτοι, άπειροι. Ζητούσαν ολοένα πληροφορίες.

—Έννοια σας, Καπεταναίοι μου, είπε γελαστά η κόρη του ψαρά, ξαναγεμίζοντας τις γαβάθες τους. Θα σας τα πει όλα ο καπετάν Μανόλης ο Κατσαρός. Τα φρόντισε όλα ο Δεσπότης.

—Ποιος Δεσπότης; Δεν είδαμε κανένα Δεσπότη, είπε ο καπετάν Κάλας.

Το κορίτσι γέλασε.

—Έτσι τον λεν τα παλικάρια μας τον Αρχηγό, αποκρίθηκε.

Ο μπαρμπα—Λάμπρος έγνεψε με το κεφάλι κατά τον ποταμό κι έκλεισε το ένα μάτι.

—Δεσπότ λεν το Γενκό Προξν, οι πολεμστάδς, είπε.

—Ποιον; Τον Κορομηλά; ρώτησε ο καπετάν—Νικηφόρος.

—Σσσ... μη λες τ' όνομα! ψιθύρισε η κόρη του ψαρά. Ναι, αυτός είναι ο Δεσπότης.

Οι δυο οδηγοί, ο Δήμος και ο Αποστόλης, παρόντες σ' όλη αυτή την κουβέντα, τους βίαζαν να φύγουν.

—Έχομε δρόμο. Πρέπει να φθάσομε πριν ξημερώσει.

Πήρε ο καθένας τον οπλισμό του, αποχαιρέτησαν τους φιλόξενους ψαράδες και ξεκίνησαν.

*

Page 16: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Το σώμα ολόκληρο πήγαινε στα σκοτεινά, μια μακρινή σειρά από άντρες οπλισμένους, ο ένας πίσω από τον άλλο. Πρώτος προπορεύουνταν ο Αποστόλης. Του είχαν δώσει ένα βραχύκανο τουφέκι στο χέρι και σιωπηλά, πατώντας χωρίς κρότο, διαλέγοντας με έμφυτη διαίσθηση στο λασπιασμένο κάμπο τα πιο ξερά μονοπάτια, οδηγούσε ο μικρός, χωρίς δισταγμό ούτε αμφιβολία.

Από κοντά ακολουθούσαν, ο ένας πίσω από τον άλλο, οι αρχηγοί και οι άντρες, με το δεύτερο οδηγό προς τη μέση, μην αποπλανηθεί κανένας και χαθεί στο βούρκο και στα νερομαζώματα.

Κανένας δε μιλούσε και κανένας δεν κάπνιζε. Στον έρημο εκείνον κάμπο, κάθε κρότος μεταδίδουνταν, κάθε σπίθα πρόδιδε την παρουσία ανθρώπου.

Ο Αποστόλης με γνεψίματα ειδοποιούσε τον ακόλουθό του, αν ήταν να σταθεί ή να πέσει μπρούμυτα ή να γυρίσει πίσω. Και αυτός με τον ίδιο τρόπο μετέδιδε τη διαταγή στον τρίτο, ο τρίτος στον τέταρτο κι έτσι ώς το τέλος της γραμμής.

Πήγαιναν τα σώματα των δύο καπεταναίων, καμιά πενηνταριά άντρες όλοι μαζί, σε απόλυτη σιωπή και σκοτάδι.

Δύο ώρες πορεύονταν. Και τότε σταμάτησαν να ξεκουραστούν λίγα λεπτά, και κάθισαν χάμω.

Ο καθένας είχε κρεμασμένο στη ράχη του από ένα σάκο εκστρατείας, όπου φύλαγε τα χρειαζούμενα: τροφές, ρουχισμός κ.τ.λ.

Πίσω από τις κάπες τους, μη φανεί φως, ο ένας άναβε το πρόχειρο καμινέτο του κι έψηνε στο μπρικάκι του —ποιος έναν καφέ, ποιος λίγο τσάι να ζεσταθεί—, άλλος κάπνιζε ένα τσιγάρο... Και πάλι σηκώθηκαν και τράβηξαν το δρόμο τους στο σκοτάδι, με την ίδια παράταξη, ακολουθώντας πάντα τον οδηγό.

Από μακριά κάτι φάνηκε ν' ασπρίζει. Ο Αποστόλης σήκωσε το χέρι και όλη η γραμμή στάθηκε.

Σάλιωσε το δάχτυλό του και το σήκωσε να βεβαιωθεί από πού φυσά ο άνεμος.

Ο καπετάν Νικηφόρος, που βρίσκουνταν αμέσως πίσω του, έσκυψε στο αυτί του.

—Τι τρέχει; ρώτησε.

—Μπροστά μας τα Καλύβια. Μα δε θα σταθούμε. Έχει Τούρκους, ψιθύρισε ο μικρός.

—Και γιατί ψάχνεις τον άνεμο;

Μή φέρει τη μυρωδιά μας στο χωριό και μας προδώσουν τα σκυλιά με τα γαυγίσματά τους. Θα περάσομε δεξιά. Ο άνεμος φυσά πουνέντης.

Page 17: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Νικηφόρος χαμογέλασε.

—Σε καλό σου! ψιθύρισε. Ξέρεις και τους ανέμους, παλιόπαιδο; Αν βγούμε ζωντανοί από δω, θα σε πάρω στο καράβι μου.

—Είσαι του ναυτικού, Καπετάνιε; ρώτησε μαγεμένος ο Αποστόλης.

Ο Νικηφόρος έγνεψε καταφατικά. Κι εξακολούθησαν το δρόμο τους.

Έξαφνα, μια σκιά ορτσώθηκε μπροστά τους. Αυτόματα πρόβαλε ο καπετάν Νικηφόρος το τουφέκι του.

Μα γελώντας το παραμέρισε ο Αποστόλης.

—Είναι δικοί μας, είπε· είναι οι βάρδιες που φυλάγουν το διάβα μας. Να και ο άλλος.

Δεύτερη σκιά σίμωνε την πρώτη. Βαστούσαν και οι δυο από ένα τουφέκι γκρα στο χέρι.

—Καλώς ορίσατε, ψιθύρισαν καταχαρούμενοι. Γιατί αργήσατε τόσο; Σας περιμένομε μέρες τώρα...

—Kι εμείς μέρες αρμενίζαμε απέξω, αποκρίθηκε o Νικηφόρος. Η μπουνάτσα κόντεψε να μας εξουδετερώσει.

Ανήσυχοι ατένιζαν οι σκοποί κατά το χωριό, όσο μαζεύουνταν περίεργοι οι άντρες γύρω τους.

—Έχετε ακόμα δρόμο για να φθάσετε στο Κλειδί, είπε ο πρώτος. Μη χασομερνάς, Καπετάνιε.

Με φιλικούς χαιρετισμούς αποχωρίστηκαν και παίρνοντας πάλι τη σειρά του, μπήκε ο καθένας στη γραμμή. Και στα σκοτεινά, σιωπηλά, ξανάρχισε να πορεύεται η ανθρώπινη αλυσίδα.

Άρχιζε ν' ασπρίζει η ανατολή, όταν τέλος έφθασαν στα πρώτα σπίτια του Κλειδιού.

Κι εκεί σκοποί φύλαγαν. Σιωπηλά δόθηκε το σύνθημα πως σώμα Ελληνικό πλησιάζει, και βγήκαν δυο τρεις χωρικοί να τους υποδεχθούν και να τους οδηγήσουν.

Ο πρώτος, που φαίνουνταν αρχηγός τους, ένας γέρος, με λαμπερά μάτια και τρεμάμενα από τη συγκίνηση χείλια, έκανε να φιλήσει τα χέρια του καπετάν Νικηφόρου, που παρουσιάζουνταν πρώτος μετά τον Αποστόλη.

—Ο κυρ Θανάσης, μουρμούρισε ο Αποστόλης, συστήνοντάς τον. Σας έχει ετοιμάσει καταυλισμούς...

Page 18: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σιωπηλά, με νοήματα, χώρισε ο γερο—Θανάσης τους άντρες, και τους παρέδωσε στους άλλους χωρικούς, να τους κρύψουν σε τρία σπίτια ελληνικά και να τους φιλέψουν. Ο ίδιος οδήγησε τους δυο αρχηγούς, Νικηφόρο και Κάλα, μαζί με τον υπαρχηγό Ζήκη, με άλλους δυο άντρες, στο δικό του σπίτι, όπου είχε στρώσει το σοφρά — χαμηλό, στρογγυλό τραπέζι των χωρικών της Μακεδονίας.

Ήταν καταχαρούμενος· δονούνταν όλος από ενθουσιασμό.

—Μέρες σας περιμένομε, τους είπε. Γιατί αργήσατε έτσι;

—Μας έκοψε χέρια και πόδια η μπουνάτσα, αποκρίθηκε ο καπετάν Νικηφόρος. Αν δε σηκώνουνταν ο πουνέντες απόψε, θα γυρίζαμε μπρος πίσω. Μας είχε σωθεί το φαγί και το νερό...

Ο γερο—Θανάσης έγνεψε χαμογελώντας κατά το μεγαλόσωμο καπετάν Κάλα, που είχε ακουμπήσει στον τοίχο και είχε μισοκοιμηθεί.

—Ναι, είπε ο Νικηφόρος, όλοι είμαστε κατάκοποι. Μόνο να κοιμηθούμε θέμε...

Ο γερο—Θανάσης χτύπησε τα χέρια, και αμέσως μπήκε μέσα μια γυναίκα μεσόκοπη, ντροπαλή, πρόθυμη.

—Σας στρώσαμε, Καπεταναίοι μου. Η Παναγιά να σας φυλάγει. Περάστε στον οντά!

Όταν βρέθηκε μόνος ο γερο—Θανάσης, άνοιξε μια πόρτα που έβγαινε στην αυλή, κι έμπασε μέσα τον Αποστόλη.

— Πες μου τα τώρα, του είπε.

—Εγώ να σε ρωτήσω, κυρ Θανάση, είπε ο Αποστόλης. Ήλθε ο Γιωβάν;

—Ήλθε, βέβαια. Ηλθε τσακισμένος από την κούραση και το τρεχιό. Πού τον βρήκες αυτόν το μικρό; Είναι πολύτιμος!

—Τι μήνυμα σου είπε;

—Μου είπε πως ο Αποστόλης μού μηνά να ετοιμάσω στρωματσάδα. Κατάλαβα. Μα πού το' ξερες πως θα φτάσουν σήμερα;

—Είδα πως σηκώνεται νοτιάς. Είπα: “Ή σήμερα ή ποτέ!” Και σου τον έστειλα. Του έδωσες να φάγει;

—Όχι!... Γιατί; Δε μου ζήτησε φαγί.

—Του είπα να σου ζητήσει. Μα είναι φιλότιμος. Και ήταν πεινασμένο το δύστυχο! Τι ώρα ήλθε;

Page 19: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

—Κατά το σούρουπο.

—Τι λες! Πρέπει να 'κανε τρεχάτος όλο το δρόμο!

—Μα πού τον βρήκες; Ποιος είναι;

—Είναι βουλγαρόπαιδο. Κάθεται μ' ένα θειό του, σε μια στάνη, κάπου στα Καλύβια κοντά.

—Και τον εμπιστεύεσαι;

—Τον γλίτωσα μια μέρα από κάποιον Τούρκο, που ήθελε να τον δείρει, γιατί, λέει, έβοσκε τα πρόβατα του θειού του σε ξένη βοσκή. Τον γλίτωσα και από το θειό του, τον Άγγελ Πέιο, ένα κτήνος που τον έστειλε στη βοσκή και ύστερα το αρνήθηκε. Από τότε μου είναι σκυλί αφοσιωμένο. Και τον μεταχειρίζομαι. Αν του πω “Πέσε στο Βαρδάρη να πνιγείς!” θα πέσει στο Βαρδάρη να πνιγεί!

—Καλά. Τώρα πήγαινε να πέσεις και συ να κοιμηθείς... Να, πλάγιασε δω στη βελέντζα,6 κοντά στο τζάκι. Γιατί αύριο πάλι θα κάνεις δρόμο πολύ ώς το Βάλτο...

—Ευχαριστώ, κυρ Θανάση, προτιμώ το στάβλο, όπου δε θα με ξυπνήσει η κυρά σου με τα συγυρίσματά της, αποκρίθηκε ο Αποστόλης.

—Το κέφι σου!... είπε καλόκαρδα ο γερο—Θανάσης. Και του άνοιξε την πόρτα της αυλής και βγήκε έξω o οδηγός.

Σημ.1ου κεφ.

1. Ζιάκα: Σακάκι από ύφασμα ντόπιο, μάλλινο, που λέγεται σαγιάκι. 2. Νικηφόρος: Ανθυποπλοίαρχος Ιωάννης Δεμέστιχας. 3. Κάλας: Υπολοχαγός Πεζικού Κωνταντίνος Σάρρος. 4. Ζήκης: Επιλοχίας Πεζικού Χρήστος Καραπάνος. 5. Ρουμλούκι: Ο κάμπος όλος νότια της Λίμνης των Γιαννιτσών, από τη Θεσσαλονίκη ώς τον Αλιάκμονα ποταμό. 6. Βελέντζα: Μάλλινη άσπρη κουβέρτα σαν προβιά, που ρίχνουν οι χωρικοί στο πάτωμα για ζεστασιά ή και στρωσίδι.

Page 20: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

2. Προς το Βάλτο

ΑΠΟΣΤΟΛΗ! Αποστόλη!

Ο Αποστόλης ανασηκώθηκε από τ' άχυρα όπου ήταν ξαπλωμένος κι έτριψε τα μάτια του. Ονειρεύουνταν άραγε ακόμα, ή άκουσε αλήθεια τ' όνομά του;

-Αποστόληl... Ξύπνα! Άκου!

Αυτή τη φορά τ' άκουσε καθαρά τα βουλγάρικα λόγια, ψιθυριστά. Και αναγνώρισε την παιδική φωνή.

-Γιωβάν! φώναξε. Πού είσαι;

Στο ψηλό, μακρόστενο, χωρίς γυαλί ή παντζούρια παράθυρο του στάβλου, δίπλα σ' ένα παχνί, είδε ένα παιδικό κεφάλι που ξεκόβουνταν στο φωτισμένο ουρανό, πίσω του.

-Γιατί σκαρφάλωσες εκεί, Γιωβάν; Έλα μέσα!... του φώναξε.

Ο μικρός κατρακύλησε από το έξω μέρος του παραθύρου, και τρεχάτος έκανε το γύρο του στάβλου και μπήκε από την πόρτα.

Ήταν κατακόκκινος, λαχανιασμένος, και φαίνουνταν πολύ εξημμένος.

-Τι ώρα είναι; Και πώς βρίσκεσαι δω, μέρα μεσημέρι; ρώτησε βουλγάρικα ο Αποστόλης.

-Πέρασε το μεσημέρι! Και βγήκανε στο καφενείο οι άντρες!... αποκρίθηκε βιαστικά ο Γιωβάν.

Και πέφτοντας ανακούρκουδα, πλάγι στο αχυρένιο στρωσίδι, όπου καθιστός ξετεντώνουνταν ο Αποστόλης, πρόσθεσε:

-Άκουσε! Πες του κυρ Θανάση πως... αυτός που ήλθε χθες, γυρνά στο χωριό! Θα τον δει ο μπέης... και τότε... Ο Αποστόλης πετάχθηχε στα πόδια του κι έκανε κατά την πόρτα. Μα μια ξαφνική σκέψη τον γύρισε πίσω. -Ποιος ήλθε χθες; ρώτησε υποψιάρικα. Τι ξέρεις; Τι σου είπαν; Ο Γιωβάν σήκωσε τον ένα του ώμο.

-Τίποτα δε μου είπαν. Κανένας δεν ξέρει. Εγώ ξέρω, αποκρίθηκε.

-Τι ξέρεις;

Page 21: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Γιωβάν έριξε μια ματιά πίσω του, και πλησιάζοντας πιο κοντά ακόμα ψιθύρισε:

-Τον ψηλό αυτόν, με τα γαλανά μάτια... που στέκεται ίσιος σαν κολόνα...

-Πού τον είδες; Τι ξέρεις; ρώτησε ανυπόμονα o Αποστόλης.

-Χθες τη νύχτα... με πολλούς άλλους... Και τώρα στο δρόμο, μουρμούρισε δειλά ο μικρός.

-Χθες τη νύχτα;... Πού ήσουν; ρώτησε θυμωμένος o Αποστόλης.

-Εδώ... σε περίμενα... Μη θυμώνεις... ήθελα να σου πω... να σου πω...

Ο θυμός του Αποστόλη έσβησε μεμιάς.

-Τι να μου πεις, μικρέ; ρώτησε.

-Να σου πω πως... πως θέλω να δουλέψω μαζί σου! Τα μάτια του Γιωβάν είχαν γεμίσει δάκρυα.

-Τι δουλειά να κάνεις; ρώτησε με καλοσύνη o Αποστόλης.

-Να δείχνω κι εγώ το δρόμο σ' αυτούς που σκοτώνουν τους κομιτατζήδες, αποκρίθηκε ο Γιωβάν.

Ο Αποστόλης τον ατένισε συλλογισμένος, ξύνοντας το κεφάλι του.

-Τι ξέρεις εσύ από κομιτατζήδες; ρώτησε.

Ο μικρός σήκωσε πάλι τον ένα του ώμο, μα δεν αποκρίθηκε.

-Ο θειός σου τι θα σε κάνει που δεν πήγες σπίτι σου τη νύχτα; ρώτησε ο Αποστόλης.

Ο μικρός σήκωσε πάλι τον ένα του ώμο.

-Δεν πονεί... το ξύλο;... ρώτησε κοροϊδευτικά o Αποστόλης.

Ο Γιωβάν σκάλωσε το χέρι του στη ζώνη του άλλου.

-Πες του κυρ Θανάση... Αν τον δει ο μπέης, θα φωνάξει στρατό!... είπε.

Ο Αποστόλης έκανε τον αδιάφορο. Μέσα του η ανησυχία του φούντωνε.

-Ποιον να δει; έκανε τάχα αστόχαστα.

Ο Γιωβάν άρχισε ν' αδημονεί.

Page 22: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Γιατί κάνεις πως δεν ξέρεις; είπε, κλαίγοντας σχεδόν. Αν τον δει ο μπέης, θα καταλάβει. Είναι και άλλοι Τούρκοι στο χωριό. Και αυτός δε σκύβει το κεφάλι σαν κι εμάς· περπατά... έτσι!

Έριξε πίσω κεφάλι και πλάτες κι έκανε μερικά βήματα αρειμάνια. Και πάλι, σιμώνοντας τον Αποστόλη, είπε:

-Στείλε τον κυρ Θανάση.

Ο Αποστόλης δίστασε ακόμα μια στιμή. Μα τέτοια αγωνία ανυπομονησίας μαρτυρούσε το λιγνό πρόσωπο του Γιωβάν, που πείστηκε μονομιάς.

-Καλά! του είπε. Κάθισε δω. Περίμενέ με. Θα γυρίσω.

Βγήκε τάχα αμέριμνα από το στάβλο, μ' από κει τρεχάτος ανέβηκε στο σπίτι και μπήκε στη σάλα, που ήταν και κουζίνα.

-Ο κυρ Θανάσης; ρώτησε τη μεσόκοπη γυναίκα, που καθάριζε λάχανα πλάγι σ' έναν τέντζερε.

Η κερα-Θανάσαινα σήκωσε το κεφάλι:

-Καλώς το παιδί μας, είπε καλόβουλα.

-Τον κυρ Θανάση γυρεύω. Πού είναι, μπάμπω; ρώτησε πάλι, όλο και πιο επίμονα ο Αποστόλης.

-Αμ ξέρω 'γω, παιδί μου; Βγήκε έξω. Ίσως στο καφενείο;

Ο Αποστόλης δεν άκουσε παρακάτω. Τρεχάτος βγήκε έξω κι έτρεξε ίσια στο καφενείο, που ήταν στο γύρισμα του δρόμου. Εκεί τωόντι βρήκε το γερο-Θανάση, που έπαιζε τάβλι μ' έναν άλλο χωρικό. Έσκυψε στο αυτί του και κρύβοντας το στόμα του με το χέρι, κάτι του ψιθύρισε.

Μεμιάς πετάχθηχε πάνω ο γερο-Θανάσης, καταταραγμένος.

-Περίμενέ με δω! είπε του συντρόφου του. Κάτι με θέλει η γριά μου!

Και βγήκε όσo γρήγορα τον πήγαιναν τα γέρικα πόδια του.

- Πού; ρώτησε σαν βρέθηκε με τον Αποστόλη στο δρόμο.

-Δεν ξέρω. Είναι στο χωριό, στους δρόμους!... Τράβα εσύ από δω, πάω εγώ από κει, και όποιος τον πρωτοβρεί!

Page 23: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ανήσυχος, βιαστικός, τρέμοντας στα πόδια του, πήγαινε ο γερο-Θανάσης, ψάχνοντας με τα μάτια του παράθυρα, πόρτες, ρωγμές, σαρώνοντας τους παραδρόμους, γυρεύοντας ανάμεσα στους γνωστούς του χωριού την καινούρια, την άγνωστη στους συντοπίτες του μορφή. Ήταν οκτωβριάτικο απόγεμα και το κρύο έτσουζε. Και όμως ίδρωνε το μέτωπό του, κάτω από το φέσι του ραγιά, από την πολλή τη βία και από τη συγκίνηση.

Ένας χωρικός τον σταμάτησε. Ήταν φοβισμένος, ανήσυχος.

-Κυρ Θανάση! του είπε. Ο μουσαφίρης σου γυρνά στην πλατεία! Δε φοβάται λέει. Μα εμάς τι μας κάνει; Τρέξε συμμάζεψέ τον!...

-Πού είναι; ρώτησε ανήσυχα ο γερο-Θανάσης.

-Κατά τα περιβόλια! Πρόφτασέ τον, πριν ξεσπάσει κεραυνός στο κεφάλι μας!

Και σταυροκοπήθηκε.

Ο γερο-Θανάσης τον άφησε βιαστικά και τράβηξε κατά που του 'δειχνε ο άλλος. Ξεπρόβαλε σ' ένα δρόμο πιο πλατύ, όπου η λιακάδα αποξέραινε κάτι απομεινάρια από τους χθεσινούς νερόλακκους, και μπρος σ' ένα παρεκκλήσι είδε έναν άντρα που κοίταζε αμέριμνος τον πέτρινο σταυρό πάνω από την πόρτα.

Βιαστικά τον σίμωσε.

-Για το Θεό, καπετάν Νικηφόρο! Κρύψου! Έλα σπίτι, μη γυρνάς εδώ πέρα, μη σε δει κανένας Τούρκος!...

-Και αν με δει; ρώτησε γελαστά ο άλλος.

-Είσαι νεόβγαλτος, δεν τα ξέρεις αυτά! Θα μας πάρεις όλους στο λαιμό σου! είπε λαχανιασμένος o γερο-Θανάσης.

Ο Νικηφόρος γέλασε πάλι.

-Καλά, είπε· πάμε πίσω. Ήταν τέτοια χαρά Θεού έξω και βαρέθηκα την κάμαρα...

Μια τσούρμα παιδιά, κυνηγώντας το ένα το άλλο, κατέβαιναν τρεχάτα τον κατήφορο.

-Σκύψε τους ώμους σου, Καπετάνιε μου, ψιθύρισε o γερο-Θανάσης. Δεν κάνει να περπατάς σαν λεβέντης.

Θα σε σημειώσει κανένας Τούρκος και θα το πει στον μπέη, και αλίμονό μας πια όλους!

-Έχετε μπέη εδώ;

-Βέβαια! Τον Ραχμήμπεη. Δικό του είναι το χωριό. Μα δε μας πειράζει. Είμαστε όλοι ορθόδοξοι Χριστιανοί και δε μας ζητά παρά να πληρώνομε τακτικά το φόρο. Αλίμονό

Page 24: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

μας όμως αν το μάθει -έριξε γύρω μια φοβισμένη ματιά- πως είσαστε δω και σας κρύβομε μεις!...

Πήγαιναν τώρα βιαστικά οι δυο άντρες. Ο καπετάν- Νικηφόρος ξεχνούσε κάθε λίγο και ορτσώνουνταν και o άλλος του έγνεφε να σκύβει κεφάλι και ώμους.

-Τι κατάστασηl... μουρμούρισε ο νέος. Ν' ανήκετε σε μπέη... άνθρωποι λέει, σαν αγέλη!...

-Και δε λες καλά και του ανήκομε, Καπετάνιε μου, και μας γλιτώνει τουλάχιστον αυτός από τους κομιτατζήδες!

Μπροστά τους ξεμύτισε ο Αποστόλης από ένα παράδρομο.

-Από δω, γρήγορα τους είπε! Έρχονται από δίπλα δυο Τούρκοι!...

Και όλοι μαζί τρύπωσαν στο στενούρι και τράβηξαν για το σπίτι του γερο-Θανάση.

Στη σάλα, πλάγι στο τζάκι, κάθουνταν ο ογκώδης καπετάν Κάλας και ο υπαρχηγός του Ζήκης με τους δυο τους άντρες, και κουβέντιαζαν με τη σπιτονοικοκυρά. Πάνω από ένα μεγάλο κούτσουρο αναμμένο κρέμουνταν μια χύτρα δεμένη μ' ένα σύρμα και σκορπούσε ορεκτική μυρωδιά λαχανόσουπας.

-Θα μας φιλέψεις πάλι, κερά-Θανάσαινα; ρώτησε o καπετάν Νικηφόρος, βγάζοντας με μια κίνηση των ώμων τη βαριά κάπα. Σου παραγίναμε φόρτωμα...

-Τιμή μας... τιμή μας, Καπεταναίοι μου... αποκρίθηκε ντροπαλά η κερά-Θανάσαινα.

Μά τη διέκοψε ο άντρας της:

-Ξεκουραστείτε, παλικάρια, γιατί θα κάνετε πάλι δρόμο απόψε, είπε.

Και ρώτησε:

-Πόση ώρα ώς τον Βάλτο, Αποστόλη; Μα ο Αποστόλης είχε φύγει.

-Θα ξανάρθει, είπε ο γερο-Θανάσης, κουνώντας πλάγια το ψαρό κεφάλι του. Αυτός θα σας οδηγήσει...

Ο Αποστόλης είχε βγει έξω και είχε πάγει ίσια στο στάβλο.

Βρήκε τον Γιωβάν όπως τον είχε αφήσει, καθισμένο σταυροπόδι, στ' άχυρα. Κάθησε πλάγι του ο Αποστόλης και άρχισε να τον ξεμολογά.

Δε βρήκε άλλωστε δυσκολία. Ο Γιωβάν απαντούσε σε όλα τα ρωτήματά του.

Page 25: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Πού μας είδες χθες τη νύχτα; ρώτησε ο Αποστόλης.

-Εδώ.

Έδειξε την πόρτα του στάβλου.

-Σας περίμενα, κρυμμένος εδώ, μη με δει η κυρά.

-Μας περίμενες; Ποιον περίμενες; -Το ήξερα πως πας να φέρεις καπεταναίους. Δεν είναι πρώτη φορά. -Πώς το ξέρεις; Ο Γιωβάν σήκωσε τον ώμο του. -Το ξέρω, είπε απλά.

Ο Αποστόλης έσπρωξε πίσω το καλπάκι του κι έξυσε το κεφάλι του.

Ήταν ανήσυχος.

-Άκου δω, είπε του μικρού. Αυτά τα λες και σ' άλλους;

-Σε ποιον να τα πω; ρώτησε ο Γιωβάν.

-Σα να πούμε... στο θειό σου!

Ο Γιωβάν τίναξε πίσω τους δυο του ώμους:

-Αυτός είναι κομιτατζής! είπε και μίσος κουδούνισε τη φωνή του.

-Και συ τι είσαι; ρώτησε ο Αποστόλης.

Ο Γιωβάν σήκωσε τα μεγάλα μαύρα μάτια του στον άλλο αντίκρυ του, μα δε μίλησε.

Διστακτικά είπε ο Αποστόλης:

-Αυτά... που είδες χθες τη νύχτα... δε θα τα πεις;

-Όχι!

-Σε κανένα;

-Δεν ξέρω κανένα.

-Φιλάς σταυρό πως δε θα τα πεις;

Ο Αποστόλης είχε σηκώσει σταυρωτά τους δυο δείχτες των χεριών του.

Ο μικρός σταυροκοπήθηκε και σκύβοντας φίλησε το σταυρό που σχημάτιζαν τα δάχτυλα του μεγάλου.

Page 26: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ήταν και οι δυο συγκινημένοι.

-Άκου λοιπόν, Γιωβάν, είπε ο Αποστόλης. Θα σε βάλω να δουλέψεις μαζί μου.

-Θα κάνω ό,τι μου πεις.

-Πες μου πρώτα, πού ήσουν σήμερα και τι είδες;

-Ήμουν εδώ, στο δρόμο, στις γειτονιές. Οι καπεταναίοι κοιμούνταν. Η γριά έψηνε φαγί, σιγά μην τους ξυπνήσει. Ύστερα ξυπνήσανε. Τους στρώσανε το σουφράl και φάγανε...

-Πώς το ξέρεις;

-Τους είδα από το παράθυρο. Ανέβηκα στη στέγη, αντίκρυ.

-Πώς ανέβηκες;

-Δεν είναι δύσκολο!... Δεν έχω τσαρούχια. Σκαρφαλώνω.

Ο Αποστόλης κοίταξε τα γυμνά πόδια του μικρού. Ήταν πρησμένα από το κρύο, και παλιά αίματα είχαν ξεραθεί σε άπλυτες πληγές.

-Ήρθε κανείς; ρώτησε ο Αποστόλης.

-Ήρθαν πολλοί· όλοι οι τσορμπατζήδες!2 Ζητούσαν ειδήσεις. Ήθελαν να μάθουν για τον πόλεμο.

-Ποιον πόλεμο;

-Εκείνον που κάνουν οι καπεταναίοι που σκοτώνουν τους κομιτατζήδες. Τον λένε... τον λένε... -στάθηκε να θυμηθεί, και είπε ελληνικά, με ξενική προφορά, δυο λέξεις: «Αγώνα μας;» Και πρόσθεσε βουλγάρικα: Έτσι τον είπαν, πολλές φορές!

Σαστισμένος ρώτησε ο Αποστόλης:

-Πως τα ξέρεις όλα αυτά;

-Τ' άκουσα. Είχαν κλείσει το παράθυρο. Μπήκα στον πλαγινό οντά, κρύφθηκα και άκουσα.

Υποψιάρικα τον κοίταζε ο Αποστόλης.

-Είσαι επικίνδυνος! του είπε ξαφνικά.

Ο Γιωβάν δεν ταράχθηκε. Τα μεγάλα μαύρα μάτια του, συλλογή γεμάτα και απορία, ήταν στυλωμένα στο πρόσωπο του μεγαλύτερού του. Μα δεν αποκρίθηκε.

Τον ρώτησε ο Αποστόλης:

Page 27: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Γιατί στάθηκες και τα είδες και τ' άκουσες όλα αυτά;

Του αποκρίθηκε ο μικρός:

-Για να σου τα πω. Ησουν κουρασμένος και κοιμούσουν. Είπα πως θα θέλεις να ξέρεις. Και κοίταξα και άκουσα.

Αυθόρμητα άπλωσε ο Αποστόλης το χέρι του και αγκάλιασε τους λιγνούς ώμους του μικρού. Τα μάτια του Γιωβάν πλημμύρισαν δάκρυα. Έσκυψε πλάγια και φίλησε το χέρι του μεγάλου, που ακουμπούσε στον ώμο του.

-Άκου, Γιωβάν, είπε ο Αποστόλης· θα σου δώσω δουλειά... Θα κάνεις ό,τι σου πω - τ' ακούς;

Ο μικρός έγνεψε καταφατικά, κουνώντας δεξιά και αριστερά το κεφάλι.

-Λοιπόν πήγαινε πίσω... Πήγαινε στη στάνη του θειού σου. Θα φας ξύλο - σε πειράζει;

Ο Γιωβάν έγνεψε «όχι».

- Πες του... πες του πως έχασες το δρόμο σου... Πες

πως κοιμήθηχες στου γείτονα...

Ο Γιωβάν σήκωσε πάλι τον ένα του ώμο.

-Τι θέλεις να του πω; ρώτησε.

-Αυτουνού τίποτα. Απ' αυτόν να μάθεις.

-Τι να μάθω;

-Κατάφερε να μάθεις πού είναι ο κομιτατζής o Αποστόλ Πέτκωφ. Μάθε αν είναι στον Βάλτο... Τον ξέρεις τον Βάλτο; Αν σου πω, ξέρεις πού να 'ρθεις να με βρεις;

-Ξέρω!

-Έχεις ξαναπάγει;

-Πολλές φορές!

Ξαφνισμένος ρώτησε ο Αποστόλης:

-Τι πήγες να κάνεις;

-Μ' έχει στείλει δυο φορές ο 'Αγγελ Πέιο... Κι εγώ βρήκα και την καλύβα του καπετάν Ματαπά.l

Page 28: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Τι λες; αναφώνησε ο Αποστόλης. Και το είπες του θειού σου;

Μίσος πάλι γέμισε τα μάτια του Γιωβάν. Περιφρονητικά πέταξε έξω τα χείλια του.

-Όχι! είπε. Μα θα σου τη δείξω σένα, αν θέλεις.

-Να μου τη δείξεις. Μα πες μου: ξέρεις μια σκάλα που τη λεν Τσέκρι;

-Ξέρω!

-Ξέρεις να κάνεις το λύκο; Πώς φωνάζει;

-Ναί. Ξέρω!

-Λοιπόν πήγαινε στο θειό σου. Κάνε τις δουλειές του, βόσκε τα πρόβατά του. Μα μάθε πού κρύβεται o Αποστόλ Πέτκωφ κι έλα στο Τσέκρι, κάνε το λύκο και θά 'ρθω να σε βρω.

-Θά 'ρθω!

-Φύγε τώρα. Σε λίγο θα φύγουμε κι εμείς.

-Στο καλό, Αποστόλη.

-Στο καλό, Γιωβάν.

Και τα δυο παιδιά χωρίστηκαν. Ο μικρός βγήκε κρυφά, ξεγλιστρώντας πλάγι στον τοίχο. Ο μεγάλος, συλλογισμένος, μπήκε στο σπίτι και χώθηκε σε μια γωνιά της σάλας, απαρατήρητος.

Ο γερο-Θανάσης διηγούνταν ιστορίες της ζωής του και οι καπεταναίοι άκουαν. Λίγο παράμερα, συγυρίζοντας πιάτα και ποτήρια σ' ένα ντολάπι με ράφια, η κερα-Θανάσαινα αργοκουνούσε το κεφάλι της και κάθε λίγο σταυροκοπιούνταν.

Κι έλεγε ο γερο-Θανάσης:

-Φανταστείτε μας, εμάς τους ορθοδόξους, τους Έλληνες, να λιώνομε τα πόδια μας για να φτιάνομε δρόμους, να περάσει, λέει, το τούρκικο πυροβολικό, να χτυπήσει, λέει, ποιούς; Τον Ελληνικό Στρατό!

-Μα εσύ δεν ήσουνα πια νιος, κυρ Θανάση, στα '97. Πώς σ' αγγαρέψανε οι Τούρκοι; ρώτησε ένας από τους άντρες.

-Ναι,κοιτάζανε αυτοί νέους και γέρους! Δεν τους ξέρεις εσύ, που 'σαι από την Κρήτη; αποκρίθηκε o γερο-Θανάσης. Αυτοί εργάτες θέλανε. Και σαν δεν πήγαινε αρκετά

Page 29: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

γρήγορα η δουλειά, δος του κοπανιές στη ράχη! Και ύστερα, σαν ήρθε η καταστροφή, σαν υποχωρούσε ο στρατός μας κι εμείς οι Έλληνες τ' ακούαμε - τι απελπισία! Τι καημός!

- Πες στους άρχοντες πως μια φορά σου σπάσανε το κεφάλι γιατί έγνεψες να νερώσουν τη λάσπη!... τόλμησε να πει η κερά-Θανάσαινα απο τα βάθη της ντολάπας της.

Μα ο γέρος τής έκοψε τη φορά:

-Δεν τους νοιάζει τους καπεταναίους· κοίταζε συ τη δουλειά σου, της είπε χωρίς θυμό, μα με τρόπο που δε σήκωνε αντίρρηση... Ναι! Μας σκοτίζουν τώρα σπασμένα κεφάλια! Τώρα κοιτάμε ποιος θα φάγει ποιον!

Και γυρνώντας στον καπετάν Νικηφόρο, ρώτησε:

-Ξέρεις κανέναν από τους καπεταναίους του Βάλτου;

-Όχι... Εγώ είχα άλλη δουλειά... Είμαι στο ναυτικό, αποκρίθηκε επιφυλακτικά ο Νικηφόρος.

-Δούλεψες δηλαδή για τον αγώνα μας;

-Όχι. Εγώ ήμουν στο πολεμικό ναυτικό. Μα έμαθα πόση ανάγκη είχε η Μακεδονία από βοήθεια και ήλθα... Πρώτη φορά αναλαμβάνω αγώνα... Μα εσύ τους ξέρεις;

-Τους ξέρω. Όλοι πέρασαν απο δω. Ο καπετάν Πετρίλιος,4 ο καπετάν Καψάλης,5 ο καπετάν Καβοντόρος,6 ο καπετάν Κλάπας...7 Όλοι κοιμήθηκαν εδώ, σαν πήγαν και σα φύγαν... Μόνος ο καπετάν Καψάλης, o κακομοίρης, αυτός δε γύρισε. Αυτόν τον σκοτώσανε οι Βούλγαροι, στον Βάλτο μέσα. Παλικάρια όλοι! Αυτός o καπετάν Καψάλης πιάστηκε μαζί τους..., τον σκοτώσανε στη συμπλοκή.

-Εσένα; Πώς σε ήξεραν αυτοί; ρώτησε ο καπετάν Κάλας.

-Εμένα;... πέταξε ο γέρος το χέρι του και το κατέβασε στο μερί του, ξεσπάζοντας στα γέλια. Εμένα, πώς με ξέρανε, το γερο-Θανάση; Αμ εγώ είμαι από τους πρώτους που ορκίστηκαν στον Αγώνα! Αμ, πριν ακόμα σκοτώσουν τον καπετάν Ζέζα,8 με είχε μυήσει εμένα το Ελληνικό Κομιτάτο. Και πολλές φορές πήγα στη Θεσσαλονίκη και είδα το Δεσπότη.

Έκλεισε το ένα του μάτι κι έγνεψε κατά την ανατολή.

-Τον ξέρετε σεις το Δεσπότη; ρώτησε πονηρά τους αρχηγούς.

-Τον ξέρω, αποκρίθηκε ο καπετάν Νικηφόρος. Πριν έλθω εδώ, πέρασα απο τη Θεσσαλονίκη.

Ο καπετάν Νικηφόρος σηκώθηκε.

Page 30: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Και τι σου είπε ο Δεσπότης; ρώτησε ο γερο-Θανάσης.

-Όλοι μας απ' αυτόν παίρνομε τις διαταγές μας, είπε καλόβουλα, μα δεν κάνει να τις ματαλέμε.

Έριξε γύρω μια ματιά:

-Δεν είναι ώρα να ξεκινήσομε; ρώτησε. Πού είναι o Αποστόλης;

-Εδώ είμαι, Καπετάνιε! αποκρίθηκε ο οδηγός, βγαίνοντας από τη γωνιά του. Καλό είναι να ετοιμαστείτε. Βασίλεψε ο ήλιος, από δω και μιάμιση ώρα. Πριν από μισή ώρα όμως δεν πρέπει να ξεκινήσομε.

-Γιατί; Νύχτωσε πια.

-Ναι, μα μπορεί να λάχει να βρίσκεται ακόμα κανένας Τούρκος στα σοκάκια. Σαν βγούμε, θα βγούμε στα σίγουρα.

Χαμογέλασαν οι αρχηγοί για το αποφασιστικό ύφος του αγοριού. Τους είδε ο γερο-Θανάσης και μάντεψε κάποιο δισταγμό πίσω από το χαμόγελό τους. Τους έκανε νόημα να μη βιαστούν.

-Μπορείτε να πιστέψετε ό,τι σας λέει ο Αποστόλης, τους είπε καθησυχαστικά. Το δρόμο του Βάλτου δεν τον ξέρει κανένας σαν τον Αποστόλη. Έχετε πίστη σ' αυτόν, κι έννοια σας, Καπεταναίοι μου.

Η νύχτα ήταν σκοτεινή, και φυσούσε δυνατός βαρδάρης. Μπροστά, υπερήφανος, προπορεύουνταν ο Αποστόλης, μ' ένα βραχύκαννο μάνλιχερ στο χέρι και σταυρωτές φυσιγγιοθήκες στο στήθος· και ύστερα, ο ένας πίσω από τον άλλο, πήγαιναν οι αρχηγοί και οι άντρες, σειρά μακριά από σκιές που πορεύουνταν σιωπηλά.

Ο Αποστόλης οδηγούσε. Πήγαινε στα σίγουρα, πατώντας σιγανά, χωρίς κρότο, αποφεύγοντας τα κατοικημένα μέρη και τις κισλάδες,9 όπου προπάντων Αλβανοί, εχθρικά διατεθειμένοι για τους Έλληνες, έβοσκαν τα πρόβατά τους.

Έτσι προχώρησαν για ώρες.

Έξαφνα, σήκωσε ο Αποστόλης το χέρι, σταμάτησε o Νικηφόρος επίσης ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος, κι έτσι ώς το τέλος της γραμμής.

-Περνά εδώ ο σιδερόδρομος, μουρμούρισε ο Αποστόλης στο αφτί του Νικηφόρου. Δώστε μου ένα από τα παιδιά σας, να πάμε να δούμε μη φυλάγει καραούλι τούρκικο. Εσείς κρυφθείτε, ξαπλωθείτε. Θα σας βρω πάλι εδώ.

Page 31: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σαν γάτα, πότε στα τέσσερα, πότε σερνόμενος στην κοιλιά, προχωρούσε τώρα μόνος ο Αποστόλης, και πίσω του, σε μικρή απόσταση, με τις ίδιες κινήσεις, ακολουθούσε ένας από τους άντρες που του είχε δώσει o καπετάν Νικηφόρος.

Σε λίγο τον σταμάτησε κι εκείνον ο Αποστόλης.

-Περίμενε και φύλαγε, του είπε. Πάω μόνος ώς εκεί.

Ήταν αλήθεια επιτήδειος ο Αποστόλης. Σβέλτος και λαφρύς προχωρούσε στο σκοτάδι, μια σκιά, ένα με το χώμα, κι έφθασε στα σίδερα της γραμμής. Σαν τη γάτα προχωρούσε και σαν τη γάτα έβλεπε, διασχίζοντας το σκοτάδι με τα διαπεραστικά του μάτια, που έβλεπαν τη νύχτα όπως και τη μέρα, πάνω κάτω στη γραμμή, όπου μπορούσε να φαίνεται ανθρώπινη μορφή.

Τίποτα. Κανένας... Μοναξιά παντού...

Πήδηξε στα πόδια του και γύρισε τρεχάτος.

-Ελεύθερα! Γρήγορα! Περνούμε!...

Και πέρασαν... Σκυφτή, σιγανά, ολόκληρη η ανθρώπινη αλυσίδα προχώρησε, διασταύρωσε τη σιδερένια γραμμή, πέρασε τον πρώτο σκόπελο.

-Θα περάσομε αλάργα από το Πλατύ, είπε ψιθυριστά στον Νικηφόρο ο Αποστόλης. Μα εκεί έχομε τη γέφυρα του Καρά-Αζμάκ.10 Και πάλι θα πάγω μπροστά, να δω μην είναι στρατός τούρκικος.

-Δεν έχει άλλο δρόμο; ρώτησε ο καπετάν Νικηφόρος.

-Δεν έχει, Καπετάνιε μου. Έξω από το στενούρι όπου πατούμε, είναι όλο βάλτος, λάσπη, νερά. Από τη γέφυρα θα περάσομε. Μα θα τα καταφέρομε, έννοια σου!

Και τα κατάφερε.

Ο Λουδίας, που βγαίνει από τη Λίμνη των Γιαννιτσών και χύνεται στη θάλασσα, στον Θερμαϊκό, δεν έχει παρά δύο γέφυρες: μια όπου περνά ο σιδερόδρομος και μια του αμαξωτού δρόμου, που από τη Θεσσαλονίκη πάγει στη Βέρροια.

Αυτή τη δεύτερη προτίμησε ο Αποστόλης, γέφυρα πιο αφύλαχτη και που τους έβγαζε πιο κοντά στη λίμνη των Γιαννιτσών.

Με τις ίδιες προφυλάξεις που είχε πάρει για να περάσει τη σιδεροδρομική γραμμή, ξαναπήγε μπρος o Αποστόλης, κατασκόπευσε τα τριγυρινά, και αφού βεβαιώθηκε πως άνθρωπος δε βρίσκουνταν κοντά, πέρασε τα σώματα των δυο καπεταναίων από τον τελευταίο αυτόν σκόπελο και τους έβγαλε όλους, γερούς και ασφαλισμένους, κοντά πια στη Λίμνη.

Page 32: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Το Βάλτο τον σκέπαζε πυκνή καταχνιά. Ο αέρας ήταν βαρύς από αναθυμιάσεις και αποφορά σαπισμένων χόρτων. Το χώμα υγρό, λασπιασμένο, κολλούσε στα πόδια. Η υγρασία και το κρύο έπιανε στα κόκαλα.

Οι άντρες προχωρούσαν αργά, κάπως αποθαρρημένοι. Φυτά χαμηλά και καλαμιές τους έκοβαν το δρόμο. Οι αρχηγοί σώπαιναν και πήγαιναν σφίγγοντας τα δόντια τους. Αυτή ήταν λοιπόν η λίμνη των Γιαννιτσών; Αυτός ο υγρός και σκοτεινός βάλτος, όπου θα κατοικούσαν, αμφίβια και αυτοί, για μέρες, κι εβδομάδες, και μήνες... ίσως και να πέθαιναν εκεί μέσα;

Λυγερός και λαφροπάτητος ξεγλιστρούσε ο Αποστόλης μέσα σε φυτά και καλαμιές, πατώντας όπου ήταν μια σπιθαμή ξερή και τον ακολουθούσαν οι άντρες, σιωπηλοί και σκυθρωποί.

Σκιές σηκώθηκαν μπροστά τους, ξεχώρισαν στο λυκόφως της αυγής. Ήταν αντάρτες, από τα Ελληνικά σώματα τα κλεισμένα στη Λίμνη. Ειδοποιημένοι είχαν βγει να παραλάβουν τους νεοφερμένους και να τους οδηγήσουν στην πιο κοντινή σκάλα του Βάλτου.

Χαρούμενοι άπλωναν κι έσφιγγαν χέρια, αντάλλαζαν καλωσορίσματα, πρόσφερναν να ξεφορτώσουν τους κουρασμένους άντρες.

Τους κοίταζαν οι αρχηγοί αμίλητοι. Αυτοί ήταν oι πολεμιστές του Βάλτου; Αυτές οι ισχνές, κιτρινιάρικες ανθρώπινες σκιές; Με αυτούς θα πολεμούσαν τους Βουλγάρους; Έτσι θα γίνουνταν σε λίγο και αυτοί;

Ο Αποστόλης είχε πιάσει κιόλα κουβέντα μ' έναν από τους άντρες.

-Δεν ήλθε ο καπετάν Μανόλης ο Κατσαρός;... Γιατί;

-Δεν είναι δω. Πήγε στο Ράμελ.

-Τι πήγε να κάνει; Έπρεπε να 'ναι δω!

-Πήγε για ανάκριση. Μα θα σας πάμε μεις. Μας περιμένουν παιδιά με τις πλάβες μας,11 στη σκάλα της Κρυφής.

Πηγαίνοντας, ρωτούσαν οι αρχηγοί, ζητούσαν πληροφορίες. Έγινε κανένα έγκλημα αυτές τις μέρες;

-Για έγκλημα τώρα ρωτάτε, Καπεταναίοι μου;... έκανε γελαστά ο αντάρτης που φαίνονταν να διευθύνει τους άλλους, ένας ψηλός χλωμός τριαντάρης, λιωμένος από τους πυρετούς του Βάλτου... Αμ κάθε μέρα έχομε τέτοια! Γι' αυτό είμαστε δω.

Page 33: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Εσύ από πού είσαι; ρώτησε ο καπετάν Νικηφόρος. Πως σε λεν;

-Με λεν Βλαντή Παναγιώτη, και είμαι από τη Ρούμελη.

-Πώς έγινες έτσι; Φαίνεσαι γερό σκαρί. Αρρώστησες εδώ;

Ο Παναγιώτης χαμογέλασε.

-Ε, όλοι μας όσοι περάσαμε εδώ το καλοκαίρι, πάθαμε. Μας τινάζουν κάθε λίγο οι θέρμες. Κουνούπια, βλέπεις, μπόλικα, Καπετάνιε μου. Εσείς όμως έρχεστε σε καλή ώρα. Το χειμώνα δεν πιάνεις πυρετούς, χαμογέλασε εγκαρδιωτικά. Θα δεις! Θα βολευθείτε, μισοί εδώ, μισοί εκεί... Θα ξεπαστρέψουμε τους Βουλγάρους.

Είχαν φθάσει στη σκάλα της Κρυφής.

Οι σκάλες αυτές ήταν κρυφοί κολπίσκοι, ανοιγμένοι ανάμεσα στους πυκνούς καλαμιώνες της ακρολιμνιάς, με βυθό ανηφορικό προς την όχθη. Οι πλάβες ανέβαιναν την κλίση με την πλώρη εμπρός - οι μισές έξω στο χώμα, έτσι που να μπαινοβγαίνουν οι άντρες στα στεγνά. Χωρίς τα μυστικά αυτά ανοίγματα, τα μονόξυλα μπορούσαν να ταλαιπωρούνται για ώρες ανάμεσα στα πυκνά καλάμια, χωρίς να βρίσκουν την ακρολιμνιά. Η σκάλα της Κρυφής ήταν στο μέρος ακριβώς που βγαίνει o Λουδίας από τη Λίμνη.

Εκεί βρήκαν τις πλάβες, μονόξυλες βάρκες πλατιές από κάτω, για να κυκλοφορούν στα πιο ρηχά νερά, ανάμεσα στα καλάμια και άλλα νερόφυτα. Η καθεμιά είχε απο ένα ή δυο «πλατσιά» -κουπιά χωρίς σκαρμούς.

Το πίσω πλατσί, που χρησίμευε για τιμόνι, αρκούσε και για να σπρώχνει την πλάβα στα ρηχά νερά, όπου μπήγουνταν σαν κοντάρι στον πάτο.

Αχαμνές, χλωμές σκιές ανθρώπινες τους περίμεναν κι εκεί, με βαθουλωμένα μάτια, μα με το χαμόγελο στο στόμα.

-Καλώς μας ήλθατε! Μείναμε πια λίγοι - χρειαζόμασταν ενίσχυση. Οι θέρμες, βλέπετε, μας μαράζωσαν με τις ζέστες!...

Ο καθένας προθυμοποιούνταν να καλοδεχθεί, να περιποιηθεί, να ξεφορτώσει το νεοφερμένο, να κουβαλήσει όπλα και πολεμοφόδια στις βάρκες.

Μελαγχολικά τους ακολούθησαν οι άλλοι και όλοι μαζί, παλιοί και καινούριοι πολεμιστές, στοιβάχθηκαν σε είκοσι εικοσιπέντε πλάβες και μακριά σειρά ανέβηκαν το ρεύμα του Λουδία, που ξεχώριζε στ' ακίνητα νερά της Λίμνης και άνοιγε δρόμο πλωτό ανάμεσα στους πυκνούς καλαμιώνες.

Page 34: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Και όλοι μαζί τράβηξαν για την Κρυφή, την καλύβα την κρυμμένη ανάμεσα στα ψηλά καλάμια, όπου υπερήφανη κυμάτιζε η κυανόλευκη.

________________

Σημ. 2ου κεφ.

1. Σουφρά: Τραπέζι. 2. Τσορμπατζήδες: Προύχοντες, 3. Ματαπάς: Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού Μιχαήλ Αναγνωστάκος. Αρχηγός Σώματος Λαγκαδά, από Απρίλιο ώς Αύγουστο 1905. Καλόγερος 'Οσιανης με ψευδώνυμο Παπα-Χρήστος, από Σεπτέμβριο 1905 ώς Ιανουάριο 1906. Υπαρχηγός στη Λίμνη Γιαννιτσών με ψευδώνυμο Ματαπάς, από Ιανουάριο ώς Ιούλιο 1906. Και Αρχηγός Σώματος Ολύμπου, από Οκτώβριο 1906 ως Σεπτέμβριο 1907. 4. Πετρίλος: Υπολοχαγός Πεζικού Κωνσταντίνος Μπουκουβάλας. 5. Καψάλης: Ανθυπολοχαγός Χρήστος Μπραντούνας. Σκοτώθηκε την 21 Απριλίου 1906. 6. Καβοντόρος: Ανθυπολοχαγός Πεζικού Σταύρος Ρήγας. 7. Κλάπας: Ανθυπολοχαγός Πεζικού Γεώργιος Μακρόπουλος. 8. Καπετάν Ζέζας: Παύλος Μελάς. 9. Κισλάδες: Βοσκές. 10. Καρά-Αζμάκ: Ποταμός Λουδίας. 11. Πλάβες: Λέγουνταν οι βάρχες της Λίμνης των Γιαννιτσών, μονόξυλα κατραμωμένα, με πλατιές καρένες, ρηχά και ασταθή. Εύκολα αναποδογύριζαν.

Page 35: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

3. Η λίμνη των Γιαννιτσών

Η ΛΙΜΝΗ των Γιαννιτσών ήταν τέλειο κρυσφύγετο για κάθε καταδιωγμένο, αντάρτη, ανυπότακτο, κατατρεγμένο, δραπέτη ή ληστή. Λίμνη μεγάλη, ξεχειλισμένη το χειμώνα σαν κατέβαιναν τα νερά απο τα βουνά Βέρμιο, Νίτσε και Πάικο, βάλτος το καλοκαίρι που στέρευαν τα ποτάμια. Σκεπασμένη από πυκνή πράσινη φυτεία το καλοκαίρι, δάσος από ξερά καλάμια το χειμώνα, κλεισμένη πυχνοφυτεμένη, απρόσιτη, σχεδόν απόρθητη.

Τούρκικος στρατός ποτέ δεν είχε μπει στη λίμνη, που ήταν γνωστή ως καταφύγιο ληστών. Όταν, με την πρόφαση να ελευθερώσουν τους Μακεδόνες απο τον τουρκικό ζυγό, οι Βούλγαροι άρχισαν τον κατατρεγμό κάθε ελληνικού στοιχείου, με απόφαση να υπερισχύσουν, να επαναστατήσουν εναντίον των Τούρκων, και μ' αιφνιδιασμό να κάνουν βουλγάρικη την ελληνική Μακεδονία, όπως το είχαν επιτύχει λίγα χρόνια πρωτύτερα με την ελληνικότατη Ανατολική Ρωμυλία, οι κομιτατζήδες, κυνηγημένοι από τους Τούρκους, κρύφθηκαν στη Λίμνη. Εκεί κατέλαβαν ψαράδικες καλύβες, χτισμένες απο καλάμια και στημένες μες τα νερά, έβγαιναν τη νύχτα, κρύβουνταν μέσα τη μέρα και τρομοκρατούσαν με τα εγκλήματά τους τα ελληνικά χωριά της περιφέρειας και τους πληθυσμούς που έμεναν πιστοί στο Πατριαρχείο και στον Ελληνισμό.

Ήταν ένα κράμα όλων των βαλκανικών εθνικοτήτων τότε η Μακεδονία. Έλληνες, Βούλγαροι, Ρουμούνοι, Σέρβοι, Αλβανοί, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, ζούσαν φύρδην μίγδην κάτω από το βαρύ ζυγό των Τούρκων.

Η γλώσσα τους ήταν η ίδια, μακεδονίτικη, ένα κράμα και αυτή από σλαβικά κι ελληνικά, ανακατωμένα με λέξεις τούρκικες.

Όπως και στα βυζαντινά χρόνια, οι πληθυσμοί ήταν ανακατωμένοι τόσο, που δύσκολα χώριζες Έλληνα από Βούλγαρο - τις δυο φυλές που κυριαρχούσαν. Εθνική συνείδηση είχαν τη μακεδονική μονάχα. Όταν όμως οι Βούλγαροι κήρυξαν την εκκλησιαστική τους ανεξαρτησία, και ανεγνωρίστηκε στην Κωνσταντινούπολη αρχηγός της βουλγάρικης εκκλησίας ο Έξαρχος αντί του Πατριάρχη, και όταν η Σύνοδος του 1872 κήρυξε σχισματικούς τους Βουλγάρους, χωρίστηκε η Μακεδονία σε Πατριαρχικούς Έλληνες κι Εξαρχικούς Βουλγάρους, χωρίστηκαν και οι συντοπίτες, οι συγχωρίτες ακόμα και οι οικογένειες.

Οι Βούλγαροι, πιο άγριοι και απολίτιστοι, οργάνωσαν κι έστειλαν συμμορίες με στρατιωτικούς αρχηγούς από τη Βουλγαρία. Και με την πρόφαση να ελευθερώσουν τη Μακεδονία από τους Τούρκους, τρομοκρατούσαν κάθε μη Εξαρχικό, έσφαζαν, βασάνιζαν, έκαιαν, κατέστρεφαν, και η τρομοκρατία αυτή επιβάλλουνταν στα χωριά, που από τη μια μέρα στην άλλη γύριζαν από Πατριαρχικά και γίνουνταν Εξαρχικά για να γλιτώσουν.

Page 36: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Οι Τούρκοι αδιαφορούσαν για το αλληλοφάγωμα των Χριστιανών, όχι όμως και για το επαναστατικό κήρυγμα των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Φεύγοντας εμπρός στον τούρκικο στρατό, τα συγκροτημένα βουλγάρικα σώματα κατέφευγαν στους απόρθητους καλαμιώνες του Βάλτου. Και η Λίμνη των Γιαννιτσών είχε γίνει φωλιά κομιτατζήδων.

Μερικά ελληνικά σώματα είχαν κατορθώσει να μπουν στη Λίμνη και να εγκατασταθούν και αυτά σε σκόρπιες καλύβες. Ήταν όμως ασήμαντα, χωρίς δύναμη. Επίσης, Έλληνες καπεταναίοι είχαν ζητήσει πολλές φορές να προστατεύσουν τα ελληνικά χωριά της περιφέρειας από τις κομιτατζήδικες επιδρομές, μα πάντα χωρίς αποτέλεσμα. Γιατί εκτός από τη δυτική όχθη της Λίμνης, που είχε δάση και που την κατείχαν οι Βούλγαροι, όλη η άλλη περιφέρεια έξω από τη Λίμνη ήταν κάμπος ανοιχτός, ακατάλληλος να κρυφθεί σώμα ανταρτικό.

Με λύσσα αλληλοσπαράζουνταν Έλληνες και Βούλγαροι, ποιος να εκτοπίσει τον άλλο από το τουρκοκρατημένο έδαφος, όπου έπρεπε ν' αλληλοπολεμούνται και συνάμα να φυλάγονται από τον κοινό εχθρό, τον τακτικό στρατό του Τούρκου, που αμείλικτα κατεδίωκε τ' ανταρτικά σώματα, είτε Έλληνες ήταν είτε Βούλγαροι.

Όποιος λοιπόν κατείχε τη Λίμνη των Γιαννιτσών, τον απόρθητο αυτόν κρυψώνα, ήταν κύριος της καταστάσεως. Και όποιος ήθελε απέξω ν' αμυνθεί, ήταν καταδικασμένος εκ των προτέρων σ' αποτυχία.

Έτσι, λίγον καιρό πρωτύτερα, ένα σώμα ελληνικό, του καπετάν Γιωργάκη, καταστράφηκε ολόκληρο στο Πέτροβο, ελληνικότατο χωριό, βόρεια της Λίμνης, στην κοιλάδα του Αξιού. Ήταν οπλαρχηγός Μακεδόνας, γενναίο παλικάρι, ο καπετάν Γιωργάκης και γνώριζε καλά την περιφέρεια. Μα τον πρόδωσαν χωρικοί Βούλγαροι, και πήγε ο τούρκικος στρατός, τον περικύκλωσε στο Πέτροβο, κατέστρεψε ολόκληρο το σώμα του, τον σκότωσε και αυτόν και τιμώρησε το χωριό που τον είχε φιλοξενήσει, ρίχνοντας όλους τους προεστούς στα μπουντρούμια των τούρκικων φυλακών.

Πριν από τη θεομηνία της βουλγάρικης δράσεως, που ξεχαλίνωσε τα ελληνοβουλγαρικά μίση, η Λίμνη ήταν αρκετά κατοικημένη, όχι μόνιμα, αλλ' από χωρικούς, που από τα περίχωρα έμπαιναν στα νερά της για ψαρική, κυνήγι ή και για να κόψουν καλάμια και ιδίως ραγάζι, ένα χόρτο που φύτρωνε στον Βάλτο και με το οποίο σκέπαζαν τις στέγες των σπιτιών, γέμιζαν τα σαμάρια, έπλεκαν ψάθες για το πάτωμα, καλάθια και άλλα. Επίσης, η Λίμνη έβριθε από βδέλλες, και οι χωρικοί τις πουλούσαν στο εξωτερικό, προπάντων στην Αυστρία, που προμηθεύουνταν μεγάλες ποσότητες από κει.

Η βλάστηση της Λίμνης ήταν πλουσιότατη. Θάμνοι διάφοροι φούντωναν κατά τούφες πυκνές. Πλατόφυλλες νυμφαίες απλώνουνταν, φούντωναν άφθονες όπου ήταν ακίνητα τα νερά, μυστηριώδεις και σιωπηλές. Λαπατιές χοντρόφυλλες, παχιές, με μεγάλα απλωτά σκληρά φύλλα, πλάγι σε ραγάζια που ψιθύριζαν στο κάθε αεράκι, δυο μέτρα και περισσότερο πάνω από τα νερά. Και καλάμια! Καλάμια παντού, που πετάγουνταν ώς

Page 37: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

τέσσερα μέτρα ψηλά, τοίχος πράσινος το καλοκαίρι, κίτρινος και ξερός το χειμώνα, σκεπάζοντας με το σφύριγμα και το μουρμούρισμά του κάθε ύποπτο ψίθυρο.

Εδώ κι εκεί δέντρα ατροφικά, ρακίτα όπως τα 'λεγαν οι ψαράδες, βλάστιζαν αραιά και πού. Κάπου κάπου καμιά ιτιά έγερνε το πένθιμο φύλλωμά της. Ακόμα και οξιές, που στο δυτικό μέρος της Λίμνης δάσωναν την ακρολιμνιά, ασφάλιζαν στους κομιτατζήδες που την είχαν καταλάβει άσυλο και βέβαιη ατιμωρησιά.

Επίσης, από ζωή έβριθε η Λίμνη. Ψάρια και χέλια, βατράχια και νερόφιδα κατά μυριάδες στα νερά της! Νερόκοτες (κουκλικές, όπως τις λένε οι ντόπιοι), αγριόπαπιες, αγριόχηνες και άλλα πουλερικά, αγρίμια, αλεπούδες, κουνάβια, αγριόχοιροι, ακόμα και λύκοι που κατέβαιναν ως εκεί το χειμώνα, γέμιζαν τη Λίμνη ψίθυρα, κακαρίσματα, πιπίσματα, τσιρίγματα, ουρλιάσματα, σουσουρίσματα, μουρμούρες, κρότους γνωστούς και άγνωστους, που πολλαπλασιάζουνταν στα σιωπηλά νερά της, της έδιναν όψη μυστηριώδικη και φαντασμαγορική.

Εδώ κι εκεί, στα βαθιά νερά, στην καθαυτό Λίμνη των Γιαννιτσών, σχηματίζουνταν πλατείες ανοιχτές, χωρίς καλάμια και ραγάζι και τούφες. Εκεί κούρνιαζαν τη νύχτα τα νεροπούλια και ξανάφευγαν κάθε πρωί για τα χωράφια γύρω στη Λίμνη, όπου έβρισκαν τροφή. Εκτός από τα βαθιά αυτά νερά, όπου φυτό δεν ανέβαινε στην επιφάνεια, παντού αλλού βλάστηση και ζωή.

Στην πυκνοκαλαμιά αυτή, ο Λουδίας, κυλώντας τα νερά του, άνοιγε δυο δρόμους φυσικούς, πέντε έξι μέτρα φάρδος ο καθένας.

Επίσης, σχηματίζουνταν και μερικά φυσικά δρομάκια, απο μικρές διακλαδώσεις του Λουδία, που τις λέγανε οι χωρικοί «μάνες του νερού». Οι μάνες αυτές, με το ρεύμα τους, σχημάτιζαν πλωτά περάσματα όπου χώνουνταν η πλάβα. Αλλά δεν ήταν αρκετά ορμητικό το ρεύμα τους ώστε να εμποδίζει τα καλάμια να παρουσιάζονται κάπου κάπου.

Παντού αλλού, και για να επικοινωνούν οι ψαράδες μεταξύ τους και με τις ακρολιμνιές, αναγκάζουνταν ν' ανοίγουν «μονοπάτια» ενός περίπου μέτρου, δηλαδή να κόβουν τα καλάμια όσο μπορούσαν βαθύτερα στο νερό, για να περνούν οι πλάβες τους. Μα τέτοια δύναμη είχε η βλάστηση της Λίμνης, που και αυτά τα μονοπάτια, «αν δεν τα εργάζουνταν», όπως έλεγαν οι χωρικοί της, δηλαδή αν δεν εξακολουθούσαν να κόβουν βαθιά μες στο νερό τα καλάμια, σε λίγο έσβηναν και αυτά, σκεπάζουνταν και πάλι με χόρτα, καλάμια και φύλλα, και τα ίχνη τους χάνουνταν.

Τη Λίμνη λοιπόν, με τα ζωντανά της και τη φυτεία της, την εκμεταλλεύουνταν οι χωρικοί της περιφέρειας. Από τότε όμως που κατόρθωσαν να μπουν στον Βάλτο τα μικρά ελληνικά σώματα, οι συχνές συγκρούσεις με τους Βουλγάρους, το τουφεκίδι, οι αγριότητες των Βουλγάρων, που σκότωναν όπου υποψιάζουνταν συμπάθεια προς τους Έλληνες, φόβησαν τους χωρικούς, που ένας ένας εγκατέλειψε την καλύβα του και τη Λίμνη. Κι έτσι έμεινε η δασωμένη δυτική της μεριά στους Βουλγάρους, και η ξεγυμνωμένη, η εκτεθειμένη ανατολική, στους Έλληνες.

Page 38: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Οι κομιτατζήδες ωστόσο, από τη Λίμνη όπου ήταν κύριοι ισχυροί, τρομοκρατούσαν ελεύθερα τον τόπο. Στην περιφέρεια των Γιαννιτσών ήταν και φανατικά ελληνικά χωριά, και βουλγάρικα φανατικά· επίσης και ανακατωμένα. Αλλά κανένας δεν είχε τη δύναμη να εμποδίσει τα βουλγάρικα εγκλήματα, που πολλαπλασιάζουνταν ολοένα.

Τότε αποφάσισε το «Κέντρον» του Μακεδονικού Αγώνος, που έδρευε μυστικά στας Αθήνας, να ενεργήσει και να στείλει δυνατά σώματα να καταλάβουν τη Λίμνη.

Είχε μπει στη Λίμνη, λίγες μέρες νωρίτεραl o καπετάν Άγρας,2 νεώτατος ανθυπολοχαγός, μόλις βγαλμένος από τη Σχολή των Ευελπίδων. Διαμέρισμά του ήταν η Νιάουσα. Μα μόλις πήγε κει και είδε από κοντά την κατάσταση, κατάλαβε πως καμιά δουλειά αποτελεσματική δεν μπορούσε να γίνει αν δεν ξετόπιζε πρώτα τους Βουλγάρους από τη φωλιά τους. Και δε δίστασε ν' αφήσει την ευκολώτερη αποστολή του, και να χωθεί με το σώμα του από εκλεκτούς τσολιάδες στη λίμνη των Γιαννιτσών.

Δεκαπέντε μέρες αργότερα έφθανε ο καπετάν Κάλας υπολοχαγός πεζικού και ο καπετάν Νικηφόρος, νεώτατος και αυτός αξιωματικός του ναυτικού. Πρώτη φορά τώρα έπαιρνε ο Νικηφόρος αρχηγία σώματος στην ξηρά.

Ο καπετάν Κάλας, που ήταν γενικός αρχηγός της αποστολής, εγκαταστάθηχε με το σώμα του στην καλύβα Κρυφή, νοτιοανατολικά της Λίμνης, και δυο μέρες αργότερα, τον αποχωρίστηκε ο καπετάν Νικηφόρος και πήγε στο βόρειο μέρος της Λίμνης, σε άλλη καλύβα, το Τσέκρι.

Οι καλύβες αυτές, χτισμένες με καλάμια και ξύλα κακής ποιότητος, των δέντρων της Λίμνης, δε διέφεραν πολύ από κείνες των αγρίων της Πολυνησίας. Ένας σκελετός από δοκάρια μπηγμένα στο βυθό, με σχήμα ορθογώνιο στενόμακρο, ήταν η βάση. Ανάμεσα στα δοκάρια, στοιβαγμένα καλάμια και ξύλα, που ακουμπούσαν στο βυθό και υψώνουνταν πάνω από τα ρηχά νερά, σχημάτιζαν το «πάτωμα». Στη μέση, ή λίγο προς τη μιαν άκρη του πατώματος, άλλα δοκάρια υψώνουνταν και γύρω τους, καλάμια πλεγμένα με ψαθί και με ραγάζι σχημάτιζαν τους τοίχους της καλύβας. Τα δοκάρια αυτά της καλύβας υποστήριζαν μια κωνική στέγη, σκεπασμένη και αυτή από καλάμια και ραγάζι, για να κυλά η βροχή και να μη πλημμυρίζει το εσωτερικό. Όπου τα νερά ήταν βαθιά, το «πάτωμα» αυτό θα έπρεπε να είναι πλωτό, δηλαδή πυκνό και λαφρύ, ώστε να επιπλέει και συνάμα αρκετά στερεό για να βαστάζει καλύβα και άντρες. Άπειροι όμως οι δικοί μας στην αρχή, ακουμπούσαν κι έχτιζαν, σαν τους ψαράδες, το πάτωμα στο βυθό.

Τις μεταχειρίζουνταν οι ψαράδες τις καλύβες αυτές για να φυλάγουν μέσα τα εργαλεία και τις τροφές τους· επίσης, και να κοιμούνται όταν έμεναν νύχτα στη Λίμνη. Γύρω σ' αυτό το πρωτόγονο στέγασμα, επεκτείνουνταν λίγο το «πάτωμα» -δηλαδή το στρώμα από στοιβαγμένα ξύλα και καλάμια, χωρίς στέγη- ανοιχτό απ' όλες τις μεριές, όπου κάθουνταν κι έπαιρναν τον αέρα τους, ή ψάρευαν, ή δούλευαν οι ψαράδες. Σ' αυτές τις τρώγλες στάθμευσαν τα δυο νεοφερμένα σώματα με τους καπεταναίους τους.

Page 39: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Στο Τσέκρι μόλις έφθασε ο καπετάν Νικηφόρος, ήλθε αμέσως σ' επαφή με τ' αγριότερα βουλγαρικά εγκλήματα.

Σ' ένα βουλγαρόφωνο χωριό της Κοιλάδας του Αξιού, βόρεια της Λίμνης, το Ράμελ, όπου από καιρό το τρομοκρατούσαν οι Βούλγαροι, ένας Πατριαρχικός ορθόδοξος, Γιωβάννης, κατόρθωσε με τον πατριωτισμό του να ξυπνήσει την ελληνική συνείδηση των χωρικών, και μεγάλο μέρος του χωριού αποσπάστηκε από το σχίσμα το Εξαρχικό και γύρισε στο Πατριαρχείο.

Μ' από κείνη την ώρα, μέρα και νύχτα, ησυχία δεν έβρισκε πια ο Γιωβάννης. Κάθε μέρα του μηνούσαν πως θα τον σκοτώσουν· κάθε λίγο λάμβανε γράμματα, υπογραμμένα «Αποστόλ Πέτκωφ», πως θα τον σφάξουν.

Ο Αποστόλ Πέτκωφ ήταν ο τρομερότερος αρχικομιτατζής, ο πανταχού παρών, ο ανακατωμένος σε όλες τις δολοφονίες. Μα κανένας δεν μπορούσε να τον πιάσει, ούτε καν να τον συναντήσει. Ήταν σάν αόρατος δαίμονας, που τον ένιωθες παντού και δεν τον έβλεπες πουθενά. Είχε καταντήσει σχεδόν μυθικό πρόσωπο, που σκορπούσε τον τρόμο ολόγυρά του.

Φοβήθηκαν οι γείτονες του Γιωβάννη και του σύστησαν να κρυφθεί. Ένας προπάντων, νέος, του είπε να φύγει. Και τόσο τον πίεσε, ώστε στο τέλος τον έπεισε. Κι ένα πρωί φόρτωσε ο Γιωβάννης την οικογένειά του σε δυο βοδάμαξες, γυναίκα, πέντε παιδιά, γέρους γονείς, κι έφυγε.

Μισή ώρα έξω από το χωριό του, τους περίμεναν οι κομιτατζήδες και τους έσφαξαν όλους. Πάνω στο σώμα του Γιωβάννη βρέθηκε πάλι καρφιτσωμένο το κλασικό γράμμα του Αποστόλ Πέτκωφ, που έλεγε πως: «Έτσι θα σφάξει όλους όσους δεν υπακούουν στις διαταγές του!»

Η προδοσία ήταν φανερή κι έπρεπε να βρεθεί o προδότης. Κάποιος από μέσα από το χωριό είχε ειδοποιήσει τους κομιτατζήδες πως φεύγει ο Γιωβάννης και πού θα τον βρουν να τον σφάξουν.

Μα ποιος είχε προδώσει, κανένας δεν ήξερε. Μεταξύ στους Έλληνες αντάρτες της Λίμνης, ήταν κι ένας Κρητικός, ο καπετάν Μανόλης ο Κατσαρός όπως τον έλεγαν γιατί είχε πολύ σγουρά μαλλιά.

Σαν άκουσε το έγκλημα κι έμαθε πως δε βρίσκουνταν ο προδότης, είπε:

- Θα τον βρω εγώ!

Και βγήκε από τον Βάλτο, και πήγε στο Ράμελ, όπου έμεινε ρωτώντας, εξετάζοντας, ανακρίνοντας.

Page 40: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σαν έφτασε στο Τσέκρι, όπου είχαν προηγηθεί μερικοί άντρες του, ο καπετάν Νικηφόρος βρήκε τη καλύβα σε αναβρασμό.

Οι άντρες, όλοι οπλισμένοι, έμπαιναν κι έβγαιναν από την καλύβα στο ξέσκεπο πάτωμα, όλοι μιλούσαν και χειρονομούσαν, μερικοί μπήκαν σε πλάβες να προαπαντήσουν τον αρχηγό, ο καθένας ήθελε πρώτος να του πει τα μαντάτα.

Μα το κάπως ψυχρό ύφος, με το οποίο ο Νικηφόρος παρακολουθούσε όλη αυτή την ανησυχία, έκοψε τη φόρα και των πιο τολμηρών, και μόνο μουρμουρίσματα ακούουνταν.

Πλεύρισε η πλάβα του αρχηγού στο καλαμένιο πάτωμα. Με το συνηθισμένο ατάραχο ύφος του ανέβηκε o Νικηφόρος, και τους άντρες, που πυκνωναν γύρω του, ρωτησε:

-Τι τρέχει παιδιά; Γιατί αυτή η φασαρία;

Λίγο παράμερα, όλος αυτιά και μάτια, άγρυπνος, περίεργος, κοίταζε και άκουε ο Αποστόλης, που την παραμονή είχε οδηγήσει στο Τσέκρι τους άντρες του Νικηφόρου.

Ένα παλικάρι, με σγουρά μαλλιά, που ξεχείλιζαν κάτω από το καλπάκι του, τον σίμωσε.

-Καλώς μας ήλθες, Καπετάνιε μου, του είπε. Είμαι ο Μανόλης ο Κρητικός. Σου 'φερα και μουσαφίρη.

Από την άλλη πλευρά άλλος του έτεινε ένα γράμμα.

-Το 'φερε ένα παιδί. Είναι απο το Γενικό Προξενείο. Είναι, λέει, για το έγκλημα. Και είναι βιαστικό.

- Ποιο έγκλημα, βρε παιδιά;

-Είναι για τον Γιωβάννη που σκότωσαν!

-Είναι για το Ράμελ!

Ο καπετάν Νικηφόρος, που ήρχουνταν από την Κρυφή και δεν είχε ακούσει τίποτα, δεν καταλάβαινε. Άνοιξε το γράμμα.

Ήταν του κυρίου Ζώη,1 από το Κέντρο Θεσσαλονίκης.

Όσο προχωρούσε στην ανάγνωση, φρίκη βαθιά ζωγραφίζουνταν στο πρόσωπό του.

-Τι τρομερό... μουρμούρισε. Τι άγριο...

Και βλέποντας τους άντρες του που τον κοίταζαν ταραγμένοι, ανυπόμονοι, τους είπε:

-Έγινε ένα φρικτό έγκλημα εδώ κοντά...

Μεμιάς ξέσπασαν δέκα φωνές, λύθηκαν οι γλώσσες:

Page 41: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Στο Ράμελ!

-Σκότωσαν τον Γιωβάννη!

-Τους σκότωσαν όλους!

-Και τους γέρους του!

-Τους πρόδωσε ο άτιμος...

- Ποιος; ρώτησε ξαφνιασμένος ο καπετάν Νικηφόρος.

Το γράμμα δεν το έλεγε.

-Αμ δε σου είπα πως σου έφερα μουσαφίρη; είπε o καπετάν Μανόλης. Πήγα, έκανα ανάκριση, και σου τον βρήκα!

- Πού είναι;... ρώτησε όλο και πιο ταραγμένος o αρχηγός.

Δέκα άντρες χώθηκαν στην καλύβα και βγήκαν σέρνοντας μαζί τους ένα νέο, πισθάγκωνα δεμένο.

-Στον έφερε ο καπετάν Μανόλης ο Κατσαρός, να τον δικάσεις εσύ, κύριε Αρχηγέ! του είπαν.

Και του διηγήθηκε ο καπετάν Μανόλης πώς πήγε στο Ράμελ, πώς εξέτασε έναν ένα τους χωρικούς, πώς τους όρκισε στο Ευαγγέλιο να του πουν την αλήθεια, πώς εξακρίβωσε ότι αυτός, ο γείτονας του Γιωβάννη, που τόσο τον έσπρωξε να φύγει, ήταν ο καταδότης του, πώς, χωρίς να του αποδείξει την ανακάλυψή του, τον κάλεσε ο Κατσαρός, με άλλους χωρικούς, στη σκάλα του Τσέκρι, τάχα να τον οδηγήσουν να βρει τους φονιάδες και πώς εκεί του αποκάλυψε την αλήθεια, τον έδεσε, τον έριξε σε μια πλάβα και τον μετέφερε, την παραμονή το βράδυ, στην καλύβα Τσέκρι.

Όσο μιλούσε ο Μανόλης, κοίταζε ο αρχηγός τον αιχμάλωτο. Ήταν τύπος Σλάβου, με μικρά πονηρά μάτια που δεν αντάμωναν ποτέ το βλέμμα του άλλου, με σκληρό άπονο στόμα και κοντό στενό μέτωπο. Ο τρόμος είχε κόψει το χρώμα του. Φοβούνταν μην τον βασανίσουν οι Έλληνες, όπως συνήθιζαν να το κάνουν οι Βούλγαροι, όταν έπιαναν κανέναν αιχμάλωτο, και το βλέμμα του αεικίνητο γύριζε δω κι εκεί, γυρεύοντας πώς να ξεφύγει.

Ο Αποστόλης δεν έχανε λέξη απ' όσα έλεγε o καπετάν Μανόλης, ούτε έβγαζε τα μάτια του από το Βούλγαρο, και ολοένα πλησίαζε τον αιχμάλωτο.

Ο καπετάν Νικηφόρος τον εξέταζε:

-Εσύ πρόδωσες τον Γιωβάννη;

Page 42: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Βούλγαρος δεν αποκρίθηκε.

-Μήπως και είχες τίποτα προηγούμενα μαζί του; ρώτησε πάλι ο Νικηφόρος.

Και, βλέποντας πως ο άλλος δεν απαντούσε, ρώτησε:

-Δεν είναι κανένας που να μιλά βουλγάρικα εδώ;

-Εγώ, είπε σηκώνοντας το χέρι, όπως στο σχολείο, ο Αποστόλης.

-Ρώτησέ τον λοιπόν: είχε τίποτα εναντίον του Γιωβάννη;... Κανένα καβγά;... Ή παράπονο;...

Ο Αποστόλης μετέφρασε. Μα ο άλλος γύρισε πάνω του ένα βλέμμα μίσος γεμάτο, και πάλι δε μίλησε.

-Ρώτησέ τον: αυτός πρόδωσε τον Γιωβάννη πως θά 'φευγε το πρωί; πρόσταξε ο καπετάν Νικηφόρος.

Πάλι μετέφρασε ο Αποστόλης, και πάλι σώπαινε o Βούλγαρος.

Του είπε ο Αποστόλης:

- Πες τι έχεις να πεις! Εδώ σε δικάζουν.

Τα χείλια του Βουλγάρου τεντώθηχαν, ξεσκέπασαν τα δόντια του, σφιγμένα τόσο που έτριζαν, και η όψη του σκλήρανε ακόμα.

-Ρώτησέ τον: γιατί δε μιλά; Χειροτερεύει τη θέση του! είπε ο καπετάν Νικηφόρος.

Πάλι μετέφρασε ο Αποστόλης, μα χωρίς αποτέλεσμα.

-Πάρτε τον μες στην καλύβα, πρόσταξε ο αρχηγός. Θα εξετάσω μάρτυρες.

-Τι τους θες τους μάρτυρες, κύριε Αρχηγέ; είπε o Κατσαρός, ενώ δυο άντρες έσερναν το Βούλγαρο πίσω στην καλύβα. Δέκα ορκίστηκαν στο Βαγγέλιο, πως κείνη τη νύχτα βγήκε κρυφά, και πήγε και πρόδωσε. Και μόνο αφού τους σκότωσαν όλους, γύρισε κείνος στο χωριό...

-Και δε βλέπεις την όψη του, κύριε Αρχηγέ; είπε o καπετάν Παντελής, ένας από τους νεοφερμένους άντρες του Νικηφόρου, ο υπαρχηγός του, ένα από τα καλύτερα παλικάρια του. Το άτιμο μούτρο του μαρτυρεί όσα δε λέγει!

Κρότος, φωνές σηκώθηκαν από την καλύβα. Και, ξαφνικά, δεμένος όπως ήτανε, πετάχθηχε έξω ο Βούλγαρος, και τρέχοντας στην άκρη του πατώματος, ρίχθηκε στο νερό.

Page 43: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ένας πυροβολισμός ακούστηκε, το πάτωμα βάφηκε αίμα και τα νερά σκέπασαν το σώμα.

Όλ' αυτά είχαν γίνει σε δυο τρία δευτερόλεπτα.

-Ποιος πυροβόλησε; φώναξε ο αρχηγός.

-Εγώ, Αρχηγέ μου! αποκρίθηκε ο Παντελής. Δεν έπρεπε να μας ξεφύγει. Ήταν επικίνδυνος κακούργος.

Άντρες είχαν κατεβεί σε πλάβες, ζητούσαν το σώμα. Το βρήκαν λίγο παρακάτω, μες στα καλάμια, μπρούμυτα, το κεφάλι μες στο νερό.

Ήταν πεθαμένος. Τα δόντια του ήταν ακόμα σφιγμένα τα χείλη τεντωμένα σε μια έκφραση αγριάδας και μίσους. Ο αρχηγός αποπήρε τον Παντελή: -Τον σκότωσες αδίκαστο! του είπε.

Ο καπετάν Μανόλης, που βρέθηκε κοντά του, γέλασε:

-Είσαι νεοβγαλμένος και αμάθητος, Καπετάνιο μου, και ψυχοπονιέσαι ακόμα, του είπε. Σαν έχεις κόψει πέντε έξι κεφάλια με το χέρι σου, δε θα συχίζεσαι πια για τέτοια.

Ο καπετάν Νικηφόρος ανατρίχιασε.

-Αυτά δεν είναι πολιτισμένου ανθρώπου λόγια, του αποκρίθηκε.

Ο Κατσαρός χαμογέλασε.

-Κι άμε ήλθαμε για πολιτισμό εδώ; ρώτησε.

-Ήλθαμε να τους νουθετήσουμε, να τους εκπολιτίσομε, να τους διδάξομε, είπε ο Νικηφόρος.

Λίγο ντροπιασμένος για το μάλωμα του αρχηγού, είπε ο Παντελής:

-Με το Ευαγγέλιο και το Σταυρό δεν πάμε μπροστά, Καπετάνιε!

-Δε θέλω να χύσω αίμα, είπε αυστηρά ο Νικηφόρος. Ο καπετάν Ζέζας δε σκότωσε κανένα και είναι το παράδειγμά μας.

-Με το χέρι του δε σκότωσε, κύριε Αρχηγέ, αποκρίθηχε ο Παντελής. Μα δε ρωτάς εδώ τους καπεταναίους αν δεν σκότωσαν και τα παιδιά του;

Ο Νικηφόρος δεν αποκρίθηκε. Και όλοι οι άντρες γύρω του σωπαίναν.

Συλλογισμένος είπε ο καπετάν Μανόλης:

-Αγώνας είναι αυτός...

Page 44: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Πάλι δεν αποκρίθηκε ο αρχηγός. Με αργά, βαριά πατήματα, μπήκε στην καλαμοσκέπαστη καλύβα.

-Και είναι σκληρός αγώνας... είπε χαμηλόφωνα o Παντελής.

- Θα το δει και μόνος του ο Αρχηγός, πρόσθεσε o Κατσαρός. Νομίζει πως έχει να κάνει με ανθρώπους. Αυτοί είναι θηρία!

-Και χειρότερα απο θηρία! Βγάζουν μάτια, κόβουν γλώσσες, φρικτά βασανίζουν όποιον πέσει στα χέρια τους! είπε ο Κατσαρός.

Οι άντρες πλησίαζαν ν' ακούσουν. Κάθισαν ένα γύρο και ο καθένας έλεγε το λόγο του, διηγούνταν ό,τι είχε ακούσει για τα εγκλήματα των κομιτατζήδων.

-Είτε σε βουλγάρικα χέρια πέσεις, είτε σε τούρκικα, δε θα καλοπεράσεις, είπε ο Κατσαρός.

Οι άντρες το' ριξαν στη συζήτηση.

-Χειρότεροι είναι οι Βούλγαροι. Οι Τούρκοι είναι πιο άνθρωποι, είπε ο καπετάν Παντελής.

-Έτσι λες; έκανε ο Κατσαρός. Αμέ δε με ρωτάς και μένα;

-Εσύ είσαι Κρητικός. Τα χνώτα του Κρητικου δεν παν με του Τούρκου - το ξέρομε δα! είπε ο Ευάγγελος Κουκουδέας, ένα νέο παλικάρι με σκιερά μάτια και μακριά μπουκλωτά μαλλιά, που θύμιζαν τον Θανάση Διάκο.

-Έτσι νομίζεις εσύ, αποκρίθηκε ο Κατσαρός. Αμέ το μαρτύριο του Μπουμπάρα, στην Κρήτη λες έγινε;

-Ποιος είναι ο Μπουμπάρας;

-Έτσι γειά σου! Πες πως δεν τα ξέρεις, πως είσαι νεόβγαλτος στο κλαρί!... Ο Μπουμπάρας ήταν μεγάλος πατριώτης, παλικάρι ατρόμητο, από την Μπάλτσα. Σα βγήκε ο καπετάν Ρούβας4 και ο καπετάν Βέργας5 στον αγώνα, τους οδήγησε αυτός στο Μουρίκι. Το Μουρίκι είναι απότομο και άγριο βουνό. Ηταν κάπου εκατό αντάρτες δικοί μας και τους κυνηγούσαν τριακόσιοι Τούρκοι νιζάμηδες. Μα τους είχε οδηγήσει καλά τους καπεταναίους ο Μπουμπάρας, και πιάσανε μια θέση γερή, τις Τρίπες, πάνω απο την Μπάλτσα. Τις έφαγαν οι νιζάμηδες και όσοι δε σκοτώθηκαν το 'βαλαν στα πόδια. Μα βγήκε στρατός πολύς, χιλιάδες, και πιάσαν τους δρόμους και τις πηγές, και φύγαν οι δικοί μας. Και στο βουνό πιάσανε τον Μπουμπάρα. Ήταν άοπλος. Αυτοί ήταν χιλιάδες.

-Και τον σκοτώσανε; ρώτησε ο Νικόλαος Ζαφειρίου από τη Χαλκιδική, ο ιδιαίτερος φύλακας του καπετάν Νικηφόρου, που τον ακολουθούσε παντού σαν το πιστό σκυλί. Πες! Τον σκοτώσανε;

Page 45: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Μακάρι να τον είχαν σκοτώσει! Μπα! Ήθελαν να τον κάνουν να μαρτυρήσει πού πήγαν οι καπεταναίοι Ρούβας και Βέργας. Αυτός το ήξερε. Μα δεν έλεγε. Τον δέσανε σ' ένα δέντρο, του κόψανε τ' αυτιά, του σούβλισαν με ξιφολόγχη ένα πόδι, του ξεριζώσανε ένα μάτι!... Τίποτα αυτός! Του κάνανε πολτό τα δάχτυλα και τα χέρια. «Μαρτυράς;» του έλεγε ο αξιωματικός. «Δε μαρτυρώ!» αποκρίνουνταν. Τον έλυσαν, τον ρίξανε χάμω και κομμάτι κομμάτι, με ξύλο και με τσεκούρι, του σπάσανε όλα του τα κόκαλα, σ' όλο του το σώμα.

-Και μαρτύρησε;

-Αυτός; Μπα!... Ούτε «Ωχ!» δεν έκανε. Τους έβριζε και τους έλεγε: «To ήξερα πως έτσι θα με κάνετε, άτιμα σκυλιά! Μα Έλληνας γεννήθηκα κι Έλληνας πεθαίνω! Λέξη από μένα δε θα μάθετε!» Ξεψύχησε κάτω από τις κοπανιές και τις τσεκουριές. Και ώς το τέλος τους έλεγε: «Από μένα τίποτα δε θα μάθετε!» Και σαν πέθανε, θαύμασε ο άτιμος ο αξιωματικός και είπε: «Μεγάλος πατριώτης, το σκυλί! Χαρά στα κράτη που έχουν τέτοιους άντρες!»

-Τον σκότωσε όμως! είπε αγριεμένος ο Ζαφειρίου.

-Αμέ τι, θα τον άφηνε; έκανε ο Κατσαρός. Τούρκος σου λέει ο άλλος! Που τους νομίζει ο Παντελής πιο ανθρώπους!

-Γι' αυτό πρέπει ο καθένας μας στη μάχη να φυλάγει ένα φυσίγγι, είπε ο καπετάν Παντελής. Σαν δεις πως πληγώθηκες και χάθηκε η μάχη, σαν δεις πως οι δικοί σου φεύγουν και σ' αφήνουν στα χέρια τους, είτε Βούλγαροι είναι είτε Τούρκοι, τράβα μια πιστολιά στο μηνίγγι σου!

Καθισμένος παράμερα, σιωπηλά, άκουε ο Αποστόλης· τα ξυπνά του μάτια, παρακολουθώντας έναν ένα τους άντρες και τις κουβέντες τους, ατάραχος, ασυγκίνητος, γαλήνιος, απαθής, σαν να είχε ζυμωθεί όλη του τη ζωή μέσα σε αυτές τις αγριότητες.

__________________

Σημ.3ου κεφ

1. Τέλη Σεπτεμβρίου του 1906. 2. Καπετάν Άγρας: Ανθυπολοχαγός Πεζικού Τέλος Αγαπηνός. 3. Δημήτριος Ζώης: Υπολοχαγός Μηχανιχού Δημήτριος Κάκκαβος. Εργάζουνταν ως υπάλληλος στο Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης. 4. Ρούβας: Ανθυπολοχαγός Πεζικού Γιώργης Κατεχάκης. Βγήκε τον Οκτώβριο 1904. 5. Βέργας: Υπίλαρχος Πέτρος Μάνος.

Page 46: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

4. Δυο παιδιά

ΤΟ ΤΣΕΚΡΙ, χτισμένο πλάγι σ' ένα από τα δύο παραποτάμια του Λουδία, που σχημάτιζε πλωτό δρόμο μπροστά του, ήταν από τις μεγαλύτερες καλύβες, και είχε στεγάσει άλλα σώματα, είτε που έμειναν, είτε που πέρασαν μόνο από τη Λίμνη. Εκεί είχε σταθεί o Άγρας με το σώμα του, σαν πέρασε στη Μακεδονία από τα Γιουβάριαl και μπήκε στη Λίμνη από τη σκάλα της Κρυφής, πριν πάγει στη Νιάουσα, απ' όπου ξαναγύρισε στη Λίμνη για να την ξεκαθαρίσει από τους κομιτατζήδες.

Στο Τσέκρι, εκτός από τη μεγάλη καλύβα, που το ξέσκεπο πάτωμά της ήταν περιτριγυρισμένο με πρόχωμα, για να φυλάγονται οι άντρες σε ώρα μάχης, είχε παράπλευρα και άλλη μικρότερη κάλυβα, με αποθήκη για τρόφιμα και πολεμοφόδια, κι ένα φούρνο όπου ψήνουνταν το ψωμί.

Όλα αυτά όμως, σε πρωτόγονη κατάσταση, παραμελημένα, είχαν ανάγκη από επισκευή.

Όλη μέρα με φούρια είχαν δουλέψει, άντρες και αρχηγός, να μπαλώσουν τη μεγάλη καλύβα, να κλείσουν τρύπες με ραγάζι και καλάμια, να ισοπεδώσουν το άνισο πάτωμα με χώμα και ραγάζι, να διορθώσουν τη στέγη που έχασκε εδώ κι εκεί, έτσι που να μπορέσουν να κοιμηθούν τη νύχτα πλαγιάζοντας χάμω, πλάγι ο ένας στον άλλο, τυλιγμένοι στις κάπες και στις κουβέρτες τους.

Ήταν ψυχρή νύχτα, μέσα Οκτωβρίου. Άναψαν φωτιά οι άντρες στη μέση της καλύβας, στο κέντρο του πατώματος που ήταν αλειμμένο πηλό -μην πιάσουν φωτιά τα ξύλα και τα καλάμια- και αφού έψησαν λίγα όσπρια κι έφαγαν, πλάγιασαν να κοιμηθούν.

Ο αρχηγός είχε βάλει σκοπούς στα ρηχά μέρη, πάνω σε πυκνές φυτείες, μερικά μέτρα πέρα από τη μεγάλη καλύβα, για τη φύλαξή της, μη γίνει από τους Βουλγάρους κανένας αιφνιδιασμός. Και αφού διόρισε τους αναπληρωτές τους, που θα τους διαδέχουνταν κάθε δυο ώρες, έπεσε κι εκείνος να κοιμηθεί.

Page 47: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Από την είσοδο, που για πόρτα είχε μόνο ένα μουσαμά, τον κοίταζε ο Αποστόλης, που ηλιοκαμένος, κουρασμένος, αξύριστος, αληθινός αντάρτης, έστρωνε χάμω την κουβέρτα του, τυλίγονταν στην κάπα του, συγύριζε το σκούφο του, βολεύουνταν, αυτός, ο αξιωματικός του ναυτικού, μαθημένος, σαν που έλεγε η Κυρία Ηλέκτρα για τον πατέρα της «στην πάστρα και το συγύριο του καραβιού του», ετοιμάζουνταν να ξαπλωθεί και να κοιμηθεί στο καλαμένιο πάτωμα, στην υγρασία της λίμνης. Κρεβάτια και στρώματα δεν υπήρχαν στις καλύβες. Ένα στρωσίδι άχυρα ήταν πολυτέλεια στην πρωτόγονη εγκατάσταση των ανταρτών του Βάλτου.

-Καλά εμείς που είμαστε ψημένοι στη σκληρή ζωή του αγώνα. Μ' αυτός; συλλογίζουνταν κι έλεγε μέσα του ο μικρός.

Κι έσβησε ο αρχηγός την πετρελένια λάμπα, και όλοι βουτήχθηκαν στο πυκνό σκοτάδι.

Συλλογίζουνταν... συλλογίζουνταν... ο Αποστόλης. Και ο ύπνος δεν τον έπιανε.

Είχε τελειώσει η δουλειά του, και αύριο θα έφευγε. Η αποστολή του ήταν να οδηγήσει τον καπετάν Νικηφόρο στο Τσέκρι. Και τώρα τον οδήγησε, τον πήγε στο σκοπό του. Η δουλειά του τελείωσε. Αύριο, μια πλάβα θα τον πήγαινε στη σκάλα και θα τον έβγαζε στην ακρολιμνιά. Και η ζωή του η περιπλανητική θα συνεχίζουνταν.

«Θα πάγω στο Ζορμπά... Και ύστερα;»

Είδε μπροστά του το σχολείο του χωριού, τη δασκάλα, τα παιδιά καθισμένα στα θρανία, το μαύρο πίνακα... Άκουσε τη ζεστή φωνή της δασκάλας, που χαμηλόφωνα, (τα καστανά της μάτια, αστράφτοντας από ενθουσιασμό), τους έλεγε: «...Είστε Έλληνες!... να είστε υπερήφανοι!... Η φυλή μας είναι η πιο παλιά, η πιο ένδοξη, η πιο πολιτισμένη, η πιο ποιητική!...»

Η κυρία Ηλέκτρα... Ήταν όμορφη άραγε;... Δεν ήξερε να πει. Καλά καλά, τι θα πει όμορφη δεν ήξερε. Ήταν όλες μαύρες, ξερακιανές και ρουφηγμένες από τον ήλιο και τη δουλειά οι γυναίκες που ήξερε. H κυρία Ηλέκτρα ήταν άσπρη και είχε μακριά λεπτά δάχτυλα.

Δεν ήξερε αν ήταν όμορφη ή άσχημη. Ήξερε μόνο πως σαν πήγαινε μέσα στη ζεσταμένη τάξη και την άκουε να λέγει στα παιδιά, με τη θερμή χαμηλή φωνή της «...Είστε

Page 48: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Έλληνες!... Να είστε υπερήφανοι...», μαλάκωνε κάτι μέσα του, βούρκωναν τα μάτια του, κι ένιωθε βαθιά τον πόθο να δώσει και αυτός τη ζωή του, σαν τον Μίκη Ζέζα, σαν τον καπετάν Γιωργάκη, σαν τον καπετάν Καψάλη, σαν τόσους άλλους, γι' αυτούς τους Έλληνες, για την Ελλάδα, για τον Ελληνισμό.

Θα πήγαινε στον Ζορμπά, θα έβλεπε την κυρία Ηλέκτρα. Ίσως εκείνη να είχε καμιά παραγγελία γι' αυτόν, καμιάν άλλη αποστολή.

Και ησυχασμένος αποκοιμήθηκε.

Ξημερώματα ήταν πάλι όλοι στο πόδι. Ο Αποστόλης πρότεινε να ψήσει καφέ για όλους. Κι ενώ οι άντρες μπαινόβγαιναν, φρόντιζαν ποιος την πλάβα, ποιος τα πυρομαχικά, ποιος τ' όπλο του που ήθελε καθάρισμα, ανακούρκουδα στη μέση του πατώματος, όπου ήταν αλειμμένος ο πηλός, ο Αποστόλης, άναβε κάτι χλωρά ξύλα, κομμένα κείνη την ώρα, και που σκορπούσαν σύννεφα τον καπνό ολόγυρα.

Καπνοδόχο δεν είχαν οι καλύβες, ούτε παράθυρο. Και ο καπνός, όταν έκαιε φωτιά, ήταν αποπνικτικός. Έπρεπε οι άντρες να κάθονται ή να ξαπλώνονται, για ν' αναπνέουν χαμηλότερα από τον καπνό που υψώνουνταν κατά τη στέγη.

-Ξερά ξύλα δεν έχει σε τούτο δω το λημέρι; ρώτησε βήχοντας ο καπετάν Παντελής.

-Φρόντισε συ να κόψουν τα παιδιά σήμερα και να τ' απλώσουν στον ήλιο να στεγνώσουν, αποκρίθηκε o αρχηγός από την είσοδο της καλύβας, όπου χαίρουνταν την οκτωβριάτικη λιακάδα.

Ενας λύκος ούρλιασε μακριά και ύστερα, δεύτερη φορά, πιο κοντά. Και σώπασε!...

Κανένας δεν τον πρόσεξε· καθένας καταγίνουνταν με τη δουλειά του. Μόνος ο Αποστόλης, σα λαγωνικό, είχε ορτσώσει τ' αυτιά του στο πρώτο ούρλιασμα. Και πάλι ατάραχος, γύρισε στο μπρίκι του όπου έβραζε ο καφές.

Ήταν ψηλά πια ο ήλιος, όταν μπήκε στην πλάβα με δυο νεοδίδακτους πλαβαδόρους, που ήθελαν να γυμναστούν στα πλατσιά πηγαίνοντάς τον στη σκάλα του Τσέκρι.

Page 49: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Στο καλό! Να μας ξανάρθεις! του είχε πει o αρχηγός. Θέλησε να του δώσει ένα δώρο, «για τον κόπο του», λέγει. Με αγανάκτηση, κατακόκκινος, το αρνήθηκε ο Αποστόλης. Χρήματα, αυτός; Για να οδηγήσει σώμα ελληνικό;

Τότε έβγαλε και του έδωσε ένα ασημένιο σταυρουδάκι, ο καπετάν Νικηφόρος.

-Έτσι, για να με θυμάσαι... του είπε.

Και αυτό το δέχτηκε ο Αποστόλης. Αυτό ήταν ενθύμιο. Αυτό του έκανε χαρά όσο τίποτα. Όχι όμως χρήματα!...

Στα ήσυχα νερά, χωρίς κρότο, κατασκοπεύοντας κάθε βάτο ή πυκνοκαλαμιά, μην κρύβει κανέναν εχθρό, πήγαιναν οι δυο άντρες και το αγόρι κατά την ακρολιμνιά.

Τα κιτρινισμένα του φθινοπώρου φυλλώματα δεν είχαν πέσει ακόμα από τα δέντρα, τους βάτους και τα καλάμια, κι εδώ κι εκεί, λίγο παντού, πρασίνιζε, χλωρή ακόμα, η πυκνή φυτεία.

Κάπου κάπου αντάλλαζαν οι άντρες μεταξύ τους καμιά χαμηλόφωνη παρατήρηση.

-Είμαστε καινούριοι εδώ· δεν ξέρομε τα κατατόπια, πασπατεύομε ακόμα, έλεγαν.

-Τούτο το μέρος του Βάλτου δεν έχει Βουλγάρους, αποκρίθηκε ο Αποστόλης.

-Μήπως ξέρεις ποτέ με δαύτους... μουρμούρισε o πρώτος.

-Δεν ξέρεις βέβαια ποτέ, είπε ο Αποστόλης. Μα η φωλιά τους είναι πίσω μας, στη δυτική μεριά, όπου έχει δάση που τους κρύβουν. Στ' ανοιχτά, πολύ πολύ αυτοί δε βγαίνουν. Δε μετριούνται με μας. Στα σκοτεινά δουλεύουν, και στα σίγουρα.

Είχαν φθάσει στη νερόσκαλα, κι εκεί χωρίστηχαν. Ο Αποστόλης πήδηξε στο χώμα. Οι άντρες γύρισαν πίσω και ο Αποστόλης τράβηξε δεξιά, κατά τον κάμπο.

Παντού μοναξιά. Άνθρωπος δε φαίνουνταν.

Page 50: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Αργά πήγαινε ο Αποστόλης, ώσπου απομακρύνθηκε και χάθηκε η πλάβα πίσω από τα καλάμια. Τότε στάθηκε κείνος κι έβγαλε ένα σιγανό ούρλιασμα τσακαλιού. Και κάθισε μπρος σ' ένα βάτο από αγκαθωτά παλιούρια και περίμενε.

Έξαφνα, στα πόδια του σχεδόν μπροστά, σηκώθηκε ένα παιδί, και μ' έναν πήδο βρέθηκε πλάγι του κι έπεσε ανακούρκουδα, μαδώντας με την κάπα του μερικά φύλλα της παλιουριάς πίσω του.

-Δεν ήξερα αν μ' άκουσες· άργησες να 'ρθεις!... είπε βουλγάρικα.

Ο Αποστόλης δεν είχε ξαφνιαστεί. Ατάραχα αποκρίθηχε:

-Έπρεπε να ξεκινήσει η πλάβα να με φέρει. Και δεν είναι στη διάθεσή μου, Γιωβάν.

Ο Γιωβάν τον κοίταζε -τα μαύρα του μάτια ορθάνοιχτα- και δεν τολμούσε να βγάλει μιλιά. Ο μεγάλος είδε το θαυμασμό που ανακατώνουνταν στο βλέμμα του μικρού, με κάτι σαν φόβο ή σεβασμό. Γέλασε και ρώτησε:

-Έμαθες τίποτα;

Το είχε ρωτήσει χωρίς να περιμένει πολύ πολύ απάντηση. Και ξιπάστηκε σαν του είπε ο μικρός:

-Ναι, έμαθα!

-Για τον Αποστόλ Πέτκωφ; έκανε ταραγμένος o Αποστόλης.

-Ναι! Κρύβεται στο Ζερβοχώρι. Δεν ήταν στο Ράμελ!

Ξαφνίστηχε πάλι ο Αποστόλης:

-Τι ξέρεις εσύ για το Ράμελ; ρώτησε.

-Δε σκότωσαν εκεί έναν Πατριαρχικό με όλα του τα παιδιά; Και δε βρέθηκε πάλι απάνω του ένα γράμμα του Αποστόλ Πέτκωφ; αντιρώτησε ο Γιωβάν. Ε, το γράμμα ήταν του βοεβόδα Αποστόλ, μα ο βοεβόδας κρύβεται και ξεκουράζεται στο Ζερβοχώρι.

-Και πώς βρέθηκε το γράμμα καρφιτσωμένο στο νεκρο;

Page 51: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Γιωβάν σήκωσε τον ένα ώμο του, με τη συνηθισμένη του κίνηση.

-Μοιράζει πολλά τέτοια γράμματα στους κομιτατζήδες του, αποκρίθηκε, και αυτοί τ' αφήνουν με τους σκοτωμένους, έτσι που να φαίνεται παντού ο Αποστόλ και να τρομάζουν οι Πατριαρχικοί.

Τώρα ο Αποστόλης κοίταζε τον Γιωβάν με κάτι σα φόβο και θαυμασμό.

-Πού τα 'μαθες εσύ όλα αυτά, βρε κουτάβι; ρώτησε.

Ο Γιωβάν κοκκίνισε από τη συγκίνηση και τη χαρά που του 'δωσαν τα λόγια του μεγάλου. Τον λοξοκοίταξε δειλά και είπε σιγά:

-Μου είπες να μάθω πού βρίσκεται ο Αποστόλ Πέτκωφ. Το έμαθα. Και ήλθα να σου το πω.

-Μα πώς το έμαθες;

Ο Γιωβάν αγκάλιασε τα γόνατά του με τα δυο του χέρια, και συλλογισμένος κοίταζε τον κάμπο μπροστά του.

- Πώς τα 'μαθες όλα αυτά; ξαναρώτησε ο Αποστόλης.

-Στο Ζερβοχώρι τα 'μαθα. Μ' έστειλε ο Άγγελ Πέιο, αποκρίθηκε ο μικρός.

-Ο θείος σου; Τι σ' έστειλε να κάνεις;

-Του είπα ψέματα, σαν άρχισε να με δέρνει επειδή δεν πήγα δυο μέρες σπίτι. Του είπα πως γύρευα στο Βάλτο κάποιον καπετάν Γιάννη, Πατριαρχικό, που κρύβουνταν μ' ένα σώμα αντάρτες.

-Ποιον καπετάν Γιάννη, μπρε Ιούδα;

Ο Γιωβάν τον κοίταζε με μεγάλα μάτια γεμάτα απορία.

-Είπα πως το 'λεγαν ψαράδες απο τα Κουρφάλια, που είναι όλοι κομιτατζήδες... Το πίστεψε ο Άγγελ Πέιο, μου 'πε να τον βρω. «Χωρίς πλάβα», του είπα, «πώς να τον βρω;» Και μ' έστειλε στο Ζερβοχώρι.

Page 52: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Στον Αποστόλ Πέτκωφ;

-Όχι! Σε κάποιον Τόμαν Παζαρέντζε. Είχα ένα γράμμα...

- Και τι έλεγε το γράμμα;

-Ήταν σφραγισμένο.

Ο Αποστόλης του έδωσε μια σπρωξιά.

-Είσαι βλάκας! Σε τέτοιες ώρες τ' ανοίγει κανείς τα γράμματα!

-Και ύστερα; έκανε σοβαρά ο μικρός.

-Να μου το 'φερνες!

-Και τι θα το 'κανες εσύ;

-Τι θα το 'κανα;... Πες πως φοβήθηκες το ξύλο! Ο Γιωβάν τον κοίταζε όλο και με περισσότερη απορία.

-Δε μου είπες να μάθω πού είναι ο Αποστόλ; ρώτησε.

-Ίσως να το 'γραφε στο γράμμα, κουτούλιακα!

Ο Γιωβάν αγκάλιασε πιο σφιχτά τα γόνατά του.

-Εγώ είπα ν' ακούσω και να μάθω, και να πάρω πλάβα να βρω τον Αποστόλ στον Βάλτο. Ο Άγγελ Πέιο με ρώτησε: «Aν σου δώσω πλάβα, θα τον βρεις τον Πατριαρχικό;» Είπα ναι. Κι έγραψε του Τόμαν Παζαρέντζε να μου δώσουν πλάβα.

- Και σου 'δωσαν;

-Στου Τόμαν ήταν πολλοί μαζεμένοι. Ήταν όλοι άγριοι, με γένια. Ήταν κι ένας ξυρισμένος, που φορούσε χρυσό δαχτυλίδι στο μεσαίο δάχτυλο. Διάβασε ο Τόμαν το γράμμα και το έδωσε στον ξυρισμένο με το δαχτυλίδι. Μιλούσαν σιγά. Εγώ τους κοίταζα κρυφά, και με κοίταζε ο ξυρισμένος. Ήλθε κοντά μου, έβαλε το χέρι του στον ώμο μου

Page 53: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

και είπε: «Δεν άκουσες καλά τ' όνομα του Πατριαρχικού. Δεν τον λεν καπετάν Γιάννη.Τον λεν καπετάν Άγρα».

Ο Αποστόλης τινάχτηκε.

-Τι; αναφώνησε.

-...Και μου είπε: «Aν σου δώσω πλάβα, τον βρίσκεις στον Βάλτο;» «Toν βρίσκω», του λέγω. Και είπε να μου δώσουν ρούχα και τσαρούχια.

Ο Αποστόλης αγρίεψε.

-Βρε γουρουνομύτη, για ποιον δουλεύεις; ρώτησε. Για το θειο σου ή για μένα;

Θλιμμένα είπε ο μικρός:

-Για σένα. Μα γιατί με λες γουρουνομύτη;

-Γιατί είσαι Βούλγαρος· και όλοι οι Βούλγαροι είναι χοντρομυτάδες, γουρουνομύτες!

Κοίταξε τον Γιωβάν, κι εμπρός στη θλιμμένη του όψη γλύκανε.

-Η δική σου μύτη είναι ίσια και λιγνή, είπε χαδιάρικα· δε σε βρίζω - έννοια σου. Μα ποιος ήταν ο ξυρισμένος με το δαχτυλίδι;

-Ήταν ο Αποστόλ Πέτκωφ.

-Τι λες; Τον είδες λοιπόν; Πώς το ξέρεις πως ήταν αυτός;

-Τον έλεγαν όλοι βοεβόδα. Και όταν με πήραν σε άλλον οντά, μια γυναίκα μου έφερε ρούχα και μ' έντυσε. Ήταν η γυναίκα του Παζαρέντζε. Έκανα πως ξέρω τον ξυρισμένο, πως είναι ο βοεβόδας Αποστόλ, και μου το βεβαίωσε κι εκείνη, πως αυτός ήταν.

-Τα ρούχα σου είναι δικά του; ρώτησε ο Αποστόλης.

-Εκείνος είπε να μου τα δώσουν.

Διστακτικά είπε ο Αποστόλης:

Page 54: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Δεν έπρεπε να τα πάρεις, αν δε δουλεύεις γι' αυτόν.

Ευθύς πετάχθηχε πάνω ο Γιωβάν και άρχισε να γδύνεται. Τον σταμάτησε ο Αποστόλης.

-Άφησε, του είπε· δεν έχω ακόμα άλλα να σου δώσω. Μα θα βρω, και θα τα στείλεις τούτα πίσω. Κάθισε δω, πρόσθεσε τραβώντας τον πάλι σιμά του. Και πες μου παρακάτω. Σου έδωσαν πλάβα;

-Μου έδωσαν.

-Και τι την έκανες;

-Την έφερα.

-Την έχεις εδώ;

-Ναι! Μες στα καλάμια... στους Αποστόλους... στη σκάλα κοντά.

Ο Αποστόλης συλλογίζουνταν...

-Άκου, είπε σε λίγο. Φιλάς σταυρό να μη μιλήσεις; Έβγαλε από τον κόρφο του το ασημένιο σταυρουδάκι του καπετάν Νικηφόρου, που κρέμουνταν στο λαιμό του μ' ένα σπάγκο, και του το έτεινε. Ο Γιωβάν σταυροκοπήθηκε τρεις φορές και το φίλησε.

-Άκου δω λοιπόν, είπε ο Αποστόλης. Θα 'ρθεις μαζί μου και θα βρούμε τον καπετάν Άγρα!

-Θα σε πάγω εγώ, διέκοψε ήσυχα ο Γιωβάν.

-Τι! Ξέρεις πού είναι;

-Ξέρω!

-Μπορείς να με πας;

-Μπορώ!

Ο Αποστόλης έτρεμε όλος από συγκίνηση.

Page 55: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Μη μου πεις πως τον είδες;

-Τον είδα! Απο κει έρχομαι! Απο την καλύβα του!

Ο Αποστόλης ανάσαινε βαριά.

-Πώς τον βρήκες; ρώτησε συγκρατώντας τη συγκίνησή του, που του έκοβε την αναπνοή.

Ο Γιωβάν στάθηκε μια στιγμή, να συγκεντρώσει τις ενθυμήσεις του με τη σειρά.

-Πώς τον βρήκες; επανέλαβε φωναχτά ο Αποστόλης.

Φοβισμένα τον κοίταζε ο μικρός.

-Δεν... έπρεπε;... ρώτησε τρεμουλιαστά.

Ο Αποστόλης κατέβασε τη γροθιά του, έτοιμη να χτυπήσει, κι έχωσε τα χέρια του κάτω από τα διπλωμένα του γόνατα.

-Πες μου, είπε πιο σιγά. Φίλησες σταυρό. Δεν πρέπει να μου πεις ψέματα.

-Δε θέλω να σου πω ψέματα, Αποστόλη. Γιατί είσαι θυμωμένος;

Σιγά, καθησυχαστικά, βαστώντας νεύρα και υποψίες, είπε ο Αποστόλης:

-Δεν είμαι θυμωμένος. μα δε σε ξέρω καλά. Και είσαι Βούλγαρος... Μην είπες του Αποστόλ πως τον είδες τον Άγρα;

Πάλι βούρκωσαν τα μάτια του μικρού και δυο δάκρυα ξεχείλισαν, χύθηχαν στα λιγνά του μάγουλα.

-Πώς θα του το 'λεγα, που ήλθα ίσια εδώ! μουρμούρισε.

Ο Αποστόλης συγκινήθηκε. Έριξε το χέρι του γύρω στο λαιμό του παιδιού και του είπε χαδιάρικα:

-Μην κλαις· άιντε σε πιστεύω! Πες μου, γιατί πήγες να βρεις τον καπετάν Άγρα; Και πώς τον βρήκες;

Page 56: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Μου είπε ο βοεβόδας πού να πάγω να τον βρω.

-Το ξέρει αυτός; Πώς το ξέρει;

-Γίνηκαν μάχες, όχι μεγάλες, μα οι κομιτατζήδικες πλάβες δεν περνούν πια από τις μάννες που παν στο χωριό της Αγιας-Μαρίνας όπου έχουν αποθήκες.

-Ποιος σου το 'πε;

-Κουβέντιασα με τη γυναίκα του Τόμαν Παζαρέντζε, που μου 'φερε τα ρούχα. Εκείνη μου τα είπε όλα.

-Τι κουτή! Έτσι, τέτοιες κουβέντες κάνουν με κουτάβια σαν και σένα;

-Έκανα το Βούλγαρο. Είπα ψέματα. Είπα πως είμαι έμπιστο παιδί του Άγγελ Πέιο, που τον ξέρανε άγριο κομιτατζή. Πως είμαι ανίψι του...

-Ε,... και είσαι! Δεν είσαι; διέκοψε ο Αποστόλης. Ο Γιωβάν δεν αποκρίθηκε. Καημός χύθηκε σε όλο του το χλωμό μουτράκι και τα χείλια του τρεμούλιασαν, έτοιμα να ξεσπάσουν στ' αναφιλητά.

Τον ξεκούνησε γελαστά ο Αποστόλης και τον τράβηξε πιο κοντά του.

-Έλα, μην κάνεις έτσι· δε σε πειράζω πια,... του είπε. Το ξέρεις πως είναι κακός, κακούργος ο θειός σου, και πως δεν πρέπει να τον ακούς. Έλα, σε ξέρω δικό μου πιστό. Πες μου: πού σου είπε ο Αποστόλ πως βρίσκεται ο καπετάν Άγρας;

-Δεν ήξερε. Μου είπε κατά την Αγια-Μαρίνα πως έπεσε τουφέκι. Μα εγώ πήγα μες στα καλάμια κι έψαξα και βρήκα.

-Και τον είδες;

-Τον είδα!

-Του είπες πως ξέρει ο Αποστόλ το λημέρι του.

-Όχι! Ήθελα πρώτα εσένα να τα πω!

Page 57: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Πώς είναι ο καπετάν Άγρας;... Μεγάλος; Μαύρος; Άγριος;

-Όχι! Όλο γελά! Δεν κατάλαβα καλά τι μου 'λεγε, γιατί μιλούσε γρήγορα...

-Βουλγάρικα;

-Όχι, ελληνικά!

-Και καταλαβαίνεις εσύ ελληνικά; Ντροπαλά είπε ο Γιωβάν:

-Δεν τα θυμούμαι καλά...

Ο Αποστόλης έσκυψε και τον κοίταξε στο πρόσωπο.

-Τα μιλούσες δηλαδή;

-Δεν ξέρω... Μα καταλαβαίνω σαν μου μιλούν σιγά.

-Και κατάλαβες τι σου είπε ο καπετάν Άγρας;

Κατάλαβα πως είπε...

Κι επανέλαβε ο μικρός ελληνικά: «Αυτό το παιδί είναι άρρωστο».

Η προφορά του ήταν ξενική, μα το δ το πρόφερε μαλακά, όχι με το σλαβιχd ντ.

-Και τι είπες εσύ;

-Είπα: «Όχι άρρωστο». Κι εκείνος γέλασε πάλι και μου τράβηξε τα μαλλιά. Και είπε κάτι σ' ένα χωρικό, που έκοβε καλάμια με το δρεπάνι για ν' ανοίξει δρόμο στα νερά, και με ρώτησε βουλγάριχα ο χωρικός από πού είμαι. Εγώ δεν ήθελα να πω. Και τότε είπε πάλι κάτι πολύ γρήγορα ο καπετάν Άγρας, κι εγώ δεν κατάλαβα. Κι επέμεινε να μου τα εξηγήσει ο χωρικός και μου τα εξήγησε αυτός.

-Ναί;... Και τι σου είπε;... έκανε ανυπόμονα o Αποστόλης.

Page 58: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Μου είπε να πάγω να πω στους κομιτατζήδες που κρύβονται στα δάση τους, πως αυτός, ο καπετάν Άγρας, βρίσκεται στις Κάτω Καλύβες, και τους προκαλεί να έλθουν να μετρηθούν μαζί του.

-Σου τα είπε αυτά; Να παλικάρι μια φορά! αναφώνησε ο Αποστόλης.

Και ρώτησε μαγεμένος:

-Κι εσύ τι είπες;

-Δεν είπα τίποτα. Και αγρίεψε ο καπετάν Άγρας και είπε: «Ακούς; Να τους το πεις!» Κι εγώ είπα ελληνικά: «Δεν το λέω!» Κι εκείνος πάλι γέλασε. Και πήρε μια γαβάθα, κι έβαλε μονάχος μέσα ψητό κρέας, και μου το 'δωσε, και είπε: «Φάγε. Πεινάς».

- Κι έφαγες;

-Ναι! Δεν ήθελα να φύγω. Ήταν ωραία κοντά του. Όλο γελούσε και χωράτευε με τους άντρες του. Και σαν ήταν κουρασμένος κανένας χωρικός που έκοβε καλάμια πηδούσε αυτός στο νερό, του έπαιρνε το δρεπάνι, κι έκοβε αγκαλιές ολόκληρες. Και είπα να 'ρθω να σου τα πω. Και ήλθα.

Ο Αποστόλης κοίταξε συλλογισμένος τη Λίμνη, που απλώνουνταν ήρεμη μπροστά τους. Μεμιάς πήδηξε στα πόδια του.

-Πάμε! είπε αποφασιστικά.

Ο Γιωβάν σηκώθηκε ευθύς.

-Στου καπετάν...

-Σουτ!... ψιθύρισε ο άλλος.

Και οι δυο μαζί πήραν βιαστικά το δρόμο τους, ακολουθώντας την ακρολιμνιά, όπου δυο ψαράδες τους διασταύρωσαν.

Περνώντας τούς καλημέρισαν.

-Για πού, παιδιά; ρώτησαν οι χωρικοί στη μακεδονίτικη διάλεκτο.

Page 59: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Για τον Ζορμπά, αποκρίθηκε ο Αποστόλης. Πάμε σχολειό.

-Σαν αργά δεν είναι; Θα 'χει αρχίσει.

-Γι' αυτό τρέχομε, είπε ο Αποστόλης.

Μα σαν έφθασαν στην καμπύλη της λίμνης, αντί να τραβήξουν αριστερά, για να βρουν το δρόμο που περνά απο το χωριό, έστριψαν δεξιά, κατά τους Αποστόλους.

Δεν ήταν κανένας στη σκάλα σαν έφθασαν. Λίγο παράπλευρα, μες στα καλάμια, περίμενε η πλάβα του Γιωβάν. Τα δυο αγόρια μπήκαν μέσα, και κάνοντας κοντάρι το πλατσί, βγήκαν απο τα καλάμια, βρήκαν μια νερομάνα και τράβηξαν νοτιοδυτικά.

Ο Γιωβάν οδηγούσε. Παρατήρησε ο Αποστόλης πως διεύθυνε την πλάβα προς τη νότια ακρολιμνιά.

-Γιατί δεν τραβάς πιο στη μέση; τον ρώτησε. Είναι πιο βαθιά τα νερά, και κόβομε δρόμο για να φθάσομε στις Κάτω Καλυβες.

-Έχει πατώματα μες στους καλαμιώνες· δεν ξέρω τίνος είναι, αποκρίθηκε ο Γιωβάν.

Ο Αποστόλης άφησε το πλατσί του και ανασηκώθηκε να δει.

-Πού; ρώτησε.

-Είναι χαμηλές οι καλύβες τους, δε φαίνονται, αποκρίθηκε χαμηλόφωνα ο μικρός. Μα ξέρω ένα καινούριο μονοπάτι, που περνά πλάγι στην Τούμπα. Δε θα μας δουν ούτε οι Πατριαρχικοί, ούτε οι Βούλγαροι - αν τις βαστούν αυτοί.

Τραβούσε κουπί ο Αποστόλης με όλη του τη δύναμη, και με το πίσω πλατσί, κάνοντάς το τιμόνι, οδηγούσε o Γιωβάν ανάμεσα από τα ψηλά καλάμια.

Μα ήταν και τα δυο παιδιά, ο ήλιος ψηλά, η απόσταση μεγάλη...

Κατάκοπος, βουτημένος στον ιδρώτα, σήκωσε o Αποστόλης το κουπί του έξω απο το νερό.

-Λέω να σταθούμε να μασήσομε κάτι, είπε.

Page 60: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Δεν καταδέχουνταν να ομολογήσει πως κουράστηκε. Μα έριξε μια ματιά κατά την πλώρη της πλάβας, και ύστερα πίσω, και πάλι κατά τον ουρανό...

-Είμαστε ακομα μακριά; ρώτησε.

-Ναι, αποκρίθηκε ο Γιωβάν. Δεν κάναμε ακόμα ούτε το μισό δρόμο.

-Πού είναι η πρώτη Τούμπα;

-Αριστερά μας.

-Την περάσαμε;

-'Οχι ακόμα!

Ο Αποστόλης έβγαλε ένα χεροΰφαντο μαντίλι, οπου ένα πλατύ Α ήταν κεντημένο με κόκκινη κλωστή στη μια γωνιά, και σκούπισε το ιδρωμένο πρόσωπό του.

-Λέω να φάμε, είπε πάλι.

Ο Γιωβάν δεν αποκρίθηκε. Καθισμένος στην πρύμη, με το βρεμένο πλατσί στα γόνατα, κοίταζε τον Αποστόλη.

-Γιατί δε μιλάς; Δεν πεινάς εσύ; ρώτησε πάλι o μεγάλος.

-Όχι, μουρμούρισε ο μικρός.

Ο Αποστόλης έσκυψε και τον κοίταξε πάλι στο πρόσωπο.

-Εγώ θα 'λεγα πως πεινάς πάντα, είπε. Είσαι πετσί και κόκαλο.

Πάλι δεν αποκρίθηκε ο Γιωβάν. Ο Αποστόλης κατάλαβε.

-Δεν έχεις τι να φας; του είπε. Αυτό είναι;

Ο μικρός τον κοίταζε με θλιμμένα μάτια πεινασμένου σκύλου.

-Έννοια σου, του είπε προστατευτικά ο Αποστόλης· θα μοιράσομε ό,τι έχω εγώ.

Page 61: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Δεν είχε μεγάλα πράματα. Μισό ψωμί, λίγα δράμια πρόβιο τυρί κι ένα δεματάκι σταφίδες στη μακρόστενη σακούλα του· το προσφάγι που του είχαν δώσει στην καλύβα Τσέκρι πριν τον αφήσουν να φύγει. Τα μοίρασε, προσέχοντας να είναι ίσες οι μερίδες, κι έδωσε τη μια του Γιωβάν.

Έτρωγε λαίμαργα, πεινασμένος, ο μικρός, και τον έβλεπε ο Αποστόλης με οίκτο.

-Γιατί δε σε τρέφουν καλά οι δικοί σου; ρώτησε.

Ο Γιωβάν δεν αποκρίθηκε.

-Γιατί μένεις στου θειού σου και όχι στους γονείς σου; ξαναρώτησε ο Αποστόλης.

Ήσυχα αποκρίθηκε ο Γιωβάν:

-Δεν έχω γονείς.

-Τι; δεν έχεις μητέρα;

- Όχι!

-Και σε πήρε σπίτι του ο θειός σου; Γιατί λοιπόν σου δίνει τόσο λίγο φαγί, αφού σε πήρε σπίτι του;

-Λέει πως δε δουλεύω αρκετά!

-Μα δε βόσκεις τα πρόβατά του;

-Τα βόσκω. Μα λέει πως αυτό δεν είναι δουλειά και πως δεν είμαι άξιος για τίποτα άλλο.

Ο Αποστόλης άναψε:

-Και θα γίνεις άξιος για βαριές δουλειές, αν σ' αφήνει χωρίς φαγί; αναφώνησε.

Ο Γιωβάν δεν αποκρίθηκε.

Και τα δυο αγόρια έφαγαν σιωπηλά το ψωμοτύρι τους.

Page 62: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Πρώτος τελείωσε ο Γιωβάν. Με τα χέρια απλωμένα στο κουπί του, που είχε μείνει στα γόνατά του, θαύμαζε τον Αποστόλη που έτρωγε αργά και χαίρουνταν κάθε βούκα.

Δειλά είπε τ' ονομά του:

-Αποστόλη...

-Ναί;

-Αποστόλη... εσύ έχεις μητέρα;

Σοβαρά αποκρίθηκε ο μεγάλος:

-Όχι. Δεν έχω ούτε μητέρα ούτε πατέρα. Είμαι μονάχος. -Ούτε θειό δεν έχεις; -Όχι! Είμαι βρεσιμιό. -Τι θα πει; -Να, με βρήκαν! - Ποιος σε βρήκε;... Πού;

-Αμ θυμούμαι νομίζεις; έκανε ο Αποστόλης, και γέλασε... Ήμουν μωρό. Τα μωρά δε θυμούνται.

Και πάλι σώπασαν τ' αγόρια.

Και πάλι ντροπαλά ρώτησε ο Γιωβάν:

-Αν δεν έχεις μάνα, ποιος σου κέντησε αυτό το ωραίο γράμμα;

Και με το δάχτυλο έδειξε το χοντροϋφασμένο μαντίλι, απλωμένο στα γόνατα του άλλου, με το κόκκινο A κεντημένο σε μια γωνιά.

-Αυτό;... Το πήρε και το κοίταξε, ίσως πρώτη φορά με προσοχή ο Αποστόλης...

-...Αυτό μου το κέντησε και μου το χάρισε η κυρία Ηλέκτρα... αποκρίθηκε.

-Ποια είναι;

Page 63: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

- Η δασκάλα του σχολειού, στο Ζορμπά.

-Είναι καλή;

-Πολύ καλή. Εκείνη μου έμαθε να διαβάζω.

Είχε τελειώσει το ψωμοτύρι του κι έχωσε τις σταφίδες πίσω στο μακρόστενο σακούλι, στον κόρφο του. Κοίταξε πάλι κατά τον ήλιο, που έλαμπε κατακόρυφα, και είπε:

-Άιντε, Γιωβάν, κουράγιο τώρα! Πού θα μας βγάλει τούτο το καινούριο μονοπάτι;

-Σε μια μάνα, πέρα από τις καινούριες καλύβες.

-Πέρα από το Νησί;

-Βέβαια· πέρα και από τη δεύτερη Τούμπα.

-Μα ποιος το άνοιξε τούτο το στενό μονοπάτι που κόβει τόσο δρόμο;

Ο Γιωβάν δεν ήξερε.

Και τα δυο αγόρια κωπηλάτησαν κάμποση ώρα σιωπηλά.

Πάλι έκοψε τη σιωπή ο Γιωβάν:

-Αποστόλη...

-Λέγε!

-Αφού είσαι βρεσιμιό, πού έβρισκες φαγί;

-Αμ ξέρω 'γω καημένε; Πότε δω, πότε κει... Οι ψαράδες, στη θάλασσα, είναι όλοι καλοί άνθρωποι... Όσο θυμούμαι, μου δίνανε πάντα από το φαγί τους. Έπειτα, δούλευα κιόλα.

-Τι δούλευες;

-Να, σαν ψάρευαν με βόλτες, τους έβαζα δόλωμα στ' αγκίστρια, τους βοηθούσα να τραβούν την τράτα, ξεδιάλεγα τα ψάρια σαν έβγαζαν τα δίχτυα... Πάντα βρίσκεις δουλειά, σα θέλεις.

Page 64: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Τον έβλεπε ο Γιωβάν, με μάτια συλλογή γεμάτα.

- Και τα τσαρούχια σου... και την κάπα σου... σου τα 'δωσαν οι ψαράδες; ρώτησε.

Ο Αποστόλης ξαφνίστηκε.

-Ποια; Τούτα που φορώ; Όχι δα, καημένε! Τούτα τ' αγόρασα.

-Με γρόσια; ρώτησε ο Γιωβάν.

-Βέβαια με γρόσια! Αμ με τι; Με βότσαλα;... Εγώ δουλεύω! Είναι χρόνια που δουλεύω!

Ο Γιωβάν δεν τόλμησε να ρωτήσει άλλο. Και σιωπηλά κυλούσε η πλάβα στ' ακίνητα νερά του μονοπατιού, ανάμεσα από τους ψηλούς τοίχους των καλαμιών, που τους έκλειαν τη Λίμνη δεξιά και αριστερά.

Συλλογίζουνταν όμως και ο Αποστόλης. Και ρώτησε, αυτός πρώτος, κόβοντας τη σιωπή:

-Μήπως θα ήθελ0ς να δουλέψεις μαζί μου και συ Γιωβάν;

Τα μεγάλα μάτια του Γιωβάν πλημμύρισαν χαρούμενα δάκρυα, τα χείλια του έτρεμαν, η ανάσα του κόπηκε.

-Θα μπορούσα;... μουρμούρισε τρέμοντας όλος.

-Και βέβαια θα μπορούσες. Είσαι ξυπνός... και δεν είσαι τεμπέλης..: Κόβει το κεφάλι σου!... Μα θα πρέπει να φύγεις από του θειού σου.

Η μιλιά του Γιωβάν είχε κοπεί από τη συγκίνηση.

-Και πρέπει να μάθεις ελληνικά... Πρέπει να μην είσαι πια Βούλγαρος, πρόσθεσε ο Αποστόλης.

Ο Γιωβάν έβγαλε έναν αναστεναγμό, που φούσκωσε το στενό του στήθος.

Ο Αποστόλης το παρεξήγησε.

-Δε δουλεύω με Βούλγαρο εγώ, είπε απότομα.

Page 65: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σιγά, χαμηλόφωνα, μουρμούρισε ο μικρός:

-Ούτ' εγώ...

-Μπα; Λοιπόν δέχεσαι;

Τα βασταγμένα δάκρυα του Γιωβάν ξέσπασαν, ξεχείλισαν, πλημμύρισαν.

-Αχ, πάρε με! Πάρε με μαζί σου για πάντα, Αποστόλη!... μουρμούρισε μες στ' αναφιλητά του.

Συγκινήθηκε και ο Αποστόλης. Προστατευτικά άπλωσε το χέρι του, και χάιδεψε το σκυμμένο κεφάλι του μικρού.

-Έννοια σου, του είπε. Αν έρθεις μαζί μου, δε θα σου λείψει ούτε ψωμί ούτε κάπα ούτε τσαρούχια. Και θα στείλεις πίσω του Αποστόλ Πέτκωφ αυτά που φορείς. Βρωμούν βουλγαρίλα!

-Θα κάνω ό,τι μου πεις, αποκρίθηκε ευάγωγα o Γιωβάν.

-Τούτη η δουλειά... που κάνομε σήμερα... και που έκανες χθες, δεν πληρώνεται - να το ξέρεις! Αυτή τη δουλειά την κάνομε για τον Ελληνισμό της Μακεδονίας. Μα κάνω και άλλες δουλειές - όλες τις δουλειές!... Και είμαι μαραγκός. Θα σε πάρω παραγιό.

Μαγεμένος ρώτησε ο μικρός:

-Κι έχεις σφυρί;

-Και σφυρί, και πριόνι, και ροκάνι, και κατσαβίδι και καρφιά!

-Και πού τα έχεις; θαύμασε ο Γιωβάν.

-Μου τα φυλάγει, σαν έχω άλλη δουλειά, η κυρία Ηλέκτρα.

- Η δασκάλα;

-Ναι. Εγώ διορθώνω όλα τα θρανία του σχολειού της.

Page 66: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Τραβούσαν, τραβούσαν κουπί τα δυο αγόρια και κάποτε στέκουνταν λίγα λεπτά να ξεκουραστούν, και πάλι ξανάπιαναν τα πλατσιά...

Είχαν βγει από το στενό μονοπάτι, σε μια μάνα του νερού, όπου τα νερά κυλούσαν πιο βαθιά, και τραβούσαν, όλο τραβούσαν κουπί τα δυο αγόρια - δυνατά, γερά o Αποστόλης, μαλακά και πιο κουρασμένα ο Γιωβάν.

Ώσπου χαμήλωσε ο ήλιος μπροστά τους, και κρύφθηκε πίσω από τα βουνά, και κατέβηκε το σούρουπο, και σκοτείνιασε λίγο λίγο, και νύχτωσε ολότελα.

___________________

Σημ. 4ου κεφ.

1. Γιουβάρια: Καλύβες ψαράδικες στις εκβολές του Λουδία.

Page 67: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

5. Κάτω Καλύβες

ΤΙΣ ΕΙ;...

Γλυκοχάραζε... Η αντρίκια δυνατή φωνή αντιλάλησε πάνω στο νερό.

Κροτάλισμα σκανδάλης όπλου ακούστηκε καθαρά, και, παρακάτω, το νεροβούτημα κάποιου κουπιού σίγησε μεμιάς.

Μα κανένας δε φαίνουνταν. Καλάμια παντού, σκιές, βάτοι. Και το τρομαγμένο πέταγμα νερόκοτας κάπου κοντά... Μια αγορίστικη άγουρη φωνή σηκώθηκε από μέσα από τα καλάμια.

-Μην τραβάς, κυρ εύζωνα! Ρωμιός εδώ!... Είμαι o Αποστόλης ο οδηγός!

-Έβγα από τα καλάμια!... Πού είσαι;...

Μια πλάβα ξεπρόβαλε από πυκνά φυλλώματα, βγήκε στη νερομάνα που κυλούσε αργά, ανατολικά. Όρθιος μες στην πλάβα στέκουνταν ένας άντρας αρματωμένος ώς τα δόντια, και άλλος, με κάπα, κάθουνταν στο κουπί.

Συνάμα, από το αντικρινό μέρος του νερού, άλλη πλάβα χώρισε και τσάκισε μερικά καλάμια και βγήκε και αυτή στ' ανοιχτά. Μέσα ήταν μόνο δυο παιδιά. Το μικρότερο χλωμό, λιγνό, ξαγρυπνισμένο, μόλις κρατιούνταν με τα δυο του χέρια στην κουπαστή της πλάβας.

-Ποιος είναι ο Αποστόλης ο οδηγός, από τους δυο σας; ρώτησε ο άντρας.

-Εγώ, αποκρίθηκε ο πιο μεγάλος. Ερχόμαστε από τους Αποστόλους. Μας βρήκε η νύχτα στα νερά.

-Και ποιον ζητάτε;

-Τον καπετάν Άγρα.

Page 68: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Έχεις κανένα συστατικό;

-Όχι. Μα οδήγησα τον καπετάν Νικηφόρο στο Τσέκρι· ήμουν μαζί του τρία μερόνυχτα...

- Και πού το ξέρω πως εσύ οδήγησες τον καπετάν Νικηφόρο;

-Μου χάρισε τούτο το σταυρό, αποκρίθηκε ο Αποστόλης, τραβώντας τον από τον κόρφο του. Να, δες τον!

-Και πώς το ξέρω πως είναι δικός του αυτός o σταυρός;... Πες το σύνθημα!

Ο Αποστόλης δεν το ήξερε. Μα και δεν τα 'χασε.

-Δεν ξέρω το σύνθημα, αποκρίθηκε, γιατί ήλθα χωρίς να το πω στο Τσέκρι. Μα πήγαινέ με στον αρχηγό σου. Έχω σπουδαία να του πω.

-Και ποιος μου λέει πως είσαι αξιόπιστος;... άρχισε ο αρματωλός.

Μα τον διέκοψε ο άλλος με την κάπα.

-Έλα, ντροπή, Νάσο! του είπε. Δε βλέπεις πως είναι βυζανιάρικα; Αν σ' άκουε ο Αρχηγός, Θα σου λιάνιζε τ' αφτιά!

Ο πρώτος δίστασε ακόμα μια στιγμή, και αποφασίζοντας είπε:

-Καλά· ακολούθα με την πλάβα σου!

Έβγαλε ένα φώναγμα, και άλλο του αποκρίθηκε από πέρα από τα καλάμια.

-Επίσκεψη εδώ!... φώναξε ο Νάσος.

Αργά κωπηλατώντας ανέβαινε ο πλαβαδόρος το νεκρό σχεδόν ρεύμα του νερού, και ακολουθούσε ο Αποστόλης, πηγαινοφέρνοντας το πλατσί του.

Άλλη πλάβα ξεπρόβαλε μπροστά τους, μ' έναν πλαβαδόρο που ήταν και αυτός οπλισμένος, και ο Νάσος και ο σύντροφός του παραμέρισαν τη δική τους πλάβα, να περάσουν τα δυο αγόρια.

Page 69: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Τον αρχηγό γυρεύουν, εξήγησε ο Νάσος. Έρχονται, λέει, από το Τσέκρι. Οδήγησέ τους εσύ, Μιχάλη· εμείς είμαστε βάρδια...

Με περιέργεια κοίταζε ο Μιχάλης τα δυο παιδιά.

-Δεν είσαι συ ο Αποστόλης ο οδηγός; ρώτησε.

Χαρούμενος αποκρίθηκε ο Αποστόλης:

-Εγώ είμαι! Πώς με ξέρεις;

-Ε! Δε μας οδήγησες εσύ από τη θάλασσα στο Βάλτο; Δε θυμάσαι τον καπετάν Καψάλη; Ήμουν με το μακαρίτη.

-Και ήσουν μαζί του στη μάχη; ρώτησε αναμμένος ο Αποστόλης...

-Έτυχε να μ' έχει στείλει για μήνυμα, σαν τον χάλασαν. Αλλιώς θα ήμουν κι εγώ μακαρίτης. Τώρα είμαι με τον καπετάν Άγρα. Έλα να σε μπάσω στο πάτωμα.

Θριαμβευτικά χαιρέτισε ο Αποστόλης τον Νάσο, βγάζοντας το καλπάκι του και σκύβοντας ως κάτω.

Ο άλλος γέλασε.

-Εγώ κάνω το καθήκον μου να ρωτώ. Βάρδια είμαι, είπε. Να που σε ξέρει ο Μιχάλης, πως είσαι o οδηγός. Στο καλό!...

Όλη αυτή τη σκηνή την είχε ακολουθήσει σιωπηλά o Γιωβάν, βαστώντας δεξιά και αριστερά την κουπαστή να στηριχθεί, τρέμοντας μην του απευθύνει κανένας το λόγο και δεν ξέρει ν' αποκριθεί.

Του έγνεψε γελαστά ο Αποστόλης να ησυχάσει, κι έπιασε το πλατσί.

Εμπρός οδηγούσε ο Μιχάλης την πλάβα του, από στενούρια, μονοπάτια κυρτά, στραβοδίβολα, όπου τα καλάμια έκοβαν τη θέα σε κάθε γύρισμα, και πίσω ακολουθούσαν τ' αγόρια, κουρασμένα, αποκαμωμένα από την αγρυπνιά και την αφαγιά.

Page 70: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σ' ένα γύρισμα, ξαφνικά, ξεσκεπάστηκε μια καλύβα μεγάλη, καλοχτισμένη, με πρόχωμα ψηλό ολόγυρα στο άσκεπο πάτωμα, που το 'κανε ταμπούρι αληθινό.

Πλάβες πολλές ήταν αραγμένες ολόγυρα, και άντρες μπαινόβγαιναν στην καλύβα, ετοίμαζαν σακίδια, όπλα, φυσίγγια, ψωμιά. Η καλύβα όλη ήταν σ' εξέγερση, οι άντρες ανυπόμονοι, βιαστικοί.

Ένας ανάμεσά τους, ξεχώριζε ήσυχος, γελαστός. Ήταν μάλλον κοντός, φορούσε κοντοβράκι και μπότες, και πάνω από το ανταρτικό του αμπέχονο ήταν ζωσμένος φυσίγγια σε αράδα από πέτσινες τσέπες. Ένα ζευγάρι κιάλια κρέμουνταν στο στήθος του, και τα μαλλιά του, πυκνά και σγουρά, ήταν ξεσκούφωτα.

Στέκουνταν στο πάτωμα, στην άκρη, και ακουμπούσε το χέρι σ' ένα βραχύκανο τουφέκι.

Μισοσφάλησε τα μάτια του, ν' αντικρίσει την αντηλιά του νερού καθώς πλησίαζαν οι δυο πλάβες με τον Μιχάλη και τ' αγόρια, και αναγνωρίζοντας τον Γιωβάν ανορθώθηκε.

-Το Βουλγαράκι! αναφώνησε. Βρε μικρέ - πού βρέθηκες πάλι;

Ταραγμένος έσκυψε ο Γιωβάν στο αυτί του Αποστόλη:

-Αυτός είναι ο καπετάν Άγρας! του ψιθύρισε βουλγάρικα.

Αμίλητος θαύμαζε ο Αποστόλης.

Πλεύρισαν οι πλάβες, και Μιχάλης και αγόρια ανέβηκαν στο πάτωμα.

Ο Άγρας τους σίμωσε.

-Τι μου φέρνεις τέτοια κλωσόπουλα σε ώρα εκστρατείας, βρε Μιχάλη; ρώτησε πρόσχαρα. Ο Μιχάλης δικαιολογήθηχε.

-Το μικρό δεν το ξέρω, αποκρίθηχε. Μα ο μεγάλος δεν είναι κλωσόπουλο. Είναι ο Αποστόλης ο οδηγός, που ξέρει το δρόμο του Βάλτου απέξω και ανακατωτά.

-Εσύ είσαι οδηγός; ρώτησε ο Άγρας μετρώντας με τη ματιά το μπόι του αγοριού.

Page 71: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Εγώ είμαι! αποκρίθηκε υπερήφανα ο Αποστόλης. Έρχομαι από το Τσέκρι, όπου οδήγησα τον καπετάν Νικηφόρο με το σώμα του.

-Τι μου λες; αναφώνησε ο Άγρας. Ώστε έφθασε επικουρία; Και τούτο το Βουλγαρόπουλο, τι σου είναι; πρόσθεσε δείχνοντας τον Γιωβάν, που μόλις στέκουνταν στα πόδια του.

-Είναι παραγιός μου· είναι βουλγαρόφωνος, μα αφοσιωμένος σε μένα, αποκρίθηκε πάλι ο Αποστόλης. Αυτός ανακάλυψε πως βρίσκεσαι εδώ, στις Κάτω Καλύβες, και ήλθε και μου το είπε, και με οδήγησε εδώ για να σου πω μαντάτα που θα σ' ενδιαφέρουν, καπετάν Άγρα. Ο Αποστόλ Πέτκωφ, που τον νομίζουν στα Κουρφάλια και στο Μπόζετς, κρύβεται στο Ζερβοχώρι.

-Στο Ζερβοχώρι; Εδώ; Κάτω από τη μύτη μας;

Κοντοστάθηχε ο Άγρας και ρώτησε:

-Ποιος σου το 'πε;

Ο Αποστόλης με το δάχτυλο έδειξε το χλωμό παιδί πλάγι του.

-Τούτος! αποκρίθηκε. Πήγε και τον ανακάλυψε. Και τον είδε! Και τον έστειλε ο Πέτκωφ να σε βρει εσένα, καπετάν Άγρα, να σε κατασκοπεύσει. Ξέρει πως είσαι στο Βάλτο και του είπε να του πάγει πληροφορίες.

Ο Αποστόλης κορδώθηκε:

-Μα είναι δικός μου, πρόσθεσε. Ήλθε και μου το είπε μένα, και με οδήγησε στην καλύβα σου. Από το πρωί χθές, κωπηλατούμε. Μας βρήκε η νύχτα στα νερά.

-Γι' αυτό έχει τέτοια χάλια ο μικρός;

Με το χέρι έγνεψε ο Άγρας του Γιωβάν:

-Κάτσε μικρέ, του είπε σπρώχνοντάς του ένα μάτσο ραγάζι. Καλέ, αυτό μοιάζει ξεψυχισμένο!

Page 72: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Πεινούμε κιόλα, είπε λίγο ντροπαλά ο Αποστόλης, είμαστε νηστικοί από χθες το μεσημέρι...

Ο Άγρας έκανε νόημα σ' έναν από τους άντρες που είχαν μαζευτεί γύρω του ν' ακούσουν.

-Καφέ ζεστό, και ψωμί, και τυρί, και... και ό,τι άλλο έχετε! πρόσταξε.

Πρόθυμα έτρεξαν δυο τρεις άντρες να φέρουν φαγί. Κι ενόσω καταβρόχθιζαν τα δυο πεινασμένα αγόρια το ψωμοτύρι τους, εξακολουθούσε ο Άγρας την ανάκριση:

-Πού και πώς έμαθε αυτό το νήπιο πως κρύβεται o Αποστόλ Πέτκωφ στο Ζερβοχώρι; ρώτησε.

Σύντομα του διηγήθηκε ο Αποστόλης όσα ήξερε περί Γιωβάν, και πως τον έστειλε ο θειός του να βρει έναν ανύπαρκτο καπετάν Γιάννη, πως του είπε ο Αποστόλ Πέτκωφ ότι σύγχιζε τα ονόματα Γιάννη με Άγρα, και πως ο καπετάν Άγρας ήταν στο Βάλτο κι έκοβε το δρόμο της Αγια-Μαρίνας, του χωριού όπου είχαν αποθήκες.

Ο Άγρας γέλασε καλόκαρδα. -Ώστε μας πήραν μυρωδιά, παιδιά!... είπε στους άντρες του. Και γυρνώντας πάλι στον Αποστόλη:

-Ξέρει ο μικρός αν γνωρίζει ο Πέτκωφ και τις δυνάμεις μας, και πως πιάσαμε τις καλύβες Αγια-Μαρίνα και Βαγγέλη; ρώτησε.

Ο Αποστόλης μετέφρασε το ρώτημα.

-Όχι, αποκρίθηκε ο Γιωβάν, δεν ήξερε καλά. Μου είπε μόνο πως είναι από το μέρος του χωριού.

-Καλά! είπε ο Άγρας σαν άκουσε την απάντηση.

Μα πες εσύ, Αποστόλη, μην ξέρεις πού πέφτει ένα πάτωμα που το λεν Κούγκα;

-Ξέρω, αποκρίθηκε ο Αποστόλης. Πέφτει κοντά στο Ζερβοχώρι. Μα το παράτησαν οι ψαράδες που το είχαν, γιατί ήταν πια χάλι...

Page 73: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Άγρας καταχαρούμενος σήκωσε το χέρι κι έγνεψε σ' ένα γέρο που κάθουνταν στο πρόχωμα, πλάγι στην καλύβα.

-Μπαρμπα Πασκάλ, του φώναξε, τελείωσαν τα βάσανά μας! Ξέρει τούτος πού είναι η Κούγκα.

Ο γερο Πασκάλ σηκώθηκε αργά, και σίμωσε χωρίς βία τον αρχηγό. Φορούσε ένα σκούφο που του σκέπαζε όλο το κεφάλι και τ' αυτιά, ώς κάτω στο σβέρκο.

-Τι λες; ρώτησε βουλγάρικα.

Ένας νέος λεβέντης, οπλισμένος σαν αστακός, είχε πλησιάσει και αυτός ν' ακούσει.

-Καπετάν Γκόνο,l του φώναξε ο Άγρας, πες του εσύ του μπάρμπα πως ξέρει τούτος ο μικρός πού είναι η Κούγκα.

Ο καπετάν Γκόνος κοίταξε τον Αποστόλη χωρίς πολλή πίστη.

-Ξέρεις εσύ πού είναι το Κούγκα; ρώτησε με ξένη προφορά και δυσκολοβρίσκοντας τις λέξεις του.

Λίγο σαστισμένος για τόσα βουλγάρικα που άκουε γύρω του, σώπαινε ο Αποστόλης. Ο Μιχάλης, που έστεκε πλάγι του, του έδωσε μια στην πλάτη.

-Ε, κουτέ, του είπε γελαστά, δεν ξέρεις τον καπετάν Γκόνο, που έχει δώσει τόσες μάχες και που βαστά την καλύβα Πρίσνα; Πως είναι βουλγαρόφωνος δε θα πει και πως είναι Βούλγαρος! Κανένας Βούλγαρος δε σιμώνει εδώ.

Σιωπηλά σήκωσε ο Αποστόλης το βλέμμα του στο γερο-Πασκάλ.

-Και αυτός δικός μας έγινε! είπε χαρωπά ο καπετάν Άγρας, χαϊδεύοντας τον ώμο του γέρου. Εμείς δεν κακομεταχειριζόμαστε κανένα, ε, μπαρμπα-Πασκάλ; Κάτι ξέρεις εσύ από ξύλο και μαχαίρι βουλγάρικο!

Μα ο γέρος δεν είχε καταλάβει. Κοίταζε μια τον αρχηγό, μια τον Αποστόλη.

Page 74: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Βουλγάρικα του είπε ο καπετάν Γκόνος, με δυο λόγια, πως αυτό το αγόρι, κι έδειξε τον Αποστόλη, ήξερε πού έπεφτε το πάτωμα Κούγκα.

Με δυσπιστία τον κοίταξε και ο γέρος.

-Πού είναι; ρώτησε.

-Κοντά στο Ζερβοχώρι, αποκρίθηκε βουλγάρικα o Αποστόλης.

-Το ξέρω κι εγώ, χαχάνισε ο γέρος, μα δε βρίσκεται πια.

-Τι λέγει; ρώτησε ο Άγρας.

-Λέγει πως ξέρει πού είναι, μα δε βρίσκεται πια, μετέφρασε κουτσά στραβά ο Γκόνος.

-Δε βρίσκεται πια, γιατί τα καλάμια και τα νούφαρα σκέπασαν τα μονοπάτια, είπε ο Αποστόλης ήσυχα.

Ο Άγρας τον μέτρησε πάλι με το βλέμμα από πάνω ώς κάτω, και χαμογέλασε. -Αν σου 'λεγα να τη βρεις, θα την έβρισκες; ρώτησε. -Την Κούγκα; Θα τη βρω, Καπετάνιε. Μα πρέπει να ξανανοίξεις μονοπάτια για να φθάσεις στο Γρουνάντερο. -Τι είναι αυτό; -Είναι μια μάνα που στριφογυρίζει σαν φίδι, σαν το έντερο, να πούμε, του γουρουνιού, και πηγαίνει στις βουλγάρικες καλύβες. Πέφτει κοντά στην Κούγκα. Μ' αν ανοίξεις από δω μονοπάτια, τα παλιά τα μονοπάτια των ψαράδων, πας πιο γρήγορα.

-Και ξέρεις να τα ξαναβρείς αυτά τα μονοπάτια;

-Θα τα βρω. Τα καλάμια θα είναι χαμηλότερα και πιο χλωρά.

Ο Άγρας του έδωσε χαϊδευτικά ένα μπάτσο.

-Σε παίρνω οδηγό! είπε γελαστά. Μα κοίταξε, μην παινεθείς του μπάρμπα, γιατί θα σε βάλει μπρος και δε συμφέρει. Είναι και αυτός καλός άνθρωπος και ξέρει πού βρίσκονται οι βουλγάρικες καλύβες. Ξέρει και όλα τα κατατόπια του Βάλτου.

Page 75: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Γύρισε κατά την καλύβα και φώναξε:

-Καπετάν Τυλιγάδη! Έλα δω.

Από την καλύβα βγήκε ένα γερό παιδί ώς είκοσι εικοσιπέντε χρόνων. Ήταν οπλισμένος και αυτός σαν όλους.

-Ειδοποίησε, Τυλιγάδη, και την καλύβα Αγια-Μαρίνα, να μας στείλει όλους τους στρατολογημένους μας χωρικούς, πρόσταξε. Θα πάμε ν' ανοίξομε μονοπάτια.

Εκείνη η ημέρα χαράχθηχε στη ζωή του Αποστόλη με χρώματα ανεξίτηλα. Του φάνηκε πως μεγάλωσε μια πήχη. Όλη μέρα ήταν κοντά στον καπετάν Άγρα, στον υπαρχηγό του τον καπετάν Τυλιγάδη, στους διαλεχτούς ευζώνους του Άγρα, που είχε μάθει και τα ονόματά τους: Αντώνης, Νίκος, Παυλής, Γιώργος, Δήμος, Κώστας και άλλους.

Είχε μιλήσει με το γερο-Πασκάλ, που αλήθεια ήξερε το Βάλτο σα να 'ταν σπίτι του, και είχε μάθει απο τον Μιχάλη το ιστορικό του· πως ήταν Βούλγαρος, μα πως ένα βουλγάρικο κόμμα, που μάλωνε με άλλο, τον είχε πιάσει και δείρει, και πως τους μισούσε όλους, και ήλθε στον καπετάν Άγρα και του πρότεινε να γίνει οδηγός του στο λαβύρινθο της Λίμνης.

Είχε δει ολη μέρα τους χωρικούς, που ποτέ δεν είχαν στρατολογηθεί, και πρώτη φορά πείθουνταν απο τον καπετάν Άγρα να δουλέψουν με μεροκάματο, ν' ανοίξουν μονοπάτια που θα χρησίμευαν στα ελληνικά σώματα. Τους είδε, καμιά εικοσαριά, να δουλεύουν όλη μέρα στο πηχτό μπερδεμένο δάσος από καλάμια. Είδε τον ίδιο τον καπετάν Άγρα να πηδά στα ρηχά νερά, και αμάθητος από δρεπάνι, να κόβει ομως αγκαλιές καλάμια, με βία και θέληση και κέφι που ξανάδινε κουράγιο στους κουρασμένους χωρικούς.

Είδε και ανέπνευσε ατμοσφαίρα ελληνική, ανάμεσα στα παλικάρια του καπετάν Άγρα, ατμοσφαίρα άφοβη, ελεύθερη, υπερήφανη, που τον έκανε και αυτόν να σηκώνει το κεφάλι, να ρίχνει πίσω τους ώμους, να στέκει σαν λεβέντης.

Και όταν το βράδυ γύρισαν όλοι στις Κάτω Καλύβες, και χωρίστηκαν οι μισοί στου Βαγγέλη, και οι άλλοι μισοί στην Αγια-Μαρίνα, όταν κάθισαν οι κουρασμένοι

Page 76: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

δουλευτάδες να φαν τη φασουλάδα που τους είχαν έτοιμη οι άντρες, όσοι είχαν μείνει να φυλάγουν τις καλύβες, χαρούμενος αποδέχθηχε ο Αποστόλης τα ντροπαλά χάδια του Γιοβάν και άκουσε τα φοβισμένα ψίθυρά του.

-Είπα πως δε θα γυρίσεις ποτέ, πως θα σε σκοτώσει ο Αποστόλ Πέτκωφ...

Και του αποκρίθηκε υπερήφανα:

-Ας δοκιμάσει τώρα! Μου χάρισε ο Αρχηγός ένα πιστόλι.

Και με καμάρι το έδειξε, χωμένο στη ζώνη του, όπως το είχαν οι άντρες του καπετάν Άγρα.

Και όταν έπεσαν όλοι να κοιμηθούν, και τα δυο αγόρια βρέθηκαν πλάγι πλάγι στη γωνιά τους, ο Γιωβάν διηγήθηκε ψιθυριστά στο μεγαλύτερό του όλα όσα είχε ακούσει στην καλύβα να λεν οι αντάρτες και οι χωρικοί του καπετάν Άγρα:

Ήταν Βούλγαρος ο μπαρμπα-Πασκάλ, αληθινός Βούλγαρος, και ήταν με τους κομιτατζήδες πρώτα. Μα σ' έναν καβγά, τον έδεσαν, τον τρύπησαν με μαχαίρια στα μπράτσα και στις γάμπες, και του έκοψαν τ' αυτιά του. Γι' αυτό φορούσε αυτό τον τσόχινο σκούφο που του σκέπαζε το κεφάλι όλο. Και τότε αυτός έφυγε από τους κομιτατζήδες και πήγε με τους Έλληνες που δε βασάνιζαν, λέει, ποτέ, κι εκείνος θα οδηγούσε, λέει, το σώμα του καπετάν Άγρα, στα πιο κρυφά του Βάλτου.

Και ο καπετάν Γκόνος ήταν Μακεδόνας από τα Γιαννιτσά. Τον έλεγαν Γκόνο Ζιώτα. Και όταν είπαν, στην αρχή του Αγώνος, οι Βούλγαροι, πως ήθελαν να ελευθερώσουν τη Μακεδονία από τους Τούρκους, είχε πάγει μαζί τους και είχε πολεμήσει. Μα σαν κατάλαβε πως ήθελαν αυτοί να την υποδουλώσουν και να την κάνουν βουλγάρικη, χωρίστηκε απ' αυτούς, έκανε δικό του σώμα, και όταν πήγε ο καπετάν Άγρας στη Νιάουσα με τους μετρημένους του ευζώνους, πήγε και τον έσμιξε.

Και σαν μπήκε ο καπετάν Άγρας στο Βάλτο, μπήκε και αυτός. Κι εγκαταστάθηκε στην Πρίσνα, καλύβα κοντά στους κομιτατζήδες, με μια και μόνη θέληση: να ξετοπίσει τους Βουλγάρους από το Ζερβοχώρι και από ένα σύμπλεγμα καλύβες που τις είχαν χτίσει αυτοί κοντά του, μες στο δασωμένο μέρος της Λίμνης και στην ακρολιμνιά.

Page 77: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Και σαν φύγατε σεις σήμερα, έφυγε και αυτός και γύρισε στην Πρίσνα, πρόσθεσε ο Γιοβάν.

-Και τα ξέρει όλα αυτά ο καπετάν Άγρας; ρώτησε ο Αποστόλης.

Ναι, τα ήξερε όλα, του είπε ο μικρός. Τα ήξεραν και άλλοι καπεταναίοι. Μα δεν ήξεραν να βρουν τις βουλγάρικες καλύβες. Και οι ψαράδες φοβούνταν να τους οδηγήσουν. Μόνος ο γερο-Πασκάλ, που τον πλήρωναν κιόλας γερά, δέχτηχε να τις δείξει.

Τα ήξερε όλα αυτά και ο καπετάν Ματαπάς, όσο ήταν στο Βάλτο. Και πριν φύγει...

-Έφυγε; διέκοψε ο Αποστόλης. Πότε;

-Είναι κανένα δυο μήνες, ίσως και περισσότερο· ήταν καλοκαίρι σαν τον είδα εγώ. Μα έσπασε, λέει, το πόδι του...

-Πώς το 'σπασε;

-Έτσι, περπατώντας. Παραπάτησε κι έσπασε το πόδι του στο καλάμι. Τον πήραν σηκωτό από το Βάλτο...

-Και πού τον πήγαν;

Ο Γιωβάν σήκωσε τα φρύδια του κι έσπρωξε μπρος τα χείλια του.

-Κανένας δεν ξέρει. Σε κάποιου γιατρού κτήμα, λένε. Μα τον ζήτησαν οι Τούρκοι και δεν τον βρήκαν. Τον καπετάν Ματαπά κανένας δεν τον βρίσκει ποτέ. Είναι σαν τον Αποστόλ Πέτκωφ-φάντασμα...

-Και τώρα πού είναι;

-Δεν ξέρω. λεν πως τώρα πολεμάει στον Όλυμπο.

-Λοιπόν; ρώτησε ο Αποστόλης.

-Λοιπόν, έκαναν αυτοί οι καπεταναίοι -Ματαπάς, Κλάπας, και άλλοι- πολλά γιουρούσια, αποκρίθηκε ο Γιωβάν.

Page 78: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Και διηγήθηκε όσα έλεγαν οι άντρες, πως όλα αυτά ήταν, λέει, λάθη.

-Και μόνος ο καπετάν Άγρας...

Κόλλησε ο μικρός τα χείλια του στο αυτί του μεγάλου και ψιθύρισε, σκεπάζοντας το στόμα του με το χέρι:

-Ξέρεις; Είναι αξιωματικός Έλληνας ο καπετάν Άγρας... Από τον Ελληνικό Στρατό... Μην το λες!

-Όχι. Μα ποιος σου το είπε σένα;

-Είπε ένας από τους άντρες: «Εγώ δεν είμαι μαθημένος να σκύβω τους ώμους· είμαι ελεύθερος πολίτης Έλληνας. Και μόνο από αγάπη για τον αξιωματικό μου...» να δεις, είπε μια δύσκολη λέξη...

Στάθηκε ο μικρός να θυμηθεί και πρόφερε ελληνικά: «Για τον ανθυπολοχαγό μου ήλθα εδώ». Και ύστερα ρώτησα έναν από τους χωρικούς, τον λένε Χρήστο και ήταν, λέει, και αυτός αντάρτης στα βουνά, μ' έναν καπετάν Μπούα,2 που πληγώθηκε και αναγκάστηκε να γυρίσει στην Ελλάδα και ξέρει βουλγάριχα. Λοιπόν τον ρώτησα τι θα πει ανθυπολοχαγός, και μου είπε: «Τίποτα. Γιατί ρωτάς;» Μα εγώ δεν του είπα πως τ' άκουσα και το κατάλαβα. Σου το λέω μόνο σένα. Μα με στραβοκοίταξε κείνος και είπε: «Nα την ξεχάσεις αυτή τη λέξη. Δε θα πει τίποτα!» Και ύστερα, σαν νόμιζε πως δεν ακούω, είπε στον άλλο, ελληνικά: «Nα προσέχεις σαν μιλάς μπρος στο Βουλγαράκι. Δεν πρέπει να ξέρει ποιος είναι ο Αρχηγός μας, ούτε πως είμαστε από τον Ελληνικό Στρατό». Μα εγώ τον άκουσα, και ξέρω πως ο Αρχηγός είναι αξιωματικός.

Αυστηρά του είπε ο Αποστόλης:

-Δεν κάνει να κρυφακούεις. Ποτέ!

-Όχι; έκανε ανήσυχα ο Γιωβάν.

-Όχι, ποτέ! Μου το είπε η κυρία Ηλέκτρα. Λέγει πως είναι πολύ κακό.

Ο Γιωβάν έσκυψε πάλι στο αυτί του άλλου.

Page 79: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Αν δεν είχα κρυφακουσει, πώς θα ήξερα πως o Αποστόλ κρύβεται στο Ζερβοχώρι; ρώτησε.

Τα λόγια αυτά στενοχώρεσαν τον Αποστόλη.

-Η κυρία Ηλέκτρα λέγει πως ποτέ δεν πρέπει να κρυφακούς. Μα εγώ νομίζω πως για τους κομιτατζήδες δεν πειράζει, του είπε. Για τους δικούς μας όμως δεν πρέπει.

Και πρόσθεσε:

-Άλλωστε μπορεί και να μην κατάλαβες καλά. Και δεν πρέπει να το μεταπείς.

Ο Γιωβάν σώπασε, μουδιασμένος. Του είπε ο Αποστόλης:

-Τι σου λέγανε οι άντρες; Πώς ήταν ανοησίες τα γιουρούσια; Γιατί;

-Δε μου τα λέγανε μένα· τα λέγαν μεταξύ τους. Είπαν πως πρώτος ο καπετάν Άγρας κατάλαβε πως με γιουρούσια δε γίνεται τίποτα. Πως όσο βαστούν οι κομιτατζήδες το Βάλτο, του κάκου τους χτυπούν απέξω. Και τότε μπήκε κείνος στο Βάλτο, έπιασε τούτες τις δυο καλύβες, και θέλει τώρα να βρει ένα πάτωμα που το λεν Κούγκα, για να είναι πιο κοντά στο Ζερβοχώρι. Το βρήκες Αποστόλη;

-Όχι ακόμα. Πρέπει ν' ανοίξουμε δρόμους. Είναι όλοι σβησμένοι από κείνο το μέρος. Μα ξέρω πού είναι.

Και ρώτησε:

-Έκανε μάχες ο καπετάν Άγρας;

-Δεν καταλάβαινα όλα όσα είπαν, αποκρίθηκε o Γιωβάν. Μιλούσαν τόσο γρήγορα! Μα φαίνουνταν ν' αγαπούν πολύ τον Καπετάνιο τους. Κι ένας ενθουσιάστηκε και είπε: «Είναι ο πρώτος αξιωματικός του Ελληνικού στρατού!» Και ο Χρήστος πάλι με στραβοκοίταξε και τους είπε κάτι σιγά σιγά.

Ο Αποστόλης έστριψε στο πλάγι προς το μικρό. Ήταν στενοχωρημένος.

Page 80: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Άκου δω, Γιωβάν, είπε χαμηλόφωνα, αλλ' αυστηρά· εμένα δεν πειράζει που μου τα είπες όλα αυτά. Αλλά, καημένε μου, αν τα μεταπείς!... Δάκρυα έτρεμαν πάλι στη φωνή του Γιωβάν, που ρώτησε: - Θες να φιλήσω σταυρό; -Όχι, είπε σοβαρά ο Αποστόλης. Τον φίλησες χθες και μου υποσχέθηκες να μη μιλήσεις. Κοίταξε να βαστάξεις τον όρκo σου...

Τα δυο παιδιά σώπασαν. Λίγη ώρα ακόμα άκουσε o Αποστόλης τον Γιωβάν που μουσούνιζε καταπίνοντας τα δάκρυά του. Μα δεν του μίλησε πια. Ο ίδιος ήταν σκοτισμένος με όσα άκουσε, ήταν θυμωμένος με τους άντρες του καπετάν Άγρα, που πετούσαν έτσι αστόχαστα τέτοια λόγια. Μπορούσε να 'ναι και Βούλγαρος απ' έξω και να τ' ακούσει...

Ώσπου τον πήρε ο ύπνος, πλάγι στον ήδη κοιμισμένο Γιωβάν.

___________________

Σημ. 5ου κεφ.

1. Καπετάν Γκόνος Ζιώτας: Οπλαρχηγός Μακεδόνας, βουλγαρόφωνος, αλλά φανατικός Έλληνας Πατριαρχικός. Σκοτώθηκε αργότερα σε μάχη, μέσα του 1907. 2. Καπετάν Μπούας: Υπομοίραρχος Σπυρομήλιος. Υπηρέτησε στο Κέντρο Θεσσαλονίκης, από Σεπτέμβριο 1904 ώς Ιανουάριο 1905, και ως αρχηγός σώματος Βοδενών, από Απρίλη ώς Αύγουστο 1905.

Page 81: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

6. Η κυρία Ηλέκτρα ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ, από τις Κάτω Καλύβες ξεκινούσαν οι κατραμωμένες μαύρες πλάβες, με τους εργάτες χωρικούς και τους οπλισμένους αντάρτες, ν' ανοίξουν δρόμους κυρτούς, στριφτούς, μυστικούς, μες στη φουντωτή δεντροπυκνάδα της Λίμνης, κατά τις βουλγάρικες καλύβες. Κάθε μέρα, μες στα νερά ώς τα γόνατα, φύλαγαν οι εύζωνοι του καπετάν Άγρα τους στρατολογημένους χωρικούς, που έκοβαν στοίβες καλάμια, ξερίζωναν μάτσους από πλατόφυλλα χαμόδεντρα,σκέπαζαν με ψεύτικες τούφες από κλαριά και φύλλα την είσοδο του μονοπατιού, μην την βρουν οι Βούλγαροι σε καμιά τους περιπολία και στήσουν καμιάν ενέδρα.

Μα ήταν αργή η δουλειά, λίγοι οι εργάτες, πολύδουλο το κόψιμο των καλαμιών, σκληρό το ξερίζωμα των θάμνων. Και όλο κατασκόπευαν κατά τις βουλγάρικες καλύβες. Και την Κούγκα δεν την έβρισκαν.

- Θα την κατέστρεψαν καμιάν ώρα, έλεγαν οι άντρες. Μα ο γερο-Πασκάλ κουνούσε αρνητικά το κεφάλι, και όλο τραβούσαν βόρεια, και όλο άνοιγαν μονοπάτια.

-Είναι πιο προς τ' αριστερά, καπετάν Άγρα, επέμενε κι έλεγε ο Αποστόλης. Είναι πέρα από το Γρουνάντερο. Το ξέρω καλά πού είναι. Δε φθάσαμε ακόμα.

Μα στο μεταξύ είχαν απομακρυνθεί από τις Κάτω Καλύβες, και με τις επτά του μόνο πλάβες και τους δώδεκα ευζώνους κινδύνευε ο καπετάν Άγρας να πέσει σε βουλγάρικη παγίδα, να ματαιώσει το σκοπό του και να ρίξει τους χωρικούς του στην εκδίκηση των κομιτατζήδων.

Ένα βράδυ, στου Βαγγέλη την καλύβα, μάζεψε τους υπαρχηγούς του, το γερο-Πασκάλ, τους ευζώνους του, κι έκανε συμβούλιο. Ο καθένας είπε τη γνώμη του, και όλους τους άκουσε ο Αρχηγός. Τελευταίος μίλησε κείνος.

Ήταν, λέγει, πολύ μικρό το σώμα του, πολύ λίγες οι πλάβες για να επιχειρήσει μ' επιτυχία επίθεση στις βουλγάρικες καλύβες. Ήταν και πολύ μακριά τώρα τα έργα τους, έχαναν πολλή ώρα να φθάσουν το πρωί και να γυρίσουν το βράδυ. Καλό ήταν να χτίσουν μια μικρή καλύβα στο μισό δρόμο και να την οχυρώσουν, έτσι που να έχουν αποκούμπι.

Μα και αυτό δεν έφθανε. Σ' ένα δυο τολμηρές περιπολίες, που είχε κάμει με λίγους άντρες του κατά τα βουλγάρικα λημέρια, είχε αντιληφθεί πως οι κομιτατζήδες ήταν πολλοί, καλά οχυρωμένοι, σε σύμπλεγμα σημαντικό από καλύβες, και πως είχαν στόλο ολόκληρο από πλάβες.

-Εμείς είμαστε λίγοι, με ασήμαντες πλάβες, μακριά από κάθε βοήθεια. Έχομε ανάγκη από ενίσχυση... Έριξε γύρω μια ματιά, που σταμάτησε στον Αποστόλη. Πας εσύ στου καπετάν Νικηφόρου, να του πεις να μας βοηθήσει; ρώτησε.

Page 82: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Αποστόλης, που είχε παρακολουθήσει από την αρχή τη συζήτηση, έτρεμε όλος.

-Θα πάγω, αν με στείλεις, κύριε Αρχηγέ, αποκρίθηκε με συγκίνηση. Μα κοντεύομε πια στην Κούγκα. Μη με βγάλεις τώρα από κει. Λίγη πια δουλειά μας μένει και θα βρούμε το πάτωμα.

Ο Άγρας τον κοίταζε συλλογισμένος.

-Αν δεν πας εσύ, ποιος θα του το πει; Έχομε πολύ λίγους πολεμιστές για να στερηθούμε έστω κι έναν, μουρμούρισε.

Με το δάχτυλο έδειξε ο Αποστόλης τον Γιωβάν, που σταυροπόδι, παράμερα, κοίταζε και άκουε.

-Στείλε τον αυτόν, κύριε Αρχηγέ, είπε πνιχτά. Αυτός είναι άξιος να το κάνει.

-Αυτός ο πιτσιρίκος; έκανε ξαφνισμένος ο Άγρας.

-Αυτός ο πιτσιρίκος πήγε και ανακάλυψε τον Αποστόλ Πέτκωφ στο Ζερβοχώρι, κι έμαθε γι' αυτόν όσες πληροφορίες σου έδωσα, είπε ταραγμένος ο Αποστόλης. Και πριν, και ύστερα, μου έκανε ένα σωρό δουλειές, και αυτός με οδήγησε εδώ. Στείλε τον Γιωβάν, κύριε Αρχηγέ. Δε θα το μετανοιώσεις. Ξέρει και βουλγάρικα, και μικρός και πιτσιρίκος όπως είναι, θα περάσει εκεί που θα σκάλωνε άλλος.

Ο Άγρας δεν αποκρίθηκε. Συλλογισμένος κοίταζε τον Γιωβάν, που τον κοίταζε κι εκείνος -τα μαύρα του μεγάλα μάτια πλατιά ανοιγμένα.

Γύρω οι άντρες συζητούσαν, μουρμούριζαν, αμφέβαλλαν.

-Τι ξέρει αυτό το μουρέλι;

-Θα χρειάζεται και παραμάνα μαζί του.

-Θα μας πάρει όλους στο λαιμό του...

Ο Νάσος, που ήταν βάρδια και είχε παραλάβει την πλάβα με τα δυο αγόρια, την αυγή που έφθασαν στις Κάτω Καλύβες, είπε, αργοκουνώντας με δυσπιστία το κεφάλι:

-Ούτε θα πιστέψει ποτέ ο καπετάν Νικηφόρος, πως το πίτσικο αυτό έρχεται από μέρους σου, κυρ Αρχηγέ.

Ο Αποστόλης πετάχθηκε πάνω.

-Θα του δώσω ένα σημάδι, αναφώνησε.

Και ξεκουμπώνοντας βιαστικά το αντερί1 του, έβγαλε σπάγκο και σταυρό και τα έτεινε στον Άγρα.

Page 83: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Κοίταξε, κύριε Αρχηγέ, το σταυρό αυτό μου τον έδωσε ο καπετάν Νικηφόρος. Αν του τον δείξει o Γιωβάν, θα τον αναγνωρίσει και θα πιστέψει ευθύς. Πίστεψε και συ, κύριε Αρχηγέ, στείλε τον Γιωβάν, το ξέρω πως θα κάνει καλά τη δουλειά!...

Ο Άγρας κοίταζε τον Γιωβάν, τρίβοντας συλλογισμένα το σαγόνι του. Τα μαύρα μάτια του παιδιού δεν άφηναν τα δικά του. Μεμιάς αποφάσισε ο Αρχηγός. Ανορθώθηκε, πήρε το σταυρό από τα χέρια του Αποστόλη και σιμώνοντας το μικρό, του πέρασε το σπάγκο στο λαιμό.

-Καταλαβαίνεις ελληνικά; τον ρώτησε. Ο μικρός κοκκίνισε.

-Καταλαβαίνω, αποκρίθηκε.

-Ξέρεις πού πέφτει το Τσέκρι, μια σκάλα...

-Το ξέρω, διέκοψε ο Γιωβάν.

-Είναι μακριά πολύ... και δεν μπορώ να σου δώσω πλάβα...

Ο Γιωβάν σήκωσε τον ώμο του, μα δε μίλησε.

-Μπορεί όμως να σε συνοδεύσει... (γύρισε κατά ένα χωρικό μεσόκοπο και ηλιοκαμένο, τον μόνο έξω από το σώμα του που κράτησε στη σύσκεψη)... Μπορεί να σε συνοδεύσει ο Θεόδωρος, που είναι από το Πλατύ...

Τον διέκοψε ο Γιωβάν:

-Δεν έχω ανάγκη, είπε αργά, γυρεύοντας τις ελληνικές του λέξεις. Ξέρω το δρόμο, θα πάγω πιο γρήγορα μόνος. Βγάλε με μόνο στην ξηρά...

Οι υπαρχηγοί πλησίασαν τον Άγρα.

-Δεν είναι φρόνιμο, του είπαν. Δεν είναι σοβαρά καμώματα...

Μα ο αρχηγός είχε αποφασίσει. Καλόκαρδα χαμογέλασε του Γιωβάν.

-Αύριο ξημερώματα, του είπε. Θα σε πάγει η πλάβα στην ακρολιμνιά. Θα σου πω αύριο τι έχεις να μεταπείς.

Κοιμήθηκε λίγο και ταραγμένα εκείνη τη νύχτα o Γιωβάν. Η σκέψη της δουλειάς και της ευθύνης, η υπερηφάνεια που τον φούσκωνε, τον κρατούσαν σε αδιάκοπη διέγερση.

Πριν ξημερώσει ήταν στο πόδι. Πλύθηκε, χτενίστηκε, διόρθωσε τη ζώνη του, ήθελε να είναι παρουσιάσιμος και καθαρός.

Όταν τον άφησε η πλάβα σ' ένα έρημο μέρος της νότιας ακρολιμνιάς, ένιωσε τον εαυτό του μεγάλο και ελεύθερο.

Page 84: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ήταν μαθημένος στη μοναξιά. Όχι όμως στην ελευθερία. Πήγαινε συχνά όπου ήθελε. Μα πάντα με τη γνώση πως θα το πληρώσει με ξύλο, με νηστεία, συχνά με χειρότερες αγριότητες.

Τώρα ήταν πάλι μόνος, μα χωρίς πια την έννοια πως θα 'χει ν' αντιμετωπίσει το θυμό του Άγγελ Πέιο. Έπειτα, εργάζουνταν τώρα για τον Αποστόλη. Είχε αρχίσει να τον μεταχειρίζεται ο Αποστόλης. Και η δουλειά τον γέμιζε υπερηφάνεια. Ήταν εμπιστευτική.

Μέρες κι εβδομάδες τώρα, που ζούσε μ' Έλληνες και άκουε ελληνικά, τα είχε μάθει, τα καταλάβαινε όλα. Μα για πιο ασφάλεια, του είχε μεταφράσει βουλγάρικα ο Αποστόλης κάθε φράση του καπετάν Άγρα, του είχε εξηγήσει κάθε παραγγελιά. Και όταν θέλησε ο καπετάν Άγρας να του δώσει χρήματα για το δρόμο, καλά του είχε πει ο Αποστόλης: «Δεν κάνει, κύριε Αρχηγέ, είναι μικρός, και δεν μπορεί να έχει κερδίσει γρόσια. Αν τον πιάσει κανένας, θα βάλει υποψίες πως τα 'κλεψε ή πως τον στέλνουν πληρωμένο για ανταρτική δουλειά».

Κι έτσι του είχαν δώσει μόνο τροφή στο σακίδι, που κρέμουνταν στο πλευρό του.

Του είχε συμπληρώσει και τις οδηγίες ο Αποστόλης, που ήξερε τα κατατόπια ολόγυρα στο Βάλτο, πού να σταθεί για ξεκούραση, πού να κοιμηθεί, τι να πει αν τον ρωτήσουν.

Και πήγαινε τώρα μόνος, ελεύθερος, μεγάλος άντρας πια.

*

Είχαν σχολάσει τα παιδιά, και γύρω στη δασκάλα μαζεμένα, σαν σπουργίτια, τσίριζαν, μιλούσαν όλα μαζί, ποιο να δώσει μια δικαιολογία για το ξύλο που έπεσε, ποιο να ζητήσει μια πληροφορία ή μια συμβουλή, ποιο να κλαυθεί για το άδικο που του έγινε, και ποιο να πάρει ένα τελευταίο χάδι.

Και η δασκάλα όλα τ' άκουε, σ' όλα απαντούσε, παρηγορούσε, χάιδευε, όλα τα πρόφθαινε, όλα τα καληνύχτιζε.

-Άιντε, πάτε τώρα, τους είπε.

Και με μια ματιά κατά τα σύννεφα που κατρακυλούσαν λαφριά και ρόδινα στη δύση, πρόσθεσε:

-Δε θα βρέξει πια απόψε, θα 'χομε αστροφεγγιά· θα στεγνώσει ο δρόμος. Και αύριο...

Ένα αγόρι που είχε βγει έξω, με τη στέκα που του έδερνε το γόφο, ξαναμπήχε τρεχάτο στην αυλή, τη διέκοψε.

-Κυρία Ηλέκτρα! Κυρία Ηλέκτρα! Σε ζητάει απ' έξω κάποιος.

-Με ζητάει; Τι με θέλει; Ας έλθει μέσα.

Page 85: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Μοιάζει ζητιάνος. Είναι μικρός. Μοιάζει πολύ φτωχός...

-Φέρ' τον μέσα. Στάσου· έρχουμαι εγώ... Ακουμπισμένος στο κούφωμα της αυλόπορτας, στέκουνταν ένας μικρός. Φορούσε ζιάκα, κάπα και τσαρούχια, μα ήταν τόσο λασπωμένος, που έμοιαζε να είχε βουτήξει στο βούρκο. Με τα δυο χέρια απλωμένα, στηρίζουνταν πίσω στον τοίχο, και τα γόνατά του έτρεμαν, έτοιμα να λυγίσουν.

Γύρισε ο μικρός το βλέμμα απάνω της.

-Η Κυρία Ηλέκτρα; μουρμούρισε με κόπο.

-Εγώ είμαι... Έλα μέσα να καθίσεις...

Έκανε ο μικρός να ορθωθεί, μα λύγισαν τα πόδια του κι έπεσε στο υγρό από τη βροχή χώμα. Σμήνος μαζεύτηκαν τα παιδιά γύρω του, ποιος να τον τραβήξει, ποιος να τον σηκώσει, ποιος να τον ξεκουμπώσει.

Τα παραμέρισε η δασκάλισσα, και με τη βοήθεια μόνο του μεγαλύτερου κοριτσιού σήκωσε το ξένο παιδί στην αγκαλιά της και το πήγε μέσα στο σχολείο.

Κανένα παιδί δεν ήθελε πια να φύγει. Περίεργα μαζεύτηκαν όλα στην τάξη, τα μεγαλύτερα πρόθυμα να βοηθήσουν, τα μικρότερα όλο μάτια και αυτιά, στριμωγμένα στις πόρτες όπου τα είχαν εξορίσει οι μεγάλοι.

Το ξένο γύρευε κάτι να πει. Μα μόνο που σάλευαν τα χείλη του, φωνή καμιά δεν έβγαινε. Ήταν κλειστά τα μάτια του, και κάτω από τις λάσπες, που είχαν στεγνώσει στο πρόσωπο και στο κεφάλι του, το χρώμα του ήταν λεμονιού χρώμα.

-Λίγο τσάι, Ευαγγελία!... Ζεστό!... Γρήγορα!... Βάλε μέσα και μια κουταλιά τσίπουρο, να συνεφέρει! μουρμούρισε η δασκάλα, που είχε πιάσει το σφυγμό του παιδιού.

Τρεχάτη βγήκε η Ευαγγελία, ενόσω άλλα πρόθυμα χέρια έβγαζαν τα τσαρούχια και την χάπα, έτριβαν τα παγωμένα πόδια του ξένου.

Ξαναγύρισε η Ευαγγελία μ' ένα κουπάκι, και, γονατιστή πλάγι στο παιδί, κουταλιά κουταλιά, του έχυνε η δασκάλα το ζεστό τσάι ανάμεσα στ' άχρωμα χείλια του.

Γύρισε ο μικρός, άνοιξε τα μάτια του και είδε το γυναίκειο κεφάλι γερμένο απάνω του.

-Η Κυρία Ηλέκτρα; ξαναρώτησε.

-Ναι, παιδί μου, εγώ είμαι... Τι θες; Τι ζητάς; Μα ο μικρός είχε κλείσει πάλι τα μάτια, σα να είχε αποκοιμηθεί.

Η δασκάλισσα σηκώθηκε στα πόδια της και ξαπέστειλε όλα τα παιδιά, μικρά και μεγάλα, εκτός της Ευαγγελίας.

Page 86: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Πάτε, παιδιά μου. Βλέπετε πως κοιμάται. Σαν ξεκουραστεί θα μπορέσει να μας πει τι θέλει. Αύριο πάλι στις οχτώ το μάθημα. Καληνύχτα σας.

Μα σαν έβγαλε και το τελευταίο, κι έκλεισε την αυλόπορτα, η δασκάλισσα γύρισε στην τάξη όπου είχαν ξαπλώσει χάμω το ξένο παιδί και όπου την περίμενε η Ευαγγελία.

-Βάλε το μαγκάλι στην κάμαρά μου, άνοιξε το κρεβάτι μου, και βάλε να ζεσταθεί νερό στο τζάκι. Πρώτα πρώτα να το πλύνομε, της είπε.

Κι ενόσω πρόθυμη πήγαινε η μεγάλη να ετοιμάσει όσα ζητούσε η δασκάλα, γονάτισε πάλι εκείνη και μαλακά, τρυφερά, χάιδεψε το μέτωπο του άγνωστου παιδιού.

Γύρισε κείνο, την είδε, και ξαναείπε:

-Η Κυρία Ηλέκτρα;

-Ναι, παιδί μου, εγώ είμαι. Τι με θέλεις;

Ο μικρός έκανε ν' ανασηχωθεί στον άγκωνα κι έριξε ολόγυρα μια ματιά.

-Είσαι μόνη, κυρία Ηλέκτρα; ρώτησε.

-Ναι, μικρέ μου, ολόμονη... Έριξε κι εκείνη μια ματιά κατά την πόρτα, να βεβαιωθεί πως η Ευαγγελία είχε φύγει, και σκύβοντας πιο κοντά μουρμούρισε:

-Κάποιος σ' έστειλε; Ποιος;

-Ο Αποστόλης... ψιθύρισε ο μικρός.

Η Κυρία Ηλέκτρα έσκυψε ακόμα πιο κοντά.

-Από πού σ' έστειλε; ρώτησε.

-Από τις Κάτω Καλύβες... από τον καπετάν...

Η δασκάλα του σκέπασε το στόμα με το χέρι. H Ευαγγελία επέστρεφε.

Με φυσική ήσυχη φωνή είπε η δασκάλα στη μαθήτριά της.

-Βοήθησέ με, Ευαγγελία, να τον πάμε στη σκάφη. Σαν τον καθαρίσομε, τον πηγαίνομε στην κάμαρά μου, και τότε φεύγεις, παιδί μου, μην ανησυχήσει η μητέρα σου...

-Μπα, κυρία Ηλέκτρα, θα μείνω μαζί σου, δε σ' αφήνω μόνη με τόση δουλειά, διαμαρτυρήθηκε η Ευαγγελία.

Και τέτοια ήταν η προθυμία της, που είδε κι έπαθε η κυρία Ηλέκτρα να την ξαποστείλει. Και μόνο σαν ήλθε ανήσυχη η μητέρα της, να δει γιατί αργεί το κορίτσι της, και βεβαιώθηκε πως καθαρός πια, τυλιγμένος σε μια ζεστή γυναικεία ρόμπα και ξαπλωμένος

Page 87: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

ανάμεσα σε μαξιλάρια ο μικρός ξένος δεν είχε την ανάγκη της, αποφάσισε η Ευαγγελία ν' ακολουθήσει τη μητέρα της.

Είχε νυχτώσει. Έκλεισε η κυρία Ηλέκτρα πόρτες και παράθυρα, και γύρισε στην κάμαρά της, όπου το ξένο παιδί αποτελείωνε ένα πιάτο σούπα, το γεύμα της δασκάλας.

Πήρε το πιάτο και κάθησε κοντά του.

-Πώς σε λένε; τον ρώτησε βουλγάρικα.

-Με λεν Γιωβάν, αποκρίθηχε ελληνικά ο μικρός.

-Μα δεν είσαι Έλληνας; έκανε η δασκάλα, ελληνικά κι εκείνη. Η προφορά σου είναι ξενική.

Ο μικρός δεν αποκρίθηκε. Τα μεγάλα αμυγδαλωτά του μάτια περιφέρουνταν στο πρόσωπό της με περιέργεια και θαυμασμό.

Ήταν ώς είκοσι χρονών κορίτσι, ψηλή, λυγερή σαν καλαμιά, με πυκνά μαύρα μαλλιά, πλεξούδα κυκλική, σα διάδημα πάνω από το μέτωπο της, και μάτια καστανά, σχεδόν χρυσά, που άστραφταν ζωηρά, επιβλητικά, από μέσα από τα μαύρα της ματοκλαδα.

Η κυρία Ηλέκτρα ήταν μαθημένη να την υπακούουν. Και τα μάτια της πρόσταζαν, ακόμα και όταν σώπαιναν τα χείλη της, ακόμα και όταν χαμογελούσαν μητρικά, όπως τώρα.

Άπλωσε το χέρι της -ένα άσπρο λιγνό χέρι, με μακριά, λεπτά δάχτυλα- και χάιδεψε το μέτωπο του μικρού.

-Είμαστε μόνοι εδώ, Γιωβάν, είπε γλυκά. Μίλησέ μου... Πες μου.

Ο Γιωβάν ανασηκώθηκε, έτοιμος να πηδήξει χάμω.

-Κυρία Ηλέχτρα, πρέπει να με πας αμέσως στο Τσέκρι, είπε τρέμοντας από συγκίνηση.

Τον συγκράτησε με τα δυο της χέρια και τον ξαναπλάγιασε στο κρεβάτι.

-Πες μου πρώτα, είπε. Γιατί σε στέλνει ο Αποστόλης στον καπετάν Νικηφόρο;

Ο Γιωβάν ξαφνίστηχε.

-Ξέρεις... ξέρεις τον καπετάν Νικηφόρο; ρώτησε λαφιασμένος.

-Εγώ σε ρωτώ τώρα, είπε με τον ήσυχο επιβλητικό της τρόπο, που δεν ανέχουνταν αντίρρηση, η δασκάλισσα. Πες μου γιατί σε στέλνει ο Αποστόλης στου καπετάν Νικηφόρου;

Page 88: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Για βοήθεια, αποκρίθηκε υποταγμένος ο Γιωβάν. -Ποιος τη ζητά; Ο καπετάν Κάλας;

-Όχι. Ο καπετάν Άγρας.

-Είναι στερεωμένος στις Κάτω Καλύβες;

-Ναι, μα έχει λίγους άντρες.

- Πόσους;

- Δώδεκα.

-Mόνo,

-Δώδεκα αντάρτες. Πήρε και χωρικούς -μα δεν ξέρουν, λέει, ακόμα από πόλεμο. Θέλει και άλλους.

- Πολεμάει;

-Όχι ακόμα. Μα θέλει να πολεμήσει.

Όλα της τα ρωτήματα τα είχε θέσει η δασκάλα ήσυχα, όπως θα ρωτούσε ένα μαθητή της πόσα κάνουν πέντε και πέντε, ή ο μέλλων του λείπω.

Συλλογισμένη κοίταζε τον Γιωβάν, που την αντίκρυζε με το βλέμμα του φορτωμένο απορία, ρωτήματα και λαχτάρα. -Αφού δεν πολεμάει, θα σε πάγω αύριο, του είπε, στοργικά. Ο Γιωβάν αναστατώθηκε. -Δεν κάνει, κυρία Ηλέκτρα, αναφώνησε.

Και στην ταραχή του, παρατώντας τα ελληνικά, που του ήταν πιο δύσκολα, εξακολούθησε βουλγάρικα, κουτρουβαλώντας τις φράσεις του:

-Να πάμε πρέπει αμέσως. Έπρεπε να είμαι κει τώρα. Είμαι ανάξιος. Γύρισα εμπρός πίσω, γιατί δεν είχα πλάβα...

Δάκρυα πλημμύρισαν τα μαύρα μάτια του, κύλησαν στ' αχνά μάγουλά του.

-Από πού γύρισες πίσω; ρώτησε η δασκάλα.

-Από το Τσέκρι. Πήγα ίσια εκεί. Ήταν έρημη η σκάλα. Περίμενα. Δεν ήλθε κανείς. Είδα πως χάνω ώρα. Μου είπε ο Αποστόλης: «Aν δεν τα καταφέρεις, πήγαινε στης κυρίας Ηλέκτρας· θα σε πάει εκείνη». Και ήλθα.

Page 89: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ξαφνισμένη ρώτησε η δασκάλα. - Πότε ξεκίνησες; -Προχθές.

-Από πού ξεκίνησες;

-Από την ακρολιμνιά... κοντά στις Κάτω Καλύβες.

Η δασκάλισσα ταράχθηχε.

-Έκανες μονάχος όλον αυτό το δρόμο; αναφώνησε.

-Είναι πολύς; ρώτησε ο μικρός.

-Τι λες, παιδί μου! Βρήκες τουλάχιστον αραμπά; -Δεν πήγαινα από δρόμο... Μου είπε ο Αποστόλης να μη μιλώ καλύτερα με κανένα, και πήγαινα από τον κάμπο.

-Και πήγες στο Τσέκρι; Και πίσω;

Ο Γιωβάν δεν αποκρίθηκε. Η απορία της τον ξένιζε. Εσκυψε κείνη και τον κοίταξε από κοντά. Τα μάτια της ήταν γλυκά, χάιδευαν, τον τάραζαν.

-Πόσω χρονώ είσαι; ρώτησε.

-Δεν ξέρω.

-Δεν έχεις μητέρα;

- Όχι.

-Ούτε πατέρα;

- Ούτε.

-Δεν έχεις κανένα; Θεία; Θείο; Αδέλφια;

-Εφυγα από το σπίτι του... του θειού μου, αποκρίθηκε επιφυλακτικά ο Γιωβάν.

-Γιατί;

-Γιατι ήθελα να δουλέψω με τον Αποστόλη.

-Πώς τον λεν το θειό σου;

-Άγγελ Πέιο.

-Ο κομιτατζής ο Πέιος; Είναι θείος σου; αναφώνησε η κυρία Ηλέκτρα.

Page 90: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Γιωβάν ντράπηκε. Δάκρυα πήδηξαν πάλι στα μάτια του. Όπως συνήθιζε σαν δεν ήθελε ν' απαντήσει, σήκωσε τον ένα του ώμο.

-Πώς βρέθηκες με τον Αποστόλη; ρώτησε η δασκάλισσα.

-Ήθελα να δουλέψω μαζί του, αποκρίθηκε πάλι o Γιωβάν.

-Εσύ; Βουλγαρόπαιδο;

Ξανάσκυψε η δασκάλισσα και τον κοίταξε στα μάτια. 'Ηταν πλατιά ανοιχτά και δεν απέφυγαν τα δικά της.

Άπλωσε πάλι το χέρι της κι έσπρωξε πίσω τα μαλλιά της.

-Κουράστηκες πολύ, Γιωβάν; τον ρώτησε τρυφερά. Τα λόγια της, σαν καμτσικιά, τον ξύπνησαν, του θύμισαν τη δουλειά του.

-Να φύγομε, κυρία Ηλέκτρα, να πάμε στο Τσέκρι, αμέσως, παρακάλεσε πετώντας πίσω τις κουβέρτες.

Στοργικά τον ξανασκέπασε κείνη.

-Σου είπε ο Αποστόλης να 'ρθεις σε μένα, του είπε. Θα κάνεις όπως σου πω. Τέτοια ώρα δε θα βρούμε πλάβα. Αύριο... αύριο ίσως βρούμε. Κοιμήσου απόψε. Είσαι πολύ κουρασμένος, μικρό μου.

Του έτριψε χαϊδευτιχά τα μαλλιά, και ξαφνικά, σκύβοντας, τον φίλησε στο μέτωπο.

-Κοιμήσου, επανέλαβε. Κι εγώ εδώ κοντά σου θα έλθω να πέσω.

Βγήκε έξω, πήγε στην τάξη και κάθησε στο γραφείο της, ένα σανιδένιο τραπέζι μ' ένα συρτάρι.

Στο φως ενός κεριού, έγραψε με σταθερό μεγάλο και ευανάγνωστο γράψιμο:

Ευαγγελία μου, χρειάστηκε να βγω νωρίς, να συνοδεύσω το ξένο παιδί που έχασε το δρόμο του και δε βρήκε το χωριό του. Κάνε συ το μάθημα στα μικρά, σχόλασε τα μεγάλα, κι ελάτε πάλι αύριο στις οκτώ.

Σε φιλώ

Ηλέκτρα

Άφησε το χαρτί απλωμένο στο τραπέζι, πήρε το κερί και πήγε στο μαγειριό. Εκεί, από το πατάρι, έβγαλε ένα στρώμα, το τύλιξε, το φόρτωσε στον ώμο της και ξαναπαίρνοντας το αναμμένο κερί γύρισε στην κάμαρά της.

Page 91: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σιγανά ακούμπησε χάμω το στρώμα, κι έγειρε πάνω στον Γιωβάν.

Ήταν ξυπνητός, και με το βλέμμα ακολουθούσε κάθε της κίνηση.

-Δεν κοιμάσαι; του είπε. Θες τίποτα;

Κάθισε κοντά του, και χωρίς να περιμένει απάντηση, ακολουθώντας τη δική της σκέψη, ρώτησε:

-Τους χωρικούς αυτούς που στρατολόγησε ο καπετάν Άγρας, τους όπλισε κιόλα;

-Λίγους, αποκρίθηκε ο Γιωβάν.

- Πόσους;

-Έξι μόνο.

-Γιατί δεν όπλισε τους άλλους; Ξέρεις;

-Λεν πως δεν έχει τουφέκια.

-Και πηγαίνεις εσύ να ζητήσεις τουφέκια του καπετάν Νικηφόρου;

- Και τουφέκια και άντρες.

Πάλι έμεινε συλλογισμένη η δασκάλισσα. Και πάλι ξαφνικά σηκώθηκε.

-Κοιμήσου τώρα, του είπε, αύριο θα σε ξυπνήσω εγώ.

Εσβησε το κερί και πλάγιασε όπως ήταν, ντυμένη, στο στρώμα.

*

Ήταν νύχτα ακόμα, μόλις χάραζε, όταν ξύπνησε o Γιωβάν με το χάδι κάποιου άγνωστου χεριού στο κεφάλι. Ξιπάστηκε στην αρχή. Ήταν αμάθητος από χάδια

και ζεστά κρεβάτια. Μα στο φως του αναμμένου κεριού είδε το γυναίκειο πρόσωπο σκυμμένο πάνω του και θυμήθηκε.

Πετάχθηκε πάνω.

-Είναι ώρα; αναφώνησε.

-Ναι! Ντύσου γρήγορα. Σου έφερα καφέ. Πιες τον. Και τρως το ψωμί σου στο δρόμο.

Φορούσε ένα μπλου σκούρο επανωφόρι, από αδρύ μάλλινο ύφασμα, που την πάχαινε, την έδειχνε διπλή, και το κεφάλι της ήταν δεμένο σ' ένα μπλου πάλι μαντίλι, που φούσκωνε και αυτό, από το χόντρος φαίνεται της πλεξούδας της.

Page 92: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ντύθηκε ο Γιωβάν βιαστικά τα καθαρισμένα ρούχα του, φόρεσε τα τσαρούχια του, και βγήκε με τη δασκάλα στο δρόμο. Σε κάθε της χέρι βαστούσε από μια μακριά χοντρή λαμπάδα, τυλιγμένη σε τριανταφυλλί χαρτί.

-Κλείσε την πόρτα, σιγά, χωρίς κρότο, του είπε χαμηλόφωνα, μην ξυπνήσομε τη γειτονιά.

Πήγαιναν στον πατημένο δρόμο, έρημο εκείνη την ώρα, και σαν βγήκαν από τα σπίτια, έριξε κείνη τις δυο λαμπάδες στο δεξί της ώμο και είπε του Γιωβάν:

-Πες μου τώρα: Πώς έφυγες από τις Κάτω Καλύβες; Και πώς με βρήκες;

Δειλά σήκωσε κείνος το βλέμμα προς τις δυο λαμπάδες.

-Δώσ' μου να βαστώ εγώ τουλάχιστον τη μια, την παρακάλεσε.

Μα του το αρνήθηκε.

-Δεν κάνει, του αποκρίθηκε, θα τη στραβώσεις. Και μεθαύριο, του Μιχαήλ και Γαβριήλ, πώς θα τους εορτάσουν τα παλικάρια μας;

Το ταχύ της μάτι αντιλήφθηχε τη σκιά πριν δει τον Τούρκο ζαπτιέ,2 που ξεπρόβαλε από μια τούφα ρέζες. Χωρίς βία, μα μεμιάς, κατέβασε τις λαμπάδες και πέρασε τα δάχτυλά της μες στα φυτίλια τους, κρατώντας από μια, κρεμασμένη σε κάθε χέρι.

-Καλημέρα, κυρ Λοχία, φώναξε του αστυνόμου, τούρκικα.

-Καλή σου μέρα, κυρα-δασκάλα, της αποκρίθηκε, βάζοντας το χέρι, με μια υπόκλιση, στην καρδιά και στο μέτωπο. Για πού τόσο νωρίς με τ' αγιοκέρια σου;

-Για το Αλακιλισέ.3 Είναι φτωχό το εκκλησιδάκι μας, κι έχομε εορτή μεθαύριο...

-Κι έχεις κουράγιο να πας τόσο μακριά;

-Ε, τι είναι για μας, κυρ λοχία, αυτός ο δρόμος; Είμαστε μαθημένοι, και συ κι εγώ...

Κολακεύτηκε ο ζαπτιές, χαμογέλασε, αντάλλαξαν ακόμα μερικές φιλοφρονήσεις, και τράβηξαν, αυτός για το χωριό, εκείνη με το σύντροφό της κατά τον κάμπο.

-Είναι φίλος σου, αυτός ο Τούρκος, κυρία Ηλέκτρα; ρώτησε, σαν βρέθηχαν πάλι μακριά, ο Γιωβάν.

Τα μάτια της δασκάλας άστραψαν.

-Κανένας Τούρκος δεν είναι φίλος μου, αποκρίθηκε. Μα ζούμε στην Τουρκιά... Κι έχομε κοινό εχθρό το Βούλγαρο.

Page 93: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σήκωσε πάλι τις λαμπάδες της στον ώμο και πρόσθεσε:

-Πες μου τώρα πώς ήλθες.

Και πηγαίνοντας της διηγήθηκε ο Γιωβάν πώς τον άφησε η πλάβα του καπετάν Άγρα στην ακρολιμνιά και τράβηξε κείνος ίσια καταπού ξεπρόβαλε ο ήλιος. Στην αρχή ήταν εύκολα και ωραία. Ήταν ξερός ο κάμπος, μοναξιά. Έφαγε και κοιμήθηκε μες στους βάτους. Και πάλι πήρε το δρόμο του, τρέχοντας τον περισσότερο καιρό, και ακολουθώντας τη σκιά του, με τον ήλιο πίσω του.

Μα βασίλεψε ο ήλιος νωρίς, πίσω από μαύρα σύννεφα, και άρχισε η βροχή. Και ακόμα έτρεχε. Και σαν λαχάνιαζε πολύ και κουράζουνταν τα πόδια του, κάθουνταν λίγο, και πάλι ξανάφευγε. Μα έβρεχε, έβρεχε, και βάραινε η κάπα του, και δύσκολα πήγαινε στα σκοτεινά.

Τότε βρήκε έναν αχερώνα, μπήκε μέσα κρυφά, κοιμήθηκε μες στ' άχυρα, και πάλι σαν έφεξε, ξανάφυγε, τρέχοντας όσο μπορούσε, και σταματώντας ν' ανασάνει όταν δεν τον πήγαιναν πια τα πόδια του. Και πήγαινε, πήγαινε.

Τα ήξερε αυτά τα μέρη, μα όχι και τόσο καλά. Και όλο έβρεχε, όλη τη μέρα έβρεχε, και ήταν βαριά η κάπα. Και σα νύχτωσε, έχασε το δρόμο του και δεν ήξερε πούθε να πάγει. Δεν ήξερε πως ήταν κοντά η γέφυρα του Καρά-Αζμάχ, όπου περνά ο μεγάλος δρόμος. Μα άκουσε ομιλίες τούρκικες και βήματα βαριά. Ήταν καραούλι τούρκικο, που πήγαινε να περάσει τη γέφυρα. Ακολούθησε σε απόσταση, και σα βρήκε τη γέφυρα, κατέβηκε σε κάτι πέτρες και ξαπλώθηχε κάτω από τη γέφυρα όπου δεν τον έπιανε η βροχή. Και τα ξημερώματα βρήκε εύκολα το δρόμο του, και παίρνοντας την ακρολιμνιά έφθασε στη σκάλα του Τσέκρι.

Κανένας δεν ήταν εκεί. Έκανε το λύκο, όπως το είχε κάνει για να ειδοποιήσει τον Αποστόλη μιαν άλλη μέρα. Μα κανένας δεν ήλθε. Και τότε απελπίστηκε και γύρισε πίσω στο Ζορμπά...

-Και σε πήγαιναν ακόμα τα πόδια σου; έκανε πονόψυχα η δασκάλα.

-Όχι καλά, είπε ντροπιασμένος ο Γιωβάν. Είχε τελειώσει και το ψωμί μου... πεινούσα πολύ τη μέρα πριν... δε λογάριασα καλά...

- Και είχε πολλές λάσπες; ρώτησε η δασκάλα. Θα κολλούσαν τα πόδια σου.

-Ναι, κολλούσαν... Μα είμαι ανάξιος· έπεσα δυο φορές...

-Και χτύπησες; ρώτησε πάλι η κυρία Ηλέκτρα.

-Δεν ξέρω... δε θυμούμαι...

-Πώς δε θυμάσαι; Δεν ξέρεις αν χτύπησες;

Page 94: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Δε θυμούμαι... Δεν ξέρω πώς έπεσα. Mόνo σαν ξύπνησα ήμουν μούσκεμα... Και τις δυο φορές είχα βουλιάξει στη λάσπη.

Η δασκάλα τον κοίταξε με μάτια θολά.

-Το καημένο... μουρμούρισε.

Ο Γιωβάν απόρησε.

-Δε θα με μαλώσει ο Αποστόλης, κυρία Ηλέκτρα, που άργησα τόσο; ρώτησε δειλά.

-Όχι, όχι, παιδί μου! Πώς τον έκανες τόσο γρήγορα τόσο δρόμο με τόσα δα ποδαράκια; είπε η δασκάλα.

Ήταν τόσο γλυκιά η φωνή της, σαν το χάδι των χεριών της. Τον περιέλουσε μια γλυκιά συγκίνηση, άγνωστή του ώς τώρα.

Αχ... τι ωραία, τι καλή που ήταν η κυρία Ηλέκτρα...

Αμάθητος από χάδια και συμπάθεια και γλυκά λόγια, του φαίνουνταν από χθες πως ζούσε σε όνειρο· κάποιο όνειρο όπου η Παναγιά κατέβαινε από κάποιο εικόνισμα να του μιλήσει, και να σπρώξει πίσω τα μαλλιά του με τα μακριά κονδυλωτά της δάχτυλα...

Τον ξύπνησε από τ' όνειρο η φωνή της δασκάλας.

-Αριστερά, γρήγορα, μες στους θάμνους...

Κατέβηκαν βιαστικά σ' ένα χαντάκι, πίσω από πυκνά παλιούρια, όπου κάθισαν ανακούρκουδα.

Σε λίγο ακούστηκαν κουβέντες στο δρόμο πίσω τους. Από μέσα από τα κλαδιά κοίταζε η δασκάλα.

-Χωρικοί είναι... μουρμούρισε. Μα καλύτερα να μη μας δουν. Σαν περάσουν, τραβούμε κατευθείαν για το Βάλτο.

Άφησαν τον πατημένο δρόμο κι έκοψαν κατά τη Λίμνη. Εκεί, μοναξιά και ησυχία· ερημιά. Βουτούσαν στη λάσπη ώς τον αστράγαλο. Πέρασαν βόρεια από τη σκάλα των Αγίων Αποστόλων, κι έφθασαν στο Τσέκρι.

Λάσπη παντού, νερά, καλάμια κι ερημιά. Κανένας δε φαίνουνταν.

Η δασκάλισσα εξέτασε το μέρος ολόγυρα, και, βρίσκοντας μια χαράδρα, κατέβηκε στο βάθος της με τον Γιωβάν.

Έξαφνα, δυο πυροβολισμοί απανωτοί τράνταξαν το μικρό.

Page 95: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Τρομαγμένος γύρισε ο Γιωβάν κατά τη δασκάλισσα, που ήσυχα του χαμογέλασε. Στο χέρι κρατούσε ακόμα ένα πιστολάκι που κάπνιζε, και χωρίς βία το έβαλε στην τσέπη του επανωφοριού της.

- Θά 'ρθουν τώρα... μουρμούρισε. Και σιωπηλά περίμεναν.

Πέρασε λίγη ώρα. Σιωπή, μοναξιά παντού.

Κι έξαφνα, μια φωνή από τα καλάμια της Λίμνης, και λόγια ελληνικά:

-Κανένας αυτού;

Η δασκάλισσα βγήκε από τη χαράδρα.

-Γεράκι λευκό!... φώναξε, και προχώρησε στη σκάλα.

Ο Γιωβάν την ακολούθησε. Από τα καλάμια ξεπρόβαλε μια πλάβα, με δυο πλαβαδόρους οπλισμένους, και ρίχθηκε στη λασπιασμένη ακρολιμνιά.

-Ώρα καλή, είπαν. Μπείτε γρήγορα. Σας περιμένει ο Αρχηγός πριν ξεκινήσει.

-Για πού; ρώτησε η δασκάλισσα.

-Έμπα μέσα, κυρία Ηλέκτρα, και δώσ' μου τις λαμπάδες σου, αποκρίθηκε ο πρώτος αρματωλός.

Τις πήρε, και χαμογελώντας τις ζύγισε στο χέρι. Μπήκε στην πλάβα η δασκάλισσα και κάθισε μαζεύοντας προσεχτικά γύρω της το επανωφόρι της.

Με περιέργεια παρακολουθούσε ο Γιωβάν ολες τις κινήσεις της, άκουε τα λόγια της, που αντάλλαζε με τους άντρες σα να ήταν σταυραδέλφια.

Του έκανε κείνη νόημα να καθίσει κοντά της, και ρώτησε πάλι:

-Για πού είναι ο Αρχηγός;

-Για μια περιοδεία κατά το Νιχώρι, το Νησί, κι εγώ δεν ξέρω. Τα γυρνά όλα τα χωριά, αποκρίθηκε o πλαβαδόρος, μπήγοντας το πλατσί του στο χώμα και σπρώχνοντας την πλάβα στο νερό.

Η δασκάλα σήκωσε αρνητικά το κεφάλι.

-Δεν κάνει να φύγει... Όχι σήμερα, μουρμούρισε. Η πλάβα είχε ξαναμπεί στα καλάμια, ακολουθώντας ένα μονοπάτι φιδωτό. Ένας πλαβαδόρος καθιστός τραβούσε το πλατσί του, και όρθιος πίσω στην πρύμη οδηγούσε με το δικό του ο άλλος.

Page 96: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Η καλύβα ήταν κοντά, δεν άργησαν να φθάσουν. Ένα στενό μονοπάτι τους έβγαλε στην πλατιά μάνα, μπρος στο πάτωμα.

Ένας άντρας νέος, ψηλός, ξυρισμένος, τους περίμενε όρθιος, ακουμπώντας το τουφέκι του χάμω.

Εδώ κι εκεί κάθουνταν σταυροπόδι πέντε έξι άλλοι άντρες, όλοι οπλισμένοι.

Ο νέος άπλωσε το χέρι να βοηθήσει τη δασκάλα ν' ανέβει στο πάτωμα.

-Καλά και ήλθατε νωρίς, της είπε. Σε μιαν ώρα δε θα με βρίσκατε. Περιμένω τα παιδιά από τις παράπλευρες καλύβες, και φεύγω πάλι για περιοδεία.

-Θα τα πούμε, καπετάν Νικηφόρο, του αποκρίθηκε κείνη γελαστά. Έχω να σας μιλήσω.

Μπήκε μαζί του στην καλύβα. Απ' έξω στέκουνταν ο Γιωβάν. Την είδε που έβγαλε το επανωφόρι της και ξεκαρφίτσωσε από τη ζώνη της πέντε κορδόνια που κρέμουνταν από ένα πιστόλι. Ύστερα άνοιξε εσωτερικές τσέπες του επανωφοριού της, ραμμένες στη φόδρα, κι έχυσε από μέσα πλήθος φυσίγγια. Και ύστερα πάλι έλυσε το μαντίλι του κεφαλιού της, και από μέσα από την πλεξούδα έβγαλε άλλη λουρίδα φυσίγγια. Στο μεταξύ, ο ένας πλαβαδόρος είχε φέρει τις δυο λαμπάδες, κι έσκισε τα χαρτιά, τα πέταξε σε μια γωνιά με τα φιτίλια, και ακούμπησε δυο τουφέκια στο τοίχωμα της καλύβας.

Κοίταζε ο Γιωβάν - τα μαύρα του μάτια διάπλατα ανοιγμένα. Την είδε πάλι την κυρία Ηλέκτρα, λεπτή, λυγερή, όπως την είχε δει την παραμονή το βράδυ, που κάτι διηγούνταν βιαστικά του καπετάν Νικηφόρου, και με το κεφάλι έγνεψε κατά το μέρος όπου στέκουνταν αυτός, και εξακολουθούσε να λέγει, με κοντές σπάνιες, χειρονομίες.

Κάτι της είπε ο Νικηφόρος κι έσκυψε κείνη κατά την πόρτα και τον φώναξε.

-Γιωβάν, έλα μέσα. Δειλά σίμωσε κείνος και στάθηκε μπρος στον Αρχηγό, τα μάτια του σηκωμένα και τυλίγοντας και ξετυλίγοντας νευρικά τα δάχτυλά του το ένα μες στ' άλλο.

Ο Αρχηγός τον κοίταξε, τρίβοντας το ξυρισμένο του σαγόνι.

-Ήσουν στις Κάτω Καλύβες; Με τον καπετάν Άγρα; Από πότε είσαι κει; ρώτησε.

-Είναι δυο εβδομάδες... Ίσως και περισσότερο, αποκρίθηκε ο Γιωβάν.

-Πες του καπετάν Νικηφόρου τι σου παρήγγειλε o καπετάν Άγρας, πρόσταξε η δασκάλισσα.

Και του χαμογέλασε εγκαρδιωτικά.

-Θέλει να κάνει γιουρούσι στους κομιτατζήδες, είπε σιγά γυρεύοντας τις λέξεις του ο Γιωβάν, και δεν έχει ούτε παλικάρια, ούτε τουφέκια, ούτε πλάβες.

Page 97: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Αντάμωσε το βλέμμα της δασκάλισσας, και με περισσότερο θάρρος πρόσθεσε:

-Ζητά να του πας εσύ βοήθεια, καπετάν Νικηφόρο... Και να πας γρήγορα.

Συλλογισμένος, διστακτικός, τον κοίταζε ο Νικηφόρος.

-Καλά, είπε. Μα ποιος είσαι συ; Η κυρία Ηλέκτρα δε σε ξέρει, και δεν ξέρεις καν τα ελληνικά. Πώς να σε πιστέψω;...

Ορμητικά βούτηξε ο Γιωβάν το χέρι του στο λαιμό του ρούχου του και τράβηξε έξω ένα σπάγκο μ' ένα ασημένιο σταυρουδάκι.

-Μου είπε... μου είπε ο Αποστόλης να σου δείξω αυτό.

-Αυτό;

Το πήρε στα χέρια του ο Νικηφόρος και είπε σαστισμένος:

-Αυτό το έδωσα εγώ του οδηγού μου του Αποστόλη!

-Ναι, είπε τρέμοντας απd συγκίνηση ο Γιωβάν. Και ο Αποστόλης είπε: «Aν δεν πιστέψει ο καπετάν Νικηφόρος πως σ' έστειλα εγώ, δείξε του αυτό και θα πιστέψει». Μου το είπε ο Αποστόλης, κύριε Αρχηγέ, να σου το δείξω.

Ο Νικηφόρος γύρισε στη δασκάλισσα:

-Μ' έπεισε ο σταυρός, είπε αποφασιστικά. Θα φύγω αμέσως για τις Κάτω Καλύβες.

Και φώναξε στους έξω άντρες:

-Κανένας οδηγός αυτού για τις Κάτω Καλύβες;

Ο Γιωβάν σήκωσε το χέρι.

-Ξέρω που είναι, είπε δειλά. Εγώ πήγα τον Αποστόλη...

-Ξέρεις να βρεις τις μάνες; Και τα μονοπάτια;

-Ξέρω κι ένα καινούριο μονοπάτι, που κόβει δρόμο. Ο καπετάν Νικηφόρος δεν αργούσε να εκτελέσει μια παρμένη απόφαση. Άψε σβήσε έδωσε τις διαταγές του, οι άντρες του ετοιμάστηκαν.

- Θα σας πάγει μια πλάβα στη σκάλα, στους Αγίους Αποστόλους, είπε της κυρίας Ηλέκτρας. Είναι πιο κοντά στο Ζορμπά.

Ο Γιωβάν κοίταζε και άκουε. Έδεσε η κυρία Ηλέκτρα το μαντίλι στο κεφάλι της, και φόρεσε το επανωφόρι της και τον αποχαιρέτησε.

Page 98: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Αν ξανάρθεις από δω, έλα στο σχολειό μου, του είπε. Θα σου μάθω να διαβάζεις.

Από το πάτωμα, ανάμεσα στη φασαρία της ετοιμασίας, την είδε ο Γιωβάν που απομακρύνουνταν με την πλάβα. Κάτι μέσα του σχίζουνταν. Μαζί με την κυρία Ηλέκτρα, έσβηνε τ' όνειρό του της Παναγίας, που κατέβηκε από το εικόνισμά της να χαϊδέψει τα μαλλιά του με τα κονδυλωτά της δάχτυλα.

____________ Σημ. 6ου κεφ. 1. Αντερί: Γελέκο 2. Ζαπτιές: Χωροφύλακας. 3. Αλαχιλισέ: Άγιοι Απόστολοι, χωριό βορειοανατολικά του μεγάλου δρόμου, που από τη Θεσσαλονίκη πάγει στα Γιαννιτσά.

Page 99: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

7. Κατασκοπεία

ΚΑΠΕΤΑΝΙΕ, μ' αυτά που κάνεις θα πέσεις στα χέρια τους, και τότε δε γλιτώνεις.

-Γι' αυτή τη δουλειά ήλθαμε δω. Το ξέραμε πως δεν πάμε σε πανηγύρι.

-Εγώ κακόπαθα στα χέρια τους, και ξέρω τι σε περιμένει.

-Ή ταν ή επί τας! αποκρίθηκε ζωηρά.

Και δρασκελίζοντας την κουπαστή της πλάβας, ανέβηκε στο πάτωμα.

Πίσω του, πιο αργά, πιο βαριά, τον ακολούθησε o γερο-Πασκάλ, αργοκουνώντας το κεφάλι του.

-Οδηγώ, οδηγώ... μουρμούριζε μες στα δόντια του, μα να ξαναπέσω στα χέρια τους πάλι... δεν το θέλει και ο Θεός...

Ο καπετάν Άγρας του έστειλε ένα ζωηρό χαμόγελο, που ξεσκέπασε τα καλοφυτεμένα άσπρα του δόντια.

-Έννοια σου, γερο-Πασκάλ, του είπε. Αν στις κατασκοπείες αυτές μας τσακίσουν αυτοί, ή αν πέσομε σε καμιά τους μπρουσκάδα,l σου υπόσχομαι να σου αμολάρω μια πιστολιά στο κεφάλι, πριν φυτέψω ένα βόλι στο δικό μου. Φθάνει να το θέλεις!

Ο Πασκάλ δεν αποκρίθηκε. Βαριά, με πλάτες κυρτές, ακολουθούσε το νέον αρχηγό.

Ο Άγρας τίναξε τους ώμους του.

-Ο θάνατος δεν πρέπει να μας απασχολεί, αν θέλομε να κάνομε σωστά τη δουλειά μας, είπε σοβαρά.

Από την πλάβα, όρθιος, με το πλατσί ακόμα στο χέρι, ο Αποστόλης ρουφούσε τα λόγια του, με μάτια, στόμα, αυτιά ορθάνοιχτα.

Τέτοιος που ήταν ο καπετάν Άγρας, πώς να μη ριχθείς στη φωτιά γι' αυτόν;

Ένας από τους άντρες είχε βγει από την καλύβα, και ακούοντας τα λόγια του Αρχηγού, χαμογελούσε τρυφερά. Τον ρώτησε ο Άγρας:

-Καμιά είδηση, Αντώνη;

-Δυο, Αρχηγέ μου! Ένας εδώ σε γυρεύει από ώρα, και άλλος σε περιμένει στις Κάτω Καλύβες.

Page 100: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Εδώ; Ποιος μας βρήκε στην κρυφή μας καλυβούλα; έκανε ο Άγρας.

Και βλέποντας ένα νέο χωρικό που πλησίαζε, ρώτησε:

- Πού με ανακάλυψες εδώ, παιδί μου! Τον χαιρέτησε με βαθύ σεβασμό ο χωρικός, σκύβοντας ως κάτω.

-Είμαι Μακεδόνας, είπε· έμαθα τ' ανδραγαθήματά σου και ήλθα να καταταχθώ στο σώμα σου.

-Γειά σου, παιδί μου! Αμέσως να έλθεις, έχω ανάγκη από παλικάρια. Πώς σε λένε;

-Στέλιο.

-Οπλισμό έχεις;

-Όχι! Είπα πως θα με οπλίσεις εσύ.

- Πολλά πράματα δεν έχω, μα θα βρεθεί κάτι και για σένα. Καρδιά μόνο να 'χεις. Μα ξέρεις τι θα πει να καταταχθείς στο σώμα μου;

-Ξέρω πως χτυπάς τους Βουλγάρους. Κι έχω παράπονα με δαύτους.

- Καλά! Μα το να 'ρθεις σε μένα, θα πει ολόκληρες μέρες να μην τρως και νύχτες να μην κοιμάσαι. Θα πει να τραβάς κρύο και κόπο και κακοπάθεια, και να πηγαίνεις εκεί που κινδυνεύεις ν' αφήσεις το τομάρι σου. Σαν έχει δουλειά, ύπνος και φαγί για μένα δε μετράνε.

Ο χωρικός αργοκουνούσε δεξιά αριστερά το κεφάλι του.

-Όλα αυτά τα ξέρω και τα δέχομαι, αποκρίθηκε. Έξι μήνες δεν είναι και τόσο πολύ.

Ο Άγρας σοβάρεψε.

-Έξι μήνες; Τι θα πει έξι μήνες; ρώτησε.

-Λέω να με κατατάξεις για έξι μήνες, Καπετάνιε μου. Ύστερα θα είμαι ελεύθερος να φύγω, αν θέλω.

-Αχούχα! έκανε ο Άγρας. Μα λοιπόν σκέπτεσαι να ζήσεις; Μπα, παιδί μου, δεν είσαι για το δικό μου ασκέρι. Εμείς λογαριάζομε κάθε μέρα να πεθάνομε, όχι να ζήσομε! Άμε στο καλό. Δεν είσαι για μας.

Και γυρνώντας στους άντρες του:

-Ε, παιδιά! ρώτησε. Είναι κανένας από σας, που λογαριάζει να ξημερωθεί αύριο;

Page 101: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ήταν όλοι εύζωνοι, ένας κι ένας, παλικάρια ψημένα στις τολμηρές ανιχνεύσεις του Αρχηγού τους, που δε δίσταζε και νύχτα ακόμα να πλησιάζει κρυφά τις βουλγάρικες καλύβες, και μαθημένοι στο τουφέκι, στην άγρια πάλη σώμα με σώμα, μες στο νερό κάποτε, συχνά πληγωμένοι, πάντα νικητές.

Αυτοί γέλασαν.

Ο καπετάν Τυλιγάδης, υπαρχηγός, είπε:

-Τη ζωή μας, μια φορά, σου την παραδώσαμε, κύριε Αρχηγέ. Όπου θες ρίξε μας. Αρκεί να μας διευθύνεις εσύ.

Το έλεγε με αγάπη και υπερηφάνεια συνάμα.

Χαϊδευτικά του χτύπησε ο Άγρας το χέρι στον ώμο.

-Γεια σου, τσολιά μου, έτσι σας νιώθω όλους, είπε, με καμάρι.

Και γυρνώντας στον Αντώνη, που υπερήφανος, κορδωμένος, στεκόταν κοντά του: -Ποιος, είπες, με περιμένει στις Κάτω Καλύβες; ρώτησε. - Ο καπετάν Νικηφόρος. -Διάβολε! αναφώνησε ο Άγρας. Και δεν το 'λεγες πρωτύτερα;

Πήρε το μάτι του τον Αποστόλη, που στέκουνταν και αυτός τεντωμένος, γυρεύοντας να μακρύνει το δεκαπέντε χρόνων μπόι του, να φθάσει τους άντρες.

-Βρε Αποστόλη, του φώναξε, δε μας γέλασε το Βουλγαράκι. Το βρήκε το Τσέκρι. Γρήγορα τώρα, παιδιά, δρόμο όλοι. Δεν αφήνω κανέναν πίσω στη Μικρή. Τις πλάβες, γρήγορα. Σουρούπωσε κιόλα, κι έχομε μιάμιση ώρα δρόμο!

Ο χωρικός στέκουνταν περίλυπος.

-Πάρε με κοντά σου, καπετάνιε μου, παρακάλεσε.

-Σε παίρνω αγγαριά, ν' ανοίγεις μονοπάτια, θέλεις; ρώτησε ο Άγρας.

-Πάρε με στο σώμα σου, είπε ο άλλος δειλά.

-Αυτό, θα το δείξεις εσύ, Στέλιο, αν είσαι άξιος να καταταχθείς, του αποκρίθηκε σοβαρά ο Άγρας. Έλα, έμπα στην πλάβα σου, και ακολούθα μας. Παιδιά, όλοι στα κουπιά!

Σε λίγα λεπτά είχε ερημωθεί η Μικρή Καλύβα. Μια πλάβα προπορεύουνταν, ξεγλιστρώντας σιωπηλά στ' ακίνητα νερά, με δυο τρεις άντρες οπλισμένους, που κρυφάκουαν τους κρότους της Λίμνης, τα μάτια ανοιχτά, η προσοχή τους όλη εντατικά στραμμένη στις σκιές των καλαμιών, σε κανένα φώναγμα νερόκοτας ή τρίξιμο κουπιού. Και πίσω, αράδα, κοντά η μια στην άλλη, ακολουθούσαν, μαύρη σειρά, οι κατραμωμένες

Page 102: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

πλάβες, με τους οπλισμένους άντρες σιωπηλά βουτώντας τα πλατσιά, χωρίς μιλιά ούτε ψίθυρο, σκοτεινά, κρυφά, σα φαντάσματα σκιερά.

Κάθε θάμνος μπορούσε να κρύβει καρτέρι κομιτατζήδων· κάθε φώναγμα πουλιού ή αγριμιού να είναι σύνθημα· κάθε στροφή παγάνα. Κανένας δεν κάπνιζε. Ο καθένας, με το χέρι στη σκανδάλη, παραμόνευε.

Βγήκε ο στολίσκος σε μια μάνα, και στα πιο βαθιά νερά δούλεψαν τα πλατσιά γρηγορότερα. Άλλωστε, όσο πλησίαζαν τις Κάτω Καλύβες, τόσο λιγόστευε o κίνδυνος της ενέδρας. Οι Βούλγαροι, φοβισμένοι, δεν αποτολμούσαν να ζυγώσουν τα λημέρια του γνωστού τους πια καπετάν Άγρα.

Μια σκιά πρόβαλε, μια κάνα γυάλισε.

Από την πρώτη πλάβα γελαστά δόθηκε το σύνθημα:

-Μιχαήλ, Γαβριήλ, Αρχάγγελοι. Εμείς είμαστε, βρε Δήμο.

-Καλώς μας γυρίσατε. Περιμένουν μουσαφιραίοι, αποκρίθηκε ο Δήμος.

Σε δυο λεπτά πλεύρισαν οι πλάβες στις καλύβες, και οι άντρες ξεμπαρκάρησαν. Χέρια απλώθηχαν, σφίχθηκαν, χαιρετισμοί ανταλλάχθηκαν.

Οι δυο αρχηγοί κοιτάχθηκαν, μετρήθηκαν.

Ο ένας ψηλός, λιγνός, λιγόλογος, αργομίλητος. O άλλος μικρόσωμος, ταχύς, όλο νεύρο και κίνηση.

Και οι δυο λεοντόκαρδοι, και οι δυο ατρόμητοι, ενωμένοι στην ίδια ιδεολογία.

-Με ζήτησες, ήλθα, είπε ο καπετάν Νικηφόρος απλά. Με οδήγησε το παιδί...

-Αλήθεια, πού είναι; αναφώνησε ο Άγρας.

Ντροπαλά, παράμερα στέκουνταν ο Γιωβάν, κολλημένος στο πλευρό του Αποστόλη.

-Φέρ' τον εδώ, βρε Αποστόλη, φώναξε ο Άγρας. Χλωμιούλης και φοβισμένος πλησίασε ο Γιωβάν.

-Πώς άργησες τόσο; Σε νομίζαμε χαμένο, είπε o Άγρας.

Με λίγα λόγια ξαναδιηγήθηκε ο Αποστόλης όσα πρόφθασε να του εμπιστευθεί ο Γιωβάν, στα λίγα λεπτά που βρέθηκαν κοντά.

Ο μικρός δεν τολμούσε ούτε να σηκώσει τα μάτια. Ο Νικηφόρος ακούμπησε το χέρι του στο μελαχρινό κεφαλάκι.

Page 103: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Είναι καλό παιδί... είπε, και μας οδήγησε ως εδώ, χωρίς να γελαστεί στο δαίδαλο των μονοπατιών... Ε, Γιωβάν;... Και ξέρει ένα κρυφό μονοπάτι... που κόβει δρόμο...

Αρχηγοί, υπαρχηγοί και άντρες είχαν μαζευθεί γύρω, άκουαν, απορούσαν και θαύμαζαν. Τα λόγια του καπετάν Νικηφόρου έστησαν ολονών την προσοχή στο ασήμαντο ώς τότε παιδί, που σα Βουλγαρόπουλο που το ήξεραν, μόνο αδιαφορία, ακόμα και περιφρόνηση, υποκινούσε ανάμεσα στους ευζώνους και Ελληνομακεδόνες από τις Κάτω Καλύβες.

Και ξαφνικά, αυτός ο μικρός γίνουνταν ήρωας. Τους έφερνε βοήθεια τον καπετάν Νικηφόρο, με μέρος του σώματός του, τουφέκια, περίστροφα, φυσίγγια και χεροβομβίδες.

- Ποιος μας σταματά πια, ε, κυρ Αρχηγέ; έκανε o καπετάν Τυλιγάδης, χαϊδεύοντας και αυτός το κεφάλι του αγοριού.

-Από αύριο... οι βουλγάρικες καλύβες!... είπε φοβερίζοντας με τη γροθιά του ο Νάσος.

-Και το Ζερβοχώρι, ας ετοιμάζεται, πρόσθεσε o καπετάν Τυλιγάδης. Τον καπετάν Γκόνο να ειδοποιήσομε! -Γεια σου, Γιωβάν. Σ' εσένα το χρωστούμε. Ζήτω ο Γιωβάν, φώναξαν μερικοί άντρες, μισοσοβαρά, μισογελαστά.

Ντροπαλός, συγκινημένος, βούλιαζε κάτω από τόσους επαίνους το αμάθητο από καλά λόγια Βουλγαρόπαιδο. Τρύπωσε πλάγι στον Αποστόλη, γυρεύοντας να κρύψει το μικρό του μπόι από τις επιδοκιμαστικές και κολακευτικές ματιές των πολεμιστών.

-Πάμε παρεκεί, παρακάλεσε ψιθυριστά. Έχω να σου πω για την κυρία Ηλέκτρα...

Στο μεταξύ, οι δυο αρχηγοί είχαν μπει στην καλύβα, και καθισμένοι σταυροπόδι κατάστρωναν μαζί ένα σχέδιο συνεργασίας, για να εκμηδενίσουν το ταχύτερο τη βουλγάρικη δράση της Λίμνης.

-Η κατάληψη της κεντρικής τους καλύβας είναι στρατιωτική επιχείρηση που θέλει προετοιμασία σοβαρή και αγώνα σκληρό, είπε ο Άγρας. Κατασκόπευσα μέρα και νύχτα, και είδα. Αν δεν εγκατασταθούμε και αν δεν οχυρωθούμε κοντά τους, δε θα το επιτύχομε. Και δεν έχω ούτε άντρες ούτε πλάβες.

Ο Νικηφόρος, άπλωσε τα μακριά πόδια του να τα ζεστάνει στη φωτιά, που έκαιε στο πασαλειμμένο πηλό κέντρο της καλύβας.

Αργά αποκρίθηκε:

-Καλά... Και άντρες θα σου φέρω και πλάβες... Μα πρέπει πρώτα να γυρίσω στο Τσέκρι... να οργανώσω την εκεί δουλειά μου... Και πριν πάγω εκεί, θέλω να δω κι εγώ τις καλύβες τους από κοντά... -Να πάμε αύριο κιόλα, πρωί, θέλεις; διέκοψε o Άγρας.

Page 104: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Κι ευθύς καταστρώθηκε το πρόγραμμα, αποφασίστηκε, διαλέχτηκαν οι άντρες που θα συνόδευαν τους αρχηγούς στην ανίχνευση, κι εκείνοι που θα 'μεναν στις Κάτω Καλύβες μ' έναν υπαρχηγό.

Και πρωί πρωί ξεκίνησαν, με οδηγό το γερο-Πασκάλ, αφήνοντας πίσω τον Αποστόλη, που έκλαιγε σχεδόν από τη λύσσα του γιατί δε θα παραβρίσκονταν και αυτός στην επιχείρηση των αρχηγών.

Οι κατασκοπείες αυτές γίνουνταν με τις αυστηρότερες προφυλάξεις. Δυο πλαβαδόροι όρθιοι, ένας στην πλώρη και άλλος στην πρύμη, κωπηλατούσαν σιωπηλά, προσέχοντας μην πλαταγίσει το πλατσί στο νερό, ή μη σκοντάψει σε καμιά ρίζα ή φυτό και ακουστεί κρότος. Στο βάθος της πλάβας, στριμωγμένοι, μισοπλαγιασμένοι οι αντάρτες, με το τουφέκι στο χέρι και το δάχτυλο στη σκανδάλη, αγρυπνούσαν, έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενη επίθεση. Έπρεπε κάθε κίνησή τους να γίνεται προσεκτικά και σιγανά, γιατί οι πλάβες αναποδογυρίζουνταν πολύ εύκολα.

Η λίμνη ήταν γεμάτη ήχους ζωντανούς, όσο και μυστηριώδεις. Συρίγματα του ανέμου στα καλάμια, σουσούρισμα κλαδιών και φύλλων, κακαρίσματα και πιπίσματα πουλιών, φτερουγίσματα από πάπιες, πλατσαρίσματα βατράχων, ξεγλιστρήματα χελιών στους νεροθάμνους, κρότοι ζώων και φυτών σκέπαζαν εύκολα την παρουσία ανθρώπων. Ήταν εύκολο μες στα καλάμια να κρυφθεί ολόκληρη σειρά από πλάβες, με κομιτατζήδες οπλισμένους, κι έπρεπε οι άντρες που περιπολούσαν να είναι πάντα έτοιμοι για σύγκρουση.

Πέρασαν τη Μικρή χωρίς να σταματήσουν οι αρχηγοί, και ανέβηκαν βόρεια, κατά τις βουλγάρικες καλύβες.

Έξαφνα, ο καπετάν Νικηφόρος άπλωσε το χέρι.

-Κοίτα... ψιθύρισε.

Περνούσαν από τη στενή μάνα, τη στριφογυρισμένη, τη στραβοδίβολη, γνωστή από τους ψαράδες της λίμνης με τ' όνομα Γρουνάντερο.

Τα νερά της μάνας ήταν βαθουλά. Μα δεξιά και αριστερά, στα ρηχά, Θάμνοι από λαπατιές, σχημάτιζαν με τα πλατιά, σα με λέπια σκεπασμένα, παχιά τους φύλλα, πατώματα στερεά που μπορούσαν να βαστάξουν βαρύ φορτίο.

Εκεί, τσακισμένα καλάμια και κλαδιά, πατημένα και ξεζουπιασμένα φύλλα, πρόσφατα τσαλαπατημένα φυτά, μαρτυρούσαν το πέρασμα αντρών που είχαν μείνει εκεί. Σημάδια από σερμένες πλάβες και από σώματα πλαγιασμένα, πατημασιές αντρίκιες, ακόμα και απορρίμματα από φαγώσιμα, έδειχναν πως όχι μόνο είχαν κρυφθεί εκεί άντρες, πως είχαν σύρει τις πλάβες τους απάνω στους θάμνους, αλλά και πως ήταν πολλοί, και πως έμειναν ώρες, ίσως και μέρες.

Page 105: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Άγρας έσκυψε, είδε, βεβαιώθηκε και γέλασε.

-Το ξέρανε πως περνούσα συχνά από δω, και μου στήσανε καρτέρι, είπε. Μα άδικα οι κακόμοιροι χάσανε τον καιρό τους. Δεν πέρασα ούτε χθες ούτε προχθές.

-Αυτοί πρέπει να 'μειναν καιρό εδώ περιμένοντας, είπε ο Νικηφόρος. Είναι πολύ πατημένα τα μέρη.

-Μπα, έκανε ο Άγρας, μόλις δυο μέρες. Την παραμονή, αντίπροχθες, πέρασα και δεν ήταν κανένας. Με το κρύο όμως θα κακοπέρασαν χθες βράδυ, οι καημένοι. Τι κρίμα.

Και γέλασε αμέριμνα.

Με περισσότερη όμως ακόμα προσοχή πήγαιναν τώρα οι πλαβαδόροι. Πλαγιασμένος στην πλάβα, το κεφάλι στο ύψος της κουπαστής, κοίταζε ο γερο-Πασκάλ εμπρός, πλάγια, μέσα στα καλάμια, πίσω από τους θάμνους, ακίνητος, σιωπηλός, εντατικά προσηλωμένος στην κατασκοπεία του νερού, και μόνο τα μάτια του, αεικίνητα αυτά, σκάλιζαν κάθε κρυφή γωνιά, σκιά ή τρύπα. Σήκωσε σιγά το χέρι, και οι πλαβαδόροι σταμάτησαν τα πλατσιά τους. Δεύτερη κίνηση του χεριού του , και οι πλαβαδόροι γονάτισαν και πλάγιασαν. Σιγά, σιωπηλά, προχώρησε η πλάβα δυο τρία μέτρα. Απλωσε ο Πασκάλ το χέρι, άδραξε ένα καλάμι, τράβηξε πλάγια τη βάρκα, που χώθηκε ανάμεσα σε χλωρά φυτά. Και σήκωσε μερικά κλαριά ο γέρος, και σκέπασε την πλάβα.

Και σιγανά, μια μεγάλη εχθριχή πλάβα ξεμπουκάρησε απο τα καλάμια αριστερά, γλίστρησε αργά μπρος στην πλώρη της κρυμμένης πλάβας και ξαναχώθηκε στα καλάμια δεξιά. Μέσα ήταν τέσσερις Βούλγαροι οπλισμένοι.

Κανένας δεν είχε πυροβολήσει. Οι πλαβαδόροι, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, τα μάτια καρφωμένα στον καπετάν 'Αγρα, περίμεναν το σύνθημα. Μα το σύνθημα δε δόθηκε.

Πέρασαν λίγα λεπτά. Η πλάβα δε γύρισε.

Τότε βγήκε πάλι από τον κρυψώνα του ο γερο-Πασκάλ.

-Αριστερά, ψιθύρισε, στο μονοπάτι απ' όπου ήλθαν αυτοί.

-Γιατί δεν πυροβολήσαμε μεις; ρώτησε περίεργος ο καπετάν Νικηφόρος.

-Γιατί θα μας άκουαν απο τις καλύβες τους... Είμαστε πια κοντά, αποκρίθηκε ο Άγρας. Και θέλεις να τις δεις;

Συγκατάνευσε ο Νικηφόρος, και το σιωπηλό ξεγλίστρημα της πλάβας εξακολούθησε στο στενό μονοπάτι, μεταξύ στα καλάμια, σα φράχτες από τα δυο πλάγια.

'Ως ένα βαθμό προχώρησαν. Και πάλι χώρισε o Πασκάλ τα καλάμια και χώθηκε με την πλάβα πίσω από το τοίχωμά τους.

Page 106: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ομιλίες απομακρυσμένες διακρίνουνταν. Μα δε φαίνουνταν τίποτα από πίσω από τα καλάμια.

Ο Άγρας έσκυψε στο αυτί του Νικηφόρου.

-Θέλεις να τους δεις; ρώτησε.

-Είναι Βούλγαροι; Βέβαια. Γι' αυτό ήλθαμε. Πέρασε σιγανά ο Άγρας τα πόδια του πάνω από την κουπαστή, και προσέχοντας μην ταράξει και πιτσιλήσει και κάνει κρότο, κατέβηκε στο νερό.

Ήταν ρηχό το μέρος, το νερό δεν ανέβαινε ούτε στα γόνατα. Έγνεψε του Νικηφόρου να τον μιμηθεί, και οι δυο αρχηγοί, ακροπατώντας, στα κλεφτά, χωρίζοντας τα καλάμια με προσοχή μην τσακίσει κανένα και τους προδώσει, προχώρησαν σπιθαμή προς σπιθαμή κατά τις ομιλίες.

Οι άντρες είχαν μείνει στην πλάβα με το γερο-Πασκάλ, έτοιμοι να ριχθούν και αυτοί στο νερό με το πρώτο νόημα. Ήταν μαθημένοι στις κατασκοπείες του Αρχηγού τους, που προχωρούσε πάντα μόνος, ή μ' ένα μόνο σύντροφο, κατά τις βουλγάρικες καλύβες.

Ο Άγρας πήγαινε μπρος, ο Νικηφόρος μια σπιθαμή πίσω του, πατώντας στα πατήματά του, συγκρατώντας τα καλάμια που άφηνε ο σύντροφός του.

Στάθηκε ο Άγρας. Στάθηκε και ο Νικηφόρος. Βούλιαξε στο νερό ο Άγρας. Βούλιαξε και ο Νικηφόρος.

Μόνο το κεφάλι τους περνούσε τώρα ανάμεσα στα πυκνά καλάμια.

Μπροστά τους, λίγα βήματα προς τα δεξιά, μια κάνα γυάλιζε.

Ήταν η βουλγάρικη βίγλα.

Αργά, σιγαλόκρυφα, απόκουφα, ώς το λαιμό μες στο νερό, οι δυο άντρες έκαναν προς τ' αριστερά, απομακρύνθηκαν από τη βίγλα, την προσπέρασαν και πλησίασαν κατά τις ομιλίες.

Από μέσα από τα καλάμια είδαν τέλος την κρυμμένη καλύβα. Στο περιφραγμένο πάτωμα πέντε έξι άντρες κάπνιζαν και κουβέντιαζαν. Ήταν ζεστά ντυμένοι· φορούσαν γουνίσια καλπάκια, και ήταν οπλισμένοι σαν αστακοί.

Πλάγι πλάγι, μες στο νερό, κοίταζαν οι δυο Έλληνες οπλαρχηγοί. Με το δάχτυλο, χωρίς μιλιά, έδειχνε o Άγρας του Νικηφόρου ό,τι ήθελε να κρατήσει την προσοχή του. Οι Βούλγαροι κουβέντιαζαν αμέριμνοι. Μα ούτε o ένας ούτε ο άλλος από τους Έλληνες δεν ήξεραν βουλγάρικα. Μόνο ένα όνομα ήρχουνταν και ξανάρχουνταν στις κουβέντες τους: «Αποστόλ», και αυτό το σημάδεψαν.

Page 107: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Λίγη ώρα έμειναν εκεί, παραμονεύοντας. Και με την ίδια προσοχή, πισωπηγαίνοντας, τα μάτια πάντα στην καλύβα και στο φρουρό, που προδίνουνταν με το γυάλισμα της κάνας του στον ήλιο, γύρισαν οι δυο αρχηγοί στην κρυμμένη τους πλάβα.

Όταν, μουσκεμένοι, ξαναβρέθηκαν στη Μικρή, την κρυφή τους καλύβα, και άναψαν φωτιά στο κέντρο του πατώματός της και κάθισαν να στεγνώσουν, οι δυο αρχηγοί, με τους άντρες τους γύρω τους, αντάλλαξαν τις παρατηρήσεις που είχαν κάνει.

-Αυτούς τους διευθύνει βέβαια ο Αποστόλ, είπε o καπετάν Νικηφόρος. Είπαν και ξανάπαν τ' όνομά του...

-Είδες την καλύβα τους; ρώτησε ο καπετάν Άγρας. Είδες το πάτωμά τους; Είναι καλύτερα χτισμένο από τα δικά μας. Είναι πλωτό. Δεν ακουμπά στον πάτο.

Σαν κατέβουν τα ποτάμια και πλημμυρίσει η Λίμνη και ανέβουν τα νερά, μαζί με αυτά θα πλεύσουν και τα πατώματά τους. Ενώ εμάς...

-Εμείς θα πνιγούμε μες στις καλύβες μας σαν τα ποντίκια, κύριε Αρχηγέ, είπε γελώντας ένας από τους ευζώνους, ο Μιχάλης, που τους είχε συνοδεύσει μες στην πλάβα. Μα μη σκοτίζεσαι. Ας πνιγούμε. Φθάνει που 'μαστε κοντά σου.

-Το πρόχωμά τους επίσης είναι καλύτερο από τα δικά μας, παρατήρησε ο Νικηφόρος.

-Και η σκεπή της καλύβας τους, πρόσθεσε ο Άγρας. Το ξέρω πως οι δικές μας είναι ελλιπείς. Μα πού άντρες και καιρός!...

-Έχεις στρατολογήσει χωρικούς. Δεν παίρνεις και άλλους;

-Χρειάζονται ολόκληρη διδαχή, αποκρίθηχε ο Άγρας. Και δεν έχω καιρό... Αν δε βρούμε την Κούγκα, που να πατήσομε και να την κάνομε βάση...

-Πάρ' το απόφαση πως δεν έχει Κούγκα, κύριε Αρχηγέ, είπε υψώνοντας τη φωνή του ο καπετάν Τυλιγάδης.

Μα ο γερο-Πασκάλ είχε ακούσει τη λέξη και μάντεψε. Αργοκούνησε πλάγια το κεφάλι και είπε βουλγάρικα:

-Έχει Κούγκα και θα τη βρούμε.

-Τι λέγει; ρώτησε ο Νικηφόρος.

Ο Μιχάλης μετέφρασε.

-Πρέπει να τη βρούμε, είπε ο Άγρας. Χωρίς την Κούγκα, καμιά επιχείρηση σοβαρή δεν μπορούμε να καταπιαστούμε. Για να χτίσομε καινούρια καλύβα κοντά τους, δε θα μας αφήσουν αυτοί. Και χωρίς αποκούμπι, γιουρούσι δε γίνεται. Και όσο έχουν τις καλύβες τους εδώ μέσα, σώμα ελληνικό δε στέκεται, ούτε στη Νιάουσα, ούτε σε κανένα απο τα

Page 108: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

χωριά μας. Και χωρίς σώματα ελληνικά, η βουλγάρικη προπαγάντα, με την τρομοκρατία της, θα ξεπαστρέψει Πατριαρχισμό κι Ελληνισμό απ' όλη την Κεντρική Μακεδονία.

-Μα πού πέφτει αυτή η Κούγκα; Δεν ξέρει κανείς; ρώτησε ο Νικηφόρος.

-Ξέρει ο γερο-Πασκάλ. Ε, γέρο;... Πες του το! πρόσταξε ο Άγρας τον Μιχάλη.

Και οσο μετέφραζε ο Μιχάλης, είπε χαμηλόφωνα του Νικηφόρου.

- Θα πάρω αύριο το αγόρι μας. Αυτό επιμένει πως είναι πιο ανατολικά απο το μέρος όπου τη γυρεύομε...

Την επαύριο έφυγε ο καπετάν Νικηφόρος με το σώμα του απο τις Κάτω Καλύβες. Είχε αφήσει το Τσέκρι χωρίς να ειδοποιήσει το Κέντρο Θεσσαλονίκης. Έπρεπε να επιστρέψει το ταχύτερο.

-Μα πριν αποπειραθείς στρατιωτική επιχείρηση, ειδοποίησέ με και θα έλθω ευθύς με τους άντρες μου, είπε του Άγρα.

Μελαγχολικά κοίταζαν, αυτοί που έμεναν, την προετοιμασία και την αναχώρηση των καινούριων φίλων τους.

Στη ζωή της Λίμνης, την ξεμοναχιασμένη, την άχαρη μονότονη σκληρή ζωή, γεμάτη κινδύνους, στερήσεις και κακοπάθειες, χωρίς καμιάν απόλαυση ούτε καν ανάπαυση, για τους άντρες αυτούς, τους κακοθρεμμένους, που σχεδόν δε γνώριζαν ύπνο, μια επίσκεψη φίλου, μια κουβέντα καινούρια ήταν χαρά μεγάλη όσο και σπάνια. Αντιλήφθηκε ο Άγρας τον κατσουφιασμό των αντρών του, και αμέσως, ως αντιπερισπασμό, τους έβαλε όλους σε βιαστική δουλειά. Μια πλάβα έστειλε να κατασκοπεύσει κατά τη νότια ακρολιμνιά. Άλλη, με χωρικούς κι έναν αρματωλό, έβαλε ν' ανοίξουν καινούριο μονοπάτι κατά την Τούμπα. Και με τις υπόλοιπες πλάβες, τους ευζώνους του και όσους χωρικούς χωρούσαν στις βάρκες, τράβηξε βόρεια κατά τη Μικρή, την κρυφή του καλυβούλα.

Μαζί έπαιρνε αυτή τη φορά και τον Αποστόλη, υπερήφανο, φουσκωμένο, ασυνέπιαστο στην ορμή του να ριχθεί στις μεγαλύτερες θυσίες, να καταπιαστεί τα πιο επικίνδυνα κατορθώματα.

Πρωί πρωί είχαν χωριστεί τα δυο αγόρια, με δυσφορία από το μέρος του Αποστόλη, με δάκρυα πύρινα του Γιωβάν. Τον έπαιρνε ο καπετάν Νικηφόρος μαζί του.

-Τι να το κάνω αυτό το νήπιο σε τούτη την ερημιά; είχε πει του καπετάν Νικηφόρου ο καπετάν Άγρας. Θα το ρημάξουν οι πυρετοί, που και μας κάθε λίγο μας τινάζουν. Πάρ' το και στείλε το σε καμιά καλή ψυχή που θα το παραλάβει στην Ορθοδοξία...

-Θα πας στο Τσέκρι, ορμήνεψε ο Αποστόλης τον Γιωβάν. Απο κει θα πας μόνος σου στο Ζορμπά. ,ξέρεις πια το δρόμο, ε; Εκεί θα βρεις την κυρία Ηλέκτρα, και θα της πεις πως

Page 109: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

σε στέλνω εγώ. Και μη σε μέλει. Στα χέρια της μόνο καλό θα δεις. Θα σε μάθει να διαβάζεις, θα σου δείξει τι δουλειές μπορείς να κάνεις, να κερδίσεις γρόσια... Και άκου δω, κοίταξε πώς μπορείς, το γρηγορότερο, να στείλεις πίσω στο Παζαρέντζε, τα ρούχα που φορείς. Ρώτα την κυρία Ηλέκτρα. Κάτι θα βρει εκείνη. Το κεφάλι της κατεβάζει πολλές ιδέες. Και καταλαβαίνει από τέτοια.

Έπαιξε μαριόλικα τα δυο του μάτια για να διασκεδάσει τα δάκρυα του μικρού και του έδωσε μια χαδιάρικη στο σβέρκο.

-Άιντε, στο καλό Γιωβανάκο. Ή θα 'ρθεις ή θα 'ρθω. Και θα ξαναβρεθούμε πάλι μαζί. Στο καλό.

___________________

Σημ. 7ου κεφ.

1. Μπρουσκάδα: Ενέδρα.

Page 110: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

8. Δουλειά

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΓΡΑΣ είχε χωρίσει σε δυο ομάδες τους εργάτες του. Τους μισούς τους οδηγούσε o γερο-Πασκάλ και τους άλλους μισούς ο Αποστόλης, που βιαστικά έκοβε καλάμια και χώνουνταν στο νερό, αψηφώντας κρύο και υγρασία, αψηφώντας και αυτόν ακόμα τον κρότο των τσακισμένων κλαριών, που μπορούσε να τον προδώσει σε καμιά βίγλα βουλγάρικη. Το βαρύ χέρι του Μιχάλη έπεφτε πότε πότε στον ώμο του.

-Σιγά, ορέ βρέφος, του ψιθύριζε. Θα μας πάρεις όλους στο λαιμό σου...

Με σφιγμένα δόντια του αποκρίνουνταν ο Αποστόλης.

-Τη μυρίζω, σου λέγω, εδώ είναι, στο πλάγι! Ν' απλώσομε το χέρι μας την πιάνουμε την Κούγκα.

Και προχωρούσε μόνος, ανάμεσα στα καλάμια, αφήνοντας τους εργάτες να πλαταίνουν το μονοπάτι για τις πλάβες.

-Τι μυρίζεις και τι βλέπεις; ρωτούσε πάλι ο Μιχάλης. Γύρισαν τα νεροπούλια στο Βάλτο. Κοντεύει να βασιλέψει ο ήλιος. Και πάτωμα δε φαίνεται.

-Δε βλέπεις ομως τα καλάμια πως είναι πιο φτενά, άρα καινούρια; Και δε βλέπεις τους θάμνους πως αραιώνουν, άρα πως κοντεύομε στα βαθιά νερά; Εδώ κοντά είναι η μάνα...

Έχομε ακόμα λίγα καλάμια, προχώρησε καμιά δεκαριά μέτρα, έχωσε το κεφάλι του ανάμεσα στις βέργες και θριαμβευτικά, άφωνος από χαρά, γυρνώντας στον Μιχάλη, του έδειξε με το δάχτυλο.

'Εσκυψε και αυτός το κεφάλι προς τα καλάμια μπροστά του, και είδε την ανοιχτή μάνα, που κυλούσε αργά τα νερά της ανάμεσα στους καλαμένιους τοίχους.

-Φώναξε τον Αρχηγό... ψέλλισε μπουρδουμπιστά από τη συγκίνησή του ο Αποστόλης.

Page 111: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Κι ενώ βιαστικά γυρνούσε πίσω ο Μιχάλης, τράβηξε μπροστά εκείνος, βγήκε στα τελευταία καλάμια και κοίταξε στ' απάνω και στα κάτω της μάνας του νερού.

Εκεί, λίγο αριστερά, μαυρισμένο από τον καιρό και τις βροχές και την εγκατάλειψη, σάπιζε ένα πάτωμα χωρίς καλύβα ούτε πρόχωμα.

Πίσω, αγκαλιές αγκαλιές έπεφταν τώρα βιαστικά τα καλάμια. Ώσπου ξεμύτισε η πλώρη μιας πλάβας στη μάνα, πλάγι στον Αποστόλη.

Μέσα ήταν ο καπετάν Άγρας με δυο άντρες, όλοι με το τουφέκι στο χέρι, το δάχτυλο στη σκανδάλη.

-Έμπα μέσα, γρήγορα, μουρμούρισε ο Αρχηγός. Και πιάνοντας τον Αποστόλη από το μπράτσο, τον τράβηξε κοντά του:

-Γεια σου, του είπε, με το αγορίστικό του καλόκαρδο χαμόγελο. Και είδε ο Αποστόλης πως είχε δάκρυα στα μάτια. Την ίδια στιγμή, από άλλο πλάγιο μονοπάτι, ξεπρόβαλε άλλη πλάβα, με το γερο-Πασκάλ και τους πλαβαδόρους του.

Με το δάχτυλο έδειξε ο γέρος το μισοσαπισμένο πάτωμα και ξεσκέπασε το κουτσοδόντικο στόμα του σ' ένα χαμόγελο που έκοβε το μούτρο του σε δυο.

-Δε σου το 'πα: μουρμούρισε βουλγάριχα, σα σίμωσε τον Άγρα και μπήκε στην πλάβα του. Το ήξερα καλά πού είναι η Κούγκα...

Ο καπετάν Άγρας λοξοκοίταξε τον Αποστόλη. Μα δε μίλησε.

Όλοι μαζί ανέβηκαν στο πάτωμα.

Ήταν παλιό, εγκαταλειμμένο, σε κακά χάλια. Τα νερά ανέβαιναν, ξεχειλούσαν από χαλάσματα ανάμεσα στα ξύλα, μούσκευαν ολόκληρο το πάτωμα, μαύρο και μουχλιασμένο ερείπιο.

Ο Άγρας, σαν κατακτητής, βημάτιζε με μεγάλα πατήματα από τη μιαν άκρη στην άλλη, σταυρωτά και αντίθετα. Είχε καταλάβει το μόνο έδαφος που τον πλησίαζε στις

Page 112: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

βουλγάρικες εγκαταστάσεις, και χαμογελούσε, χαίρουνταν, κατάστρωνε στο νου του το πρόγραμμά του, πώς τώρα να τους εκτοπίσει.

-Τώρα μπορείς εδώ να χτίσεις μια καλύβα, του είπε ο γερο-Πασκάλ. Σου είπα πως θα σε πάγω στο πάτωμα κοντά τους. Για κοίτα;

Μετέφρασε ο Μιχάλης, και σήκωσε ο Άγρας το κεφάλι και από μέσα από τ' αραιωμένα ξερά φύλλα των καλαμιών, ξεχώρισε την κεντρική βουλγάρικη καλύβα, χαμηλή, καλοχτισμένη, κρυμμένη μες στην πυκνότερη βλάστηση της Λίμνης.

- Θα μου δώσεις κανένα πεσκέσι, Καπετάνιε μου, ε; ρώτησε πάλι ο γέρος, τα πονηρά μάτια του στενεμένα από τις ρυτίδες που βάθαιναν με το χαμόγελό του.

Το βλέμμα του Άγρα διασταυρώθηκε με του Αποστόλη.

-Πες του πως θα του δώσω και πεσκέσι, είπε του Μιχάλη που μετέφραζε.

Και περνώντας πλάγι στον Αποστόλη: -Άφησέ του τη δόξα που ζητά και πληρωμή,

μουρμούρισε. Αρκεί να ξέρεις εσύ πως, αν σε είχαμε ακούσει, θα κερδίζαμε έξι επτά μερών δουλειά...

Ποιος χωρούσε τον Αποστόλη από καμάρι και χαρά για τα λόγια του Αρχηγού! Δεν πήγαινε να πάρει τη δόξα ο άλλος; Την Κούγκα την είχε βρει αυτός, εκεί που ήξερε πως ήταν, αριστερά, κατά τη δύση, πλάγι στις βουλγάρικες καλύβες.

Και με τους άντρες, γοργά στούμπωνε τις τρύπες, με καλάμια, φύλλα και ρίζες, κατά τις οδηγίες του Αρχηγού.

-Γιατί εδώ θα μείνομε απόψε, παιδιά, τους είπε o καπετάν Άγρας. Μιας και το πατήσαμε το πάτωμα, δεν έχει να τ' αφήσομε.

Και τους εξήγησε.

-Είναι πάνω σε μια μάνα, δηλαδή σε πέρασμα βουλγάρικο. Κάθε στιγμή μπορεί να περάσει καμιά περιπολία τους. Δε θα μας γλιτώσουν όμως πια. Θα τους πιάσομε, αν

Page 113: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

έλθουν, σαν ποντίκια! Ανατρίχιασε και τράβηξε την κάπα του να σκεπαστεί.

-Κάνει κρύο, είπε, και δεν έχομε να στεγαστούμε. Μα είναι κανένας σας, παιδιά, που να θέλει να φύγει;

Όχι, δεν ήταν κανένας, του αποκρίθηκαν. Μόνος o γερο-Πασκάλ ζήτησε να γυρίσει στη Μικρή.

-Κάνει κρύο, και είναι όλο νερά το πάτωμα, και με πονούν τα ρευματικά μου, εξήγησε του Μιχάλη.

Δυνατό ρίγος τίναξε τον Άγρα. Μάζεψε γύρω του την κάπα του και είπε:

-Καλά, να φύγεις! Μα θα πάρεις μια πλάβα, και δεν τις έχομε περισσές! Ποιος θα μας τη φέρει πίσω;

Ο Αποστόλης πετάχθηκε.

-Εγώ, κύριε Αρχηγέ! είπε. Ξέρω βουλγάριχα, περνώ για Βούλγαρος όπου θέλω. Και αν μας πιάσουν...

-Κυρ Αρχηγέ, να φύγεις και συ, διέκοψε ο καπετάν Τυλιγάδης που προσεκτικά κοίταζε τον Άγρα όσο μιλούσε. Σε τινάζει πάλι η θέρμη. Δεν κάνει να μείνεις εδώ.

Τα δόντια του Άγρα χτυπούσαν, έτρεμε όλος. Μα το χαμόγελο δεν άφησε τα χείλη του.

-Αστειεύεσαι; έκανε. Θα τους αφήσω πια το πάτωμα, μιας και το βρήκαμε;

-Θα το φυλάξω εγώ με τα παιδιά, μη νοιάζεσαι, αποκρίθηκε ο Τυλιγάδης. Θυμήσου τι τράβηξες, τις προάλλες που σου ξανάρθε...

-Και θα σας αφήσω, νομίζεις, στον κίνδυνο, και θα πάγω στην πίσω γραμμή, για λίγη θέρμη, τώρα; διέκοψε ο Άγρας.

Γέλασε, χτύπησε χαδιάρικα τον ώμο του Τυλιγάδη, και τρυφερά του είπε:

Page 114: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Άσ' τα αυτά, σύντροφε! Και η θέρμη είναι εχθρός. Μα το ξανάπαμε, ή αυτοί ή εμείς. 'Η θα μας φάνε ή θα τους φάμε. Να φύγω όμως από δω, δε γίνεται. Κάνε μου ένα τσάι κι έννοια σου.

Και γυρνώντας στον Αποστόλη:

-Πήγαινε το γέρο και γύρισε, παρήγγειλε. Σ' έχομε ανάγκη και σένα και την πλάβα σου. Άιντε! Βιάσου!

Με καρδιά αναστατωμένη πήρε ο Αποστόλης το ένα πλατσί, ενώ ο γερο-Πασκάλ δούλευε το δεύτερο, και τράβηξε με όση βία μπορούσε κατά τη Μικρή. Ήταν αναστατωμένη η καρδιά του απο θαυμασμό και αγάπη για τον Αρχηγό, απο φούρκα για τον Πασκάλ, απο βία να γυρίσει στο πάτωμα, απο λαχτάρα να θυσιάσει ό,τι είχε, όλο τον εαυτό του, τη ζωή του, για την Ιδέα που έφτιανε τέτοια παλικάρια...

Γιατί ήταν όλοι παλικάρια, γύρω στον Άγρα, άφησε πια τον ίδιο, τον ηρωικό τον Τέλο Άγρα, μα και o Τυλιγάδης, και ο Νίκος απο την Καρδίτσα, που φύλαγε τις Κάτω Καλύβες όσο έλειπε ο Αρχηγός, και ο Μιχάλης, και ο Νάσος, και ο Αντώνης, όλοι οι δώδεκα εύζωνοι, που είχαν έλθει με τον καπετάν Άγρα, και οι ντόπιοι, οι χωριανοί, που τους είχε φανατίσει και αυτούς ο Αρχηγός, και που τους είχε οπλίσει και ενθαρρύνει και διδάξει να βαστούν τουφέκι, να μη φοβούνται, να μην περιμένουν την επίθεση του Βουλγάρου παρά να του ρίχνονται αυτοί. Του είχαν διηγηθεί ένα δυο περιστάσεις, που, στις τολμηρές του ανιχνεύσεις, είχε συναντηθεί ο Άγρας με περιπολίες βουλγάρικες, πως είχαν ρίξει κι από δω κι από κει, πως πάντα είχαν υποχωρήσει οι Βούλγαροι και είχε μείνει νικητής ο Άγρας.

Το ψίθυρο του γερο-Πασκάλ διέκοψε τη σειρά των συλλογισμών του.

-Θα πας πίσω; Αλήθεια; τον ρώτησε.

-Και βέβαια θα πάγω πίσω! Αμ έτσι θ' αφήσω τον Αρχηγό; αποκρίθηκε με κάποια περιφρόνηση ο Αποστόλης.

Ο γέρος αργοκούνησε το κεφάλι.

Page 115: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Μεγάλο παλικάρι, ο Καπετάνιος, μουρμούρισε, μα όχι φρόνιμος. Κεφάλι δεν έχει. Θα πέσει στα χέρια τους. Θα τελειώσει άσχημα. Αυτά που κάνει, δεν είναι φρόνιμα! Πάει κάτω από τη μύτη τους! Πάει γυρεύοντας!

-Μα αν ήταν φρόνιμος, κυρ Πασκάλ, αποκρίθηκε o Αποστόλης, δε θα ήταν πια καπετάν Άγρας, θα ήταν γερο-Πασκάλ!

Ο γέρος δε θύμωσε. Αργοκούνησε πάλι το κεφάλι του με το σκουφί που του κατέβαινε ώς το σβέρκο.

-Αυτός δεν ξέρει. Εγώ ξέρω... ψιθύρισε. Και το πλήρωσα. Εγώ ξέρω τι διαβόλοι είναι αυτοί...

Ο Αποστόλης δεν αποκρίθηκε.

Και σιωπηλά κυλούσε η πλάβα στο μουχρωμένο μονοπάτι.

Ήταν νύχτα, αργά, σα γύρισε ο Αποστόλης, μόνος στην Κούγκα, κι έδωσε το σύνθημα στις βίγλες.

Οι άντρες τυλιγμένοι στις κάπες τους, είχαν πλαγιάσει στο υγρό πάτωμα και είχαν αποκοιμηθεί. Λίγο παράμερα ο καπετάν Τυλιγάδης είχε ανάψει το καμινέτο του πίσω από την κάπα του, μη φανεί η φλόγα, κι έβραζε νερό. Πλάγι του, ξαπλωμένος, τυλιγμένος ώς το λαιμό, σιγοβογγούσε ο Αρχηγός.

Έδεσε ο Αποστόλης την πλάβα του και ανέβηκε στο πάτωμα.

-Είναι καλύτερα, αποκρίθηκε ο Τυλιγάδης στο ανήσυχο ρώτημά του, τού πέρασε το ρίγος. Θα του δώσω άλλο ένα ζεστό και θα κοιμηθεί. Είναι δεύτερη φορά που τον πιάνει όμως έτσι, σε λίγες μέρες μέσα, δυνατά η θέρμη. Θα τον φάγει και αυτόν ο Βάλτος...

Και σάλεψε θλιμμένα το κεφάλι του. Ήταν ώρα ν' αλλάξει η φρουρά. Ο Τυλιγάδης ξύπνησε τέσσερις άντρες και τους έστειλε ν' αναπληρώσουν εκείνους που από νωρίς φύλαγαν το πάτωμα. Και σα γύρισαν αυτοί και πλάγιασαν, σιωπή τέλεια σκέπασε το πάτωμα.

Page 116: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Μόνο ο Τυλιγάδης με τον Αποστόλη φύλαγαν τον άρρωστο Αρχηγό, ώσπου τον πήρε ο ύπνος, και πλάγιασαν και αυτοί και κοιμήθηκαν.

Η νύχτα πέρασε χωρίς επεισόδιο.

Το πρωί, από τους πρώτους, ζωηρός, γεμάτος δράση και θέληση, σηκώθηκε ο Άγρας, έτοιμος για τις πιο τολμηρές επιχειρήσεις, σα να μην είχε πάθει τίποτα τη νύχτα.

-Ε, καλά, θέρμη ήταν και πέρασε, αποκρίθηκε σε όσους ανήσυχα τον ρωτούσαν. Τώρα να δούμε πώς πρέπει να ενεργήσομε.

Έκανε συμβούλιο, με τον υπαρχηγό Τυλιγάδη και τους άντρες, και συζήτησαν αν πρέπει να προσβάλουν τις βουλγάρικες καλύβες, αν ήταν πιο χρήσιμο να περιμένουν σιωπηλοί, μήπως περάσει καμιά περιπολία και την καταστρέψουν και αδυνατίσουν έτσι την αντίσταση των Βουλγάρων, πριν τους επιτεθεί ο Άγρας στις καλύβες τους, με τις λιγοστές του δυνάμεις. Η τελευταία γνώμη υπερίσχυσε. Ο Άγρας κάλεσε τον Αποστόλη και τον Μιχάλη.

-Είμαστε λίγοι, είπε, και δεν έχομε πλάβες. Αν χρειαστεί να επιτεθούμε ή να καταδιώξομε, δεν έχομε δύναμη. Να φύγετε οι δυο μαζί, να πάτε στους καπεταναίους Κάλα και Νικηφόρο και να τους πείτε να είναι έτοιμοι. Κάθε στιγμή μπορεί να τους καλέσω να με βοηθήσουν, και να έλθουν.

Λιγόλογες και ορισμένες ήταν οι παραγγελίες του Άγρα για τους καπεταναίους, αλλά επείγουσες.

-Να φύγετε αμέσως, επανέλαβε του Μιχάλη, πεταχθείτε και γυρίσετε. Δεν μπορούμε ούτε ένα τουφέκι, ούτε μια πλάβα να στερηθούμε.

Ο λόγος του Άγρα ήταν νόμος. Η επίδρασή του άμεση. Η θέλησή του μεταδίδουνταν στους άντρες του αυτοστιγμεί. Για να εκτελέσουν μια παραγγελία του, ήταν όλοι έτοιμοι να ριχθούν στη φωτιά.

Page 117: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Δε θ' αργήσομε... ξέρω ένα κρυφό μονοπάτι... είπε λαχανιασμένος, από το βιαστικό κωπηλάτισμα, o Αποστόλης στο σύντροφό του, που τραβούσε και αυτός κουπί με όλη του τη δύναμη. Περνά πίσω από την Τούμπα... Πέφτει σε τούτη τη μάνα εδώ...

Τα γοργά του μάτια σκάλιζαν τα καλαμένια τοιχώματα δεξιά, γυρεύοντας το σημάδι που είχε αφήσει, όταν πέρασε πρώτη φορά με τον Γιωβάν.

-Να το! αναφώνησε χαρούμενα. Οδήγησε την πλάβα στα καλάμια, όπου δυο βέργες έγερναν λίγο η μια προς την άλλη, με μπλεγμένα, σαν από τον άνεμο, τα ξερά φύλλα τους, της μιας μες στης άλλης.

Δυο τρεις σειρές κιτρινισμένα πια καλάμια έκρυβαν την αρχή του μονοπατιού. Οι δυο άντρες τα παραμέρισαν χωρίς να τα σπάσουν, πέρασαν την πλάβα ανάμεσά τους, και βρέθηκαν στο κρυφό μονοπάτι.

-Και τώρα, δρόμο, κουράγιο και σφόρτσο! Θα φθάσομε γρήγορα, είπε ο Αποστόλης.

Μα όσο και αν κόπιασαν, ήταν νύχτα σαν έφθασαν στο Τσέκρι.

Ο καπετάν Νικηφόρος είχε συμβούλιο με δυο προεστούς από το Μπόζετς. Το χωριό τους, λέει, ήταν φωλιά βουλγάρικη. Οι χειρότεροι κομιτατζήδες έβρισκαν άσυλο εκεί. Οι βουλγαρίζοντες χωρικοί τους έκρυβαν, τους χρηματοδοτούσαν, τους έτρεφαν, και οι λίγοι Έλληνες του χωριού ήταν σε αδιάκοπο κίνδυνο. Η κυρία Ευθαλία, η δασκάλα, ένα ηρωικό κορίτσι, ριψοκινδύνευε τη ζωή της κάθε μέρα, επίσης και ο πάτερ Χρυσόστομος, o πατριαρχικός παπάς του χωριού. Αυτοί δε θα υποχωρούσαν. Μα έπρεπε να ξέρει ο καπετάν Νικηφόρος, τι φωλιά από οχιές ήταν το Μπόζετς, επίσης και τα Κουρφάλια, το Ράμελ, το...

Ένα παλικάρι μπήκε μέσα κι έκοψε το λόγο του προεστού, που κομπολόγι αράδιαζε ονόματα εξαρχικών χωριών, που κάθε τόσο γίνουνταν από ένα έγκλημα.

Ο καπετάν Νικηφόρος, σκοτισμένος, σήκωσε το κεφάλι.

-Τι θέλεις, παιδί μου; ρώτησε.

Page 118: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Κάποιος σε γυρεύει, κύριε Αρχηγέ... μουρμούρισε το παλικάρι. Κι είναι λέει βία...

-Ποιος είναι; Τι με θέλει;

Ο νέος έσκυψε και κάτι του ψιθύρισε στο αυτί.

Ο καπετάν Νικηφόρος γύρισε στους προεστούς.

-Αφήσετέ με να τα συλλογιστώ όλα αυτά, τους είπε. Θα δούμε τι μπορούμε να κάνομε. Ωστόσο...Έχω τώρα κάποια βιαστική δουλειά. Στείλετέ μου το γιατρό τον Αντωνάκη,1 που τα ξέρει και που βρίσκεται στο Μπόζετς, και θα μας μεταπεί εκείνος τι θ' αποφασίσω και τι θα γίνει. Το σύνθημα, μια πιστολιά. Και σαν πλησιάσει η πλάβα, σταυρός, αστέρι. Πηγαίνετε τώρα.

Έξω στο πάτωμα, λίγο παράμερα, δυο άντρες στέκουνταν τυλιγμένοι στις κάπες τους, ο ένας ψηλός άνδρακλας, ο άλλος κοντούλης.

Άφησε ο Νικηφόρος τους τσορμπατζήδες να μπαρκαριστούν, και σαν απομακρύνθηκε η πλάβα, σίμωσε τους δυο νεοφερμένους και τους οδήγησε στην καλύβα. Στο φως της πετρελένιας λάμπας αναγνώρισε τον Αποστόλη.

-Μπρες, εσύ είσαι πάλι; έκανε ζωηρά.

Και γυρνώντας στον Μιχάλη:

-Φέρνεις γράμμα του καπετάν Άγρα; ρώτησε.

Όχι, γράμμα δεν είχε ο Μιχάλης. Μα είπε προφορικά το μήνυμα του Αρχηγού του, την παραγγελία του να είναι έτοιμοι οι άλλοι καπεταναίοι, και να καταφθάσουν σε βοήθεια μόλις τους καλέσει. Είχαν βρει την Κούγκα επιτέλους, μα ήταν άθλιο πάτωμα, χωρίς οχύρωμα, ούτε καν σκεπή. Αν πρόσβαλλαν οι Βούλγαροι, θα την είχε άσχημα ο καπετάν Άγρας. Είχε ανάγκη απο βοήθεια, απο άντρες, από όπλα, από πλάβες. Έπρεπε αυτός να επιτεθεί πρώτος στις βουλγάρικες καλύβες που ήταν ένα πλάγι, να μην αφήσει τους Βουλγάρους να τον προλάβουν. Και ήταν άρρωστος. Χθες βράδυ είχε πάλι θέρμη...

Page 119: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο καπετάν Νικηφόρος ορτσώθηκε.

-Θα πάγω εγώ, είπε, δε θα περιμένω να με καλέσει...

Στάθηκε να σκεφθεί και, αποφασίζοντας, είπε:

-Έχω κι εδώ δουλειά, στα φοβισμένα χωριά. Μα εκείνη είναι πιο βιαστική...

Στάθηκε πάλι μια στιγμή. Και πάλι διέταξε:

-Φύγε τα ξημερώματα, Μιχάλη. Θα πας στην καλύβα Κούγκα, θα πεις του καπετάν Άγρα πως θα έλθω χωρίς να μου ξαναμηνύσει. Θα ειδοποιήσω εγώ τον καπετάν Κάλα. Ως προς εσένα, Αποστόλη, έχω δουλειά για σένα. Πάτε τώρα να φάτε κάτι στο πόδι και να κοιμηθείτε. Εγώ έχω να γράψω. Και πρωί, ξημερώματα, θα ξεκινήσετε, ο καθένας σε άλλη κατεύθυνση.

Πρώτος απ' όλους ήταν ο Αποστόλης στο πόδι, πρωί πρωί, ξεκουρασμένος, πλυμένος, συγυρισμένος, και περίμενε στο πάτωμα, έξω από την καλύβα, να τον καλέσει ο Αρχηγός.

Γύρω του, σμήνος αεικίνητο, πηγαινοέρχουνταν οι άντρες. Ολοι είχαν δουλειά. Ενας καθάριζε το όπλο του, άλλος κουβαλούσε φυσίγγια σε μια πλάβα, άλλος έφερνε ψωμιά απο τον πλαγινό φούρνο, άλλος παραπέρα, μακριά, μη λερώσει τα νερά της καλύβας, έπλενε ρούχα.

Η καλύβα ήταν μελίσσι απο τα ξημερώματα, όταν δεν είχε γίνει νυχτερινή περιοδεία.

Κοίταζε ο Αποστόλης, χαϊδεύοντας το πιστόλι που του είχε χαρίσει ο καπετάν Άγρας και που έμενε πάντα μπηγμένο στη ζώνη του. Να ήταν και αυτός μεγάλος, άξιος να καταταχθεί σε οπλαρχηγού σώμα, να κάνει πορείες, συμπλοκές, μάχες!...

-Αποστόλη! φώναξε ο Αρχηγός. Μ' ένα πήδο βρέθηκε ο μικρός μες στην καλύβα,

ίσιος, τεντωμένος, μάτια και αυτιά ανοιχτά. Ο καπετάν Νικηφόρος κρατούσε ένα γράμμα στο χέρι.

Page 120: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Θα πας αμέσως στη σκάλα, του είπε. Εκεί θ' αφήσεις την πλάβα και θα πας πεζή στο Ζορμπά. Θα ξεμοναχιάσεις την κυρία Ηλέκτρα και θα της δώσεις τούτο. Δεν έγραψα διεύθυνση...

Έριξε μια ματιά κατά την πόρτα και χαμηλόφωνα πρόσθεσε:

-Θα της πεις εσύ... πως είναι για το Δεσπότη... Κατάλαβες;

Με τα μάτια έκανε ο Αποστόλης νόημα «ναι». Και πρόσθεσε με την άκρη των χειλιών:

-Για το Κέντρο.

Ο Νικηφόρος χαμογέλασε.

-Άιντε, είσαι ξυπνός, του είπε. Κοίταξε όμως να φθάσει το γράμμα στα χέρια της.

-Αν με ρωτήσει τίποτα, έχεις καμιά παραγγελία να της πω;

-Αν σε ρωτήσει... Μα δε θα σε ρωτήσει... Πες της μονάχα πως ήταν εδώ χθες βράδυ δυο τσορμπατζήδες από το Μπόζετς, και θα καταλάβει εκείνη... είναι συνηθισμένη.

«Πως ήταν συνηθισμένη» η κυρία Ηλέκτρα, το ήξερε ο Αποστόλης καλύτερα από κάθε άλλον. Και ούτε και o καπετάν Νικηφόρος δεν ήξερε ίσως πόσες φορές τον είχε μεταχειριστεί αυτόν, τον Αποστόλη, η κυρία Ηλέκτρα, για να φέρει, νύχτα, τουφέκια, πιστόλια, φυσίγγια και χειροβομβίδες, στον κρυψώνα του σχολείου, απ' όπου ύστερα, με χίλια μέσα, τα φευγάτιζε κείνη για τις καλύβες.

Και τώρα τάχα, για το γράμμα... Με μεγάλα βήματα, ακολουθώντας την ακρολιμνιά και αποφεύγοντας τον πατημένο δρόμο, μισοκρυμμένος μες στα αραιά καλάμια της ξηράς, τραβούσε ο Αποστόλης κατά το Ζορμπά, και σχεδίαζε ολόκληρο πρόγραμμα.

Γιατί το ήξερε πως θα τον μεταχειριστεί η κυρία Ηλέκτρα. Εκείνη τον γνώριζε καλά. Το ήξερε πως όλα μπορεί να του τα εμπιστευθεί, κι εκείνος όλα να τα βγάλει πέρα. Ένα παιδί, βλέπεις, περνά παντού, ακόμα κι εκεί που σκαλώνει ο μεγάλος. Σαν ξέρει μάλιστα και βουλγάρικα και τούρκικα... Και αυτός τα ήξερε και τα δυο...

Page 121: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ήταν ήσυχο το σχολείο και σιωπηλό σαν έφθασε o Αποστόλης. Τα παιδιά είχαν σκορπίσει, το καθένα στο σπίτι του, για το μεσημεριανό πρόγευμα. Στην κουζίνα, εμπρός στο σανιδένιο ολοκάθαρο τραπέζι, κάθουνταν η κυρία Ηλέκτρα με τον Γιωβάν. Ο μικρός έβγαλε μια φωνή σαν είδε τον Αποστόλη και πήδηξε χάμω. Μα πάλι στάθηκε ντροπαλά, φοβισμένος, κοιτάζοντας μια τη δασχάλισσα, μια το φίλο του.

-Καλώς μας ήλθες, Αποστόλη, είπε χαρούμενα η κυρία Ηλέκτρα, απλώνοντάς του το χέρι.

Και, με μια ματιά κατά τους ανεπίπλωτους ασπρισμένους τοίχους, πρόσθεσε:

-Δεν έχει καρέκλα! Ξεπετάξου, φέρε ένα σκαμνί απο την κάμαρά μου, κι έλα να σε φιλέψουμε απο το πιλάφι μας. Μόλις που καθίσαμε κι εμείς.

Κάθησαν οι τρεις μαζί και τα έλεγαν. Ο Γιωβάν ξεχνούσε να φάγει, τα μάτια του αδιάκοπα σηκωμένα στον Αποστόλη. Και κάθε λίγο τον ξυπνούσε με μια σπρωξιά η κυρία Ηλέκτρα, από την έκστασή του.

-Τρώγε, μπρε παιδί μου! Θα παγώσει το πιλάφι σου!

Μα πού ν' αποσπάσει την προσοχή του ο Γιωβάν απο τον Αποστόλη, που διηγούνταν πώς είχαν βρει την Κούγκα, ένα σαπισμένο πάτωμα, εντελώς απροστάτευτο, απάνω σε μια νερομάνα, πέρασμα των Βουλγάρων, που δε δίστασε να το καταλάβει ο Άγρας, άρρωστος, με μια φούχτα άντρες και πλάβες, και σχεδόν χωρίς πολεμοφόδια, τόσο κοντά στις βουλγάρικες καλύβες, ώστε φαίνουνταν, από μέσα από τ' αραιωμένα φυλλώματα, η κεντρική, η μεγαλύτερή τους καλύβα.

-Και θα μείνει εκεί, έτσι απροστάτευτος; ρώτησε αναστατωμένη η κυρία Ηλέκτρα.

-Θα του πήγαν τώρα φυσίγγια απο τις Κάτω Καλύβες. Και θα πάγει γρήγορα, ίσως και αύριο, με ολόκληρο το σώμα του, ο καπετάν Νικηφόρος, αποκρίθηκε ο Αποστόλης.

Έριξε μια ματιά του Γιωβάν και πρόσθεσε χαμηλόφωνα, στο αυτί της δασκάλισσας:

-Έχω να σου μιλήσω ιδιαιτέρως, κυρία Ηλέκτρα...

Page 122: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Τρέχα, Γιωβάν, στην κάμαρά μου, θα βρεις, στο πεζούλι του παραθύρου, το πανέρι με τα μήλα που έφερε η Ευαγγελία. Διάλεξε έξι, τα πιο ώριμα, και φέρε τα. Να, πάρε ένα πιάτο, πρόσταξε η κυρία Ηλέκτρα.

Ευάγωγα, κατέβηκε απο το σκαμνί του ο μικρός, πήρε ένα πιάτο από το τραπέζι, και με σκυφτό κεφάλι βγήκε από την κουζίνα.

-Πες γρήγορα, είπε η δασκάλισσα.

Ο Αποστόλης έχωσε το χέρι του στον κόρφο του κι έβγαλε το γράμμα του Νικηφόρου.

-Για το Δεσπότη, είπε λακωνικά. Το πήρε κείνη και το εξέτασε απο το μπρος και το πίσω μέρος.

-Δεν έχει διεύθυνση ο φάκελος, είπε. Θα είναι σπουδαίο... Δε σου έδωσε καμιά παραγγελία για μένα o καπετάν Νικηφόρος;

-Όχι, είπε πως εσύ ξέρεις, πως είσαι συνηθισμένη. Μόνο να σου πω, λέγει, πως αποβραδίς, χθες δηλαδή, πήγαν και τον βρήκαν δυο τσορμπατζήδες από το Μπόζετς.

-Ξέρω! Κατάλαβα, είπε η κυρία Ηλέκτρα. Είναι για τους φόνους του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου. Επτά στο Κοσίνοβο, και τώρα σκότωσαν τον Βόζελη, τον προύχοντα, στο Ράμελ. Το παράκαναν οι κομιτατζήδες.

-Πάλι στο Ράμελ; αναφώνησε ο Αποστόλης.

-Ναι! Αυτό το Ράμελ έχει αμαρτίες, το κακόμοιρο!

Σκότωσαν όχι μόνο τον Βόζελη,2 αλλά και τη γριά μητέρα του και τα τέσσερα κορίτσια του, το μικρότερο έξι μηνών, το δύστυχο. Κι έγραψαν στη δασκάλισσα του Μπόζετς...

-Στην κυρία Ευθαλία;

-Ναι, στην κυρία Ευθαλία, πως αν δεν παύσει να φανατίζει παιδιά και γονείς, Θα της κάνουν τα ίδια, πως θα την κάψουν ζωντανή μες στο σχολειό της. Βρήκαν όμως άνθρωπο να φοβερίσουν!...

Page 123: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Αποστόλης βούρκωσε.

-Αυτή είναι σαν και σένα, κυρία Ηλέκτρα! Είναι ηρωική, λένε!

-Αυτή, ναι, είναι ηρωική, όχι εγώ. Αυτή ζει σε φωλιά βουλγάρικη, μες στους κομιτατζήδες. Εγώ... εγώ έχω δικούς μου πολλούς, και τη Λίμνη κοντά, και τους καπεταναίους ένα βήμα. Μα αυτή... Και φαντάζομαι γιατί πήγαν χθες οι προύχοντες. Θα ζητούσαν τον καπετάν Νικηφόρο να βγει στα χωριά, να ξαναθαρρέψουν οι Ορθόδοξοι, ε; Αυτό ζήτησαν;

-Δεν ξέρω. Δε μου είπε. Είπε πως εσύ θα καταλάβεις.

Η κυρία Ηλέκτρα δεν αποκρίθηκε. Συλλογισμένη γύριζε το γράμμα στα μακριά δάχτυλά της.

-Θα το στείλεις, κυρία Ηλέκτρα; ρώτησε ο Αποστόλης.

Η δασκάλισσα σήκωσε τα μάτια.

-Βέβαια, μουρμούρισε. Μα πώς;

-Με τον ίδιο τρόπο... το τραίνο... ξέρεις...

-Όχι... δεν κάνει να ξαναπάς εσύ... θα σε σημαδέψουν... Σκέπτομαι... Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε ολόγυρα κατά την πόρτα.

-Μα τι γίνηκε ο μικρός; Χάθηκε; έκανε. Γιωβάν! φώναξε.

Κανένας δεν αποκρίθηκε.

Η δασκάλισσα χαμογέλασε.

-Θα κλαίει... είπε τρυφερά. Το καημένο...

-Θα κλαίει; Γιατί;

-Κάθε φορά κλαίει, όταν νομίζει πως τον διώχνω... Και με το γράμμα στο χέρι βγήκε από την κουζίνα.

Page 124: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σε λίγο γύρισε σπρώχνοντας τον Γιωβάν μπροστά της. Τα μάτια του μικρού ήταν πρησμένα και κόκκινα.

-Ακούς, λέγει, αγόρι να κλαίγει! είπε η δασκάλισσα χαϊδεύοντας τα πυκνά, καστανά του μαλλιά. Και αυτό, την ώρα που του ετοιμάζω κρυφή, εμπιστευτική δουλειά...

Τα φρύδια του Αποστόλη ανέβηκαν ώς τη μέση του μετώπου του. Σιωπηλά το βλέμμα του ρωτούσε:

-Ναι, είπε η κυρία Ηλέκτρα. Ο Γιωβάν θα πάγει το γράμμα που μου έφερες, Αποστόλη. Μα θα βοηθήσεις και συ.

Έβγαλε το ασημένιο της ωρολόγι από την πέτσινη ζώνη της.

-Έχομε μια ώρα ώσπου να έλθουν τα παιδιά στο μάθημα, είπε. Έλα, Αποστόλη, να καταστρώσομε το πρόγραμμα. Και συ, Γιωβάν, άκου και πρόσεχε. Σήμερα θα μας δείξεις αν είσαι άξιος να πάρεις τα καινούρια ρούχα που σου έφτιασα και να στείλομε πίσω τα βουλγάρικα που φορείς.

*

Νωρίς ξεκίνησαν τα δυο αγόρια με το χλωμό νοεμβριάτικο ήλιο ακόμα ψηλά, πάνω από το κεφάλι τους.

Ο Γιωβάν ήταν νευρικός, συμμαζεμένος. Ο Αποστόλης τον εγκαρδίωνε.

-Γιατί αμφιβάλλεις; Το άλλο που έκανες ήταν πολύ πιο δύσκολο, να πας από τις Κάτω Καλύβες στο Τσέκρι. Τούτο είναι εύκολο. Φθάνει να 'χεις ανοιχτά τα ματια σου.

Ο Γιωβάν σιωπούσε.

Ο μεγάλος του έδωσε μια σπρωξιά.

-Μην είσαι χαζός, του είπε. Δεν τρως άχυρα! Λοιπόν τι φοβάσαι;

Πάλι δεν αποκρίθηκε ο μικρός.

Με βεβαιότητα είπε ο Αποστόλης:

Page 125: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Το ξέρω πως θα τα καταφέρεις καλά. Έπειτα είσαι μικρούλης, και τα μωρά δεν τα υποψιάζεται κανένας... Μα και αν σε πιάσουν, όνομα δε γράφει στο φάκελο. Για το Δεσπότη! Τι θα πει, για το Δεσπότη; Ποιο Δεσπότη; Εσύ μονάχα μην ξεχάσεις πως, αν σε ρωτήσουν, είσαι ανεψιός του Δεσπότη Καστοριάς. Θυμάσαι; Πώς τον λένε;

-Καραβαγγέλη. Γερμανό Καραβαγγέλη.

-Καλά. Και συ πού πηγαίνεις;

-Στο Μοναστήρι, να βρω τη μάνα μου.

-Καλά! Όλα αυτά όμως αν σε ρωτήσουν. Αλλιώς...

-Ξέρω...

-Λοιπόν μη φοβάσαι. Ούτε είναι κουτός ο καπετάν Νικηφόρος να λέγει τη σκάφη-σκάφη και τα σύκα-σύκα, όπως σου έλεγε η κυρία Ηλέκτρα. Όλα είναι κρυφά γραμμένα, έτσι που να μην καταλάβει κανείς, αν πέσει το γράμμα σε ξένα χέρια...

Πήγαιναν τ' αγόρια βιαστικά, ανταλλάζοντας αργά και πού κανένα λόγο. Πέρασαν την αμαξωτή γέφυρα του Λουδία, και, αφήνοντας το μεγάλο δρόμο που πάγει στη Βέρροια, τράβηξαν νότια.

Λίγο διάστημα έκαναν, και ο Αποστόλης σταμάτησε.

-Πήγαινε από δω και πέρα μόνος, είπε του Γιωβάν. Φαίνεται πια το Πλατύ. Με ξέρουν εκεί. Καλύτερα να μη με δουν. Θα σε περιμένω κάτω από τη γέφυρα. Είδες πώς θα κατέβεις, ε; Ή σφύριξέ μου, αν είναι μοναξιά, και ανεβαίνω εγώ. Γεια σου, τώρα. Κοίταξε μόνο να κάνεις τον κουτό. Πηγαίνεις τάχα δεξιά, και γυρεύεις να πάρεις το τραίνο που πάγει αριστερά. Α! και μην ξεχνάς! Το δεξί μάγουλο πρώτα, ύστερα το αριστερό, και τελευταίο το μέτωπο. Ε;

-Έννοια σου... μουρμούρισε ο Γιωβάν. Κι έφυγε με σκυφτό το κεφάλι.

Page 126: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Πήγαινε ο μικρός βιαστικός, σχεδόν τρεχάτος, απλώνοντας όσο μπορούσε τα λιγνά του ποδαράκια.

Τώρα που δεν είχε πια τον Αποστόλη κοντά του, ξεθάρρευε. Από μικρός, μες στο ξύλο και τις τιμωρίες μεγαλωμένος, είχε εξασκήσει το μυαλό του σε όλες τις πονηριές και τις μαλαγανιές, ήταν μαθημένος σε όλα τα τεχνάσματα για να γλιτώνει από τα χέρια του Άγγελ Πέιο. Όσο ήταν κοντά στην κυρία Ηλέκτρα και τον Αποστόλη, κι ένιωθε ασφάλεια, έχανε τις ιδιότητές του, ξαναγίνουνταν μικρός, διψούσε να μάθει καινούρια πράματα.

-Εσένα, δε σου λέγω ποτέ ψέματα, είχε πει της κυρίας Ηλέκτρας, χθες, που σκουπίζοντας την τάξη, είχε σπάσει με τη σκούπα του ένα τζάμι. Και να με δείρεις, δε θα σου πω ψέματα, εσένα.

Όπως και τον Αποστόλη, θα ντρέπουνταν να τη γελάσει.

Μα τώρα, μόνος στον κάμπο, ένιωθε όλα του τα παλιά εφόδια να ξαναζωντανεύουν, γύρευε κι έβρισκε στο μυαλό του χίλια μέσα να βγάλει πέρα την αποστολή του.

Χαμήλωνε ο ήλιος κατά τα βουνά, στη δύση, σαν μπήκε στο σταθμό.

Το τραίνο δεν είχε φθάσει. Από το άλλο μέρος της γραμμής τρία παιδιά έπαιζαν αμάδες. Στάθηκε ο Γιωβάν και τα κοίταζε, το μάτι του και το αυτί του προσηλωμένο κατά τη δύση.

Από μακριά άκουσε το λαχάνιασμα της μηχανής, πήρε μια πλατιά πέτρα και άρχισε κι αυτός να πηδά και να την κλωτσά με το ένα πόδι κατά τη γραμμή.

Ο Τούρκος υπάλληλος, με μια κόκκινη και μια πράσινη σημαία στο χέρι, τον είδε και τον φώναξε.

-Φύγε από κει, μικρέ! Και σεις, παιδιά, ξεκουμπιστείτε! Έρχεται το τραίνο...

Ο Γιωβάν μάζεψε την πέτρα του, πέρασε τρεχάτος τη γραμμή και στάθηκε στο σταθμό, με μάτια και στόμα ανοιχτά, σα χωριατόπαιδο που πρωτοβλέπει το σιδερένιο θηρίο.

Page 127: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Κατάφθανε το τραίνο, τρίζοντας και καπνίζοντας. Λιγόστεψε την ταχύτητά του, πέρασε η μηχανή τον Γιωβάν και στάθηκε πέρα.

Δυο τρεις χωρικοί σίμωσαν με τα μπογαλάχια τους, άλλοι τόσοι κατέβηκαν στο σταθμό και μες στο πήγαινε κι έλα, χώθηκε ανάμεσά τους, ο Γιωβάν και βρέθηκε μπρος στη σκευοφόρο.

Σα χαζό παιδί έκανε να σκαρφαλώσει στο σκαλοπάτι. Ένας χαμάλης τον έπιασε από το μπράτσο και τον κατέβασε κάτω.

- Πού πας; τον ρώτησε τούρκικα.

Με μεγάλα τρομαγμένα μάτια τον κοίταζε ο Γιωβάν, ξύνοντας το δεξί του μάγουλο, ύστερα το αριστερό, και με τον καρπό του χεριού του το μέτωπό του.

-Πού πας και σκαρφαλώνεις έτσι, παλιόπαιδο; τον ξαναρώτησε θυμωμένος ο Τούρκος.

Αμίλητος, σα σαστισμένος, τον κοίταζε ο Γιωβάν, ξύνοντας μια το δεξί του μάγουλο, μια τ' αριστερό και μια το μέτωπο.

-Δεν ξέρεις τούρκικα; ρώτησε άγρια ο χαμάλης. Ο Γιωβάν δεν αποκρίθηκε.

Ο καποτραίνος περνούσε αμέριμνα παρακάτω. Τον φώναξε ο Τούρκος.

-Κοίταξε δω, του είπε, ένα ανήλικο που δεν καταλαβαίνει γλώσσα. Εσύ ξέρεις βουλγάριχα... μήπως σε καταλάβει εσένα... Ο Γιωβάν κοίταζε τον καποτραίνο με τα ίδια τρομαγμένα μάτια. Με καλοσύνη ρώτησε αυτός βουλγάρικα: -Είσαι Βούλγαρος;

-Ναι... μουρμούρισε στην ίδια γλώσσα ο Γιωβάν. Και αργά έξυσε το δεξί του μάγουλο, ύστερα το αριστερό και πάλι το μέτωπο.

Τα μάτια του καποτραίνου άστραψαν. Γύρισε στο χαμάλη και του είπε τούρκικα.

-Μοιάζει κουτός και τον τρόμαξες. Άφησε να του μιλήσω στη γλώσσα του.

Page 128: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Κάλλιο εσύ παρά εγώ, του είπε αγαθά, σείοντας το κεφάλι του ο Τούρκος.

Και τράβηξε στη δουλειά του.

Ο καποτραίνος είπε βουλγάρικα, εξακολουθώντας τάχα αμέριμνα την εξέταση του μικρού:

- Πού θες να πας;... Τι γυρεύεις εδώ;

Ο Γιωβάν τον κοίταζε, και φοβισμένα έτριψε πάλι το δεξί και το αριστερό μάγουλό του, και ύστερα το μέτωπο, σα χαζό ξαφνισμένο παιδί.

Βιαστικά, κρυφά, με το δείχτη του χεριού του, έκανε και ο καποτραίνος τις ίδιες κινήσεις. Κι ελληνικά είπε χαμηλόφωνα του Γιωβάν:

-Τρέχα πέρα από τη γραμμή, πίσω από τη σκευοφόρο...

-Ποια; ρώτησε επίσης ελληνικά ο Γιωβάν.

-Τούτο δω το βαγόνι που έχει τα σεντούκια... και περίμενέ με...

Τρεχάτος έφυγε ο Γιωβάν. Σε λίγα δευτερόλεπτα, από ένα άλλο βαγόνι πήδηξε χάμω, στο άλλο μέρος της γραμμής ο καποτραίνος, βρήκε τον Γιωβάν, που είχε τρυπώσει πλάγι στη σκευοφόρο, και αφού βεβαιώθηκε πως ήταν μόνοι, τον πλησίασε βιαστικά.

-Από πού έρχεσαι; ρώτησε χαμηλόφωνα:

-Από το Ζορμπά, αποκρίθηκε ο μικρός.

-Η κυρία Ηλέκτρα; έκανε ο καποτραίνος.

-Ναι!

-Γράμμα;

-Ναι!

-Δώσε, γρήγορα... Κρύψου στις ρόδες... Βγάλ' το κρυφά...

Page 129: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Άψε σβήσε, ο Γιωβάν είχε βγάλει το φάκελο από τον κόρφο του και τον έριξε χάμω. Έσκυψε ο καποτραίνος, τάχα πως κάτι βλέπει στη ρόδα, το μάζεψε, το έχωσε μέσα στο μανίκι του και ξανασηκώθηκε.

-Γενικό Προξενείο; μουρμούρισε.

-Δεσπότης... αποκρίθηκε ο Γιωβάν.

-Καλά. Μείνε δω. Φεύγει το τραίνο. Ύστερα τραβάς το δρόμο σου. Χαιρετίσματα στην κυρία Ηλέκτρα, πες, από τον Χρήστο... ξέρει...

Και με γρήγορα βήματα ξανανέβηκε σ' ένα βαγόνι, και σχεδόν αμέσως έφυγε το τραίνο.

Από το χώμα όπου είχε καθίσει ο Γιωβάν, κοίταζε το πήγαινε κι έλα του σταθμού. Σε λίγο όλοι είχαν σκορπίσει, ταξιδιώτες και υπάλληλοι.

Τότε σηκώθηκε κι εκείνος, πέρασε πέρα από το σταθμό και βγήκε στον πατημένο δρόμο.

Τρεχάτος έφθασε στην αμαξωτή γέφυρα. Ο ήλιος βασίλευε.

Ο Αποστόλης τον περίμενε στο δρόμο. Ήταν μόνος.

-Τα κατάφερες; ρώτησε.

-Ναι!

-Σε ποιον το έδωσες;

-Είπε να πω της κυρίας Ηλέκτρας χαιρετίσματα από τον Χρήστο.

-Καλά! Έπεσες στον πιο ξυπνό. Αυτός πάντα τα βγάζει πέρα και τις πιο δύσκολες δουλειές τις καταπιάνεται και όλα τα καταφέρνει.

Χαρούμενα έδωσε μια σβερκιά του Γιωβάν.

-Είδες που φοβούσουν, κουτούκι; Εγώ το ήξερα πως θα τα καταφέρεις, είπε. Και τώρα, δρόμο.

Page 130: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Βιαστικά πήγαιναν τα δυο παιδιά στον ερημικό κάμπο κατά το Ζορμπά.

Έφθασαν νύχτα. Η πόρτα του σχολείου ήταν ξεκλείδωτη, η κυρία Ηλέκτρα τους περίμενε. Στο τραπέζι της κουζίνας, δυο κουπάκια, πιάτα και ψωμοτύρι ήταν στρωμένα, και στη φουβού άχνιζε ένα μπρίκι καφές.

Καθίσετε ν' ανασάνετε, ξεκουραστείτε, πιέτε ένα γάλα, να, πήγα μόνη μου και το πήρα απο το χωριό. Και ύστερα μου τα λες, Γιωβάν, είπε στ' αγόρια.

Ήταν συγκινημένη και χαρούμενη. Είχε ξανάρθει η καρδιά της στη θέση της σαν τους άκουσε να φθάνουν και της είπε ο Αποστόλης: «Ο Χρήστος σε χαιρετάει».

Γιατί ήταν ριψοκίνδυνο να εμπιστευθεί τέτοια σπουδαία δουλειά σε τόσο μικρό παιδί, το ήξερε. Μα στις δουλειές που καταπιάνουνταν αυτή, αν δε ριψοκινδύνευε κιόλα, θα γίνουνταν ποτέ τίποτα;

Άκουσε τη διήγηση του Γιωβάν, που έξυνε πάλι το δεξί του μάγουλο, ύστερα το αριστερό, και τελευταίο το μέτωπό του, αναπαραστώντας τη σκηνή με τον Τούρκο, τάχα πως δεν καταλάβαινε τούρκικα και ήταν τρομαγμένος.

-Δεν ήξερα αν ήταν αλήθεια Τούρκος, της εξήγησε. Μα αυτός δεν απαντούσε στο σημάδι μου. Και σαν ήλθε ο άλλος, και, με το δάχτυλο, γρήγορα έκανε σαν και μένα... χάρηκα πολύ, κυρία Ηλέκτρα... Γιατί φοβούμουν μη φύγει το τραίνο πριν με καταλάβει κανένας. Τώρα ξέρω. Αλλη φορά θα τα καταφέρνω καλύτερα.

-Και τώρα τα κατάφερες καλά, είπε τρυφερά η δασκάλισσα.

Και σκύβοντας, έριξε ένα φιλί στ' αχτένιστα μαλλιά του.

-Και τα ρούχα σου τα κέρδισες, πρόσθεσε γελαστά. Ξετύλιξε ένα στρώμα, που είχε κατεβάσει από το πατάρι, και έστρωσε σεντόνια και κουβέρτες...

-Γδυθείτε και κοιμηθείτε εδώ και οι δυο, τους είπε. Θα κλειδώσω και θα πλαγιάσω κι εγώ, και αύριο τα ξαναλέμε.

Page 131: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σημ. 8ου κεφ.

1. Ο Αντωνάκης ο Γιατρός: Κομπογιαννίτης γιατρός, αφοσιωμένος ψυχή και σώμα στον Αγώνα, είχε προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες, και τον συντηρούσε το κέντρο Θεσσαλονίκης. Όταν έγινε η επανάσταση των Νεοτούρκων και κηρύχθηκε το Σύνταγμα στα 1908, και ανακόπηκε ο Αγώνας, ίσως από ανάγκη οικονομική, ίσως από φιλοχρηματία, ο Αντωνάκης προσκολλήθηκε στους Τούρκους, πρόδωσε που κρύβουνταν ακόμα αντάρτες, και παρέδωσε κρυμμένα όπλα. Τότε από το Κέντρο δόθηκε διαταγή και τον σκότωσαν δικοί μας, στα 1910.

2. Τέλη Οκτωβρίου 1906.

Page 132: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

9. Κούγκα

ΜΑ ΤΗΝ ΑΥΡΙΑΝΗ, ενώ «τα έλεγαν», τουφεκίδι απόμακρο, υπόκωφο, ακούστηκε ώς το Ζορμπά. Ο Αποστόλης και η δασκάλισσα πετάχθηκαν έξω.

-Ο κρότος έρχεται από κει, είπε η κυρία Ηλέκτρα, δείχνοντας κατά τη δύση.

-Θεέ μου! Είναι ο καπετάν Άγρας! Άραγε ξεκίνησε ο καπετάν Νικηφόρος; Θα προφθάσει ο καπετάν Γκόνος από την Πρίσνα; Και μηνύθηκε άραγε ο καπετάν Κάλας; έκανε ο Αποστόλης.

Ο Γιωβάν τους είχε ακολουθήσει. Με τα δυο χέρια σφιγμένα στα χείλη του, κοίταζε μια την κυρία Ηλέκτρα, μια τον Αποστόλη. Ήταν χλωμός και τρομαγμένος.

-Τον σκότωσαν; μουρμούρισε.

Μα δεν του αποκρίθηκαν.

Οι τουφεκιές είχαν παύσει. Η κυρία Ηλέκτρα ανησύχησε ακόμα περισσότερο.

-Είναι με λίγους άντρες... και το πάτωμα Κούγκα βρίσκεται, λες, σε πέρασμα... Ένας αιφνιδιασμός... Και ο εχθρός κοντά... Άκου, Αποστόλη, είπε αποφασιστικά, τρέχα στο Νιχώρι, θα έχουν ακούσει κι εκεί το τουφεκίδι και θα είναι στο πόδι. Έχει παιδιά με καρδιά στο Νιχώρι, μάζεψε όσα τουφέκια είναι, πες τους πως σ' έστειλα εγώ... και τρέχα στις Κάτω Καλύβες. Εκεί θα έχουν μάθει. Και συ πια... βλέποντας και κάνοντας. Μα μη χάνεις στιγμή. Ίσως να έχει βιαστική ανάγκη από βοήθεια ο καπετάν Άγρας...

Ο Αποστόλης δεν περίμενε δεύτερη διαταγή. Είχε φύγει τρεχάτος, ίσια στη σκάλα της Κρυφής.

Εκεί τράβηξε μια πιστολιά και περίμενε.

Αργούσε να έλθει απάντηση. Τράβηξε δεύτερη πιστολιά.

Σε λίγο ακούστηκε μια φωνή από μέσα από τα καλάμια.

-Εεε!... Ποιος;

- Ο οδηγός ο Αποστόλης. Έλα! Γρήγορα!

Μια πλάβα παρουσιάστηκε. Μέσα ήταν μόνος ένας πλαβαδόρος οπλισμένος με τουφέκι και πιστόλια.

Page 133: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Έπεσε τουφεκίδι στο Ζερβοχώρι, είπε του Αποστόλη πλησιάζοντας την πλάβα του, και ανησύχησε o καπετάν Κάλας. Ήθελε και καλά ο καπετάν Παρασκευάς,l ο υπαρχηγός του, να φύγουν. Μα δεν τον άφησε ο Αρχηγός. Και είχε δίκαιο, δε θα ήταν τίποτα, σώπασε το τουφεκίδι. Τι θέλεις εσύ τώρα;

-Πήγαινέ με αντίκρυ, στο Νιχώρι. Έχω δουλειά εκεί... διαταγή της κυρίας Ηλέκτρας, αποκρίθηκε o Αποστόλης.

Πήδηξε στην πλάβα και άρπαξε το δεύτερο πλατσί.

-Θα οδηγήσω από κει όσα παλικάρια βρω...

-Πας στο Ζερβοχώρι;

-Στις Κάτω Καλύβες πρώτα. Και βλέπομε.

-Μα ησύχασε το τουφέκι!

-Δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται...

Σαν επικύρωση στα λόγια του Αποστόλη, πυροβολισμοί πυκνοί διέσχισαν ξαφνικά τους ήρεμους κρότους της λίμνης. Ομοβροντίες απανωτές, βουβαμένες απο την απόσταση, μα αδιάκοπες, μαρτυρούσαν λυσσασμένη μάχη κατά το Ζερβοχώρι.

-Γρήγορα! Γρήγορα! έλεγε ο Αποστόλης. Ο καπετάν Άγρας πολεμά στην Κούγκα...

Ο πλαβαδόρος κωπηλατούσε με ορμή. Πολεμιστής o ίδιος, ήξερε τι σημασία είχε η γρήγορη αποστολή ενισχύσεων.

-Δώσ' μου το τουφέκι σου, παρακάλεσε ο Αποστόλης. Στο Νιχώρι δε θα βρω άλλο...

Στο Νιχώρι, η κίνηση ήταν μεγάλη. Πλάβες ήταν ανασυρμένες στη σκάλα, άντρες οπλισμένοι δρασκέλιζαν τις κουπαστές, πηδούσαν στο χώμα, άλλοι, επίσης οπλισμένοι, κατάφθαναν από το χωριό.

Ανάμεσά τους, ψηλός και ίσιος στέκουνταν ο καπετάν Νικηφόρος. Βιαστικά τακτοποιούσε τους άντρες στη σειρά για πορεία.

Οι ομοβροντίες εξακολουθούσαν να πέφτουν σα βροντή μακρινή.

Ο Αποστόλης πήδηξε και αυτός στην ακρολιμνιά. Βαστούσε το τουφέκι του πλαβαδόρου και φορούσε ζώνη τη φυσιγγιοθήκη του.

-Κύριε Αρχηγέ... άρχισε.

Page 134: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Νικηφόρος γύρισε, τον είδε, είδε και τον πλαβαδόρο όρθιο στην πλάβα του και τον αναγνώρισε.

-Είσαι από την Κρυφή, Αναστάση; του φώναξε.

-Μάλιστα!

-Τράβα πίσω, πες τού καπετάν Κάλα πως με είδες, πως πάγω από την ξηρά, στα σίγουρα, πως τραβώ για τη σκάλα της Τερχοβίστας και πως παίρνω μαζί το σώμα του Νιχωριού. Πες του να έλθει κι εκείνος με τον καπετάν Παρασκευά. Είναι βία!

Και ξαναγυρνώντας στους άντρες του:

-Εμπρός, βήμα ταχύ, μαρς! πρόσταξε.

Ο Αποστόλης χώθηκε στη γραμμή και ακολούθησε.

Στο Νιχώρι δεν είχε πια δουλειά, αφού τον πρόλαβε ο καπετάν Νικηφόρος και είχε μαζέψει το σώμα του χωριού. Πέρα η μάχη εξακολουθούσε άγρια. Οι μπαταριές ακολουθούσαν η μια την άλλη, ο κρότος έφθανε ώς την ακρολιμνιά, πάνω από τα καλάμια και τις φυτείες, πνίγοντας τους άλλους κρότους της λίμνης.

Η καρδιά του Αποστόλη κτυπούσε σκεπαρνιές. Τι να γίνουνταν άραγε στο μισοσάπιο πάτωμα της Κούγκας, χωρίς καμιά σκεπή, κανένα οχύρωμα που να προστατεύει τον Άγρα και τους άντρες του:

Αχ, και να προφθάσουν! Να μη φθάσουν αργά! Όπλο και φυσίγγια είχε. Ήταν και αυτός ένα τουφέκι παραπάνω. Και τη δουλειά του θα την έκανε, τ' ορκίζουνταν. Φθάνει να πρόφθαινε τη μάχη...

Εμπρός, πρώτος προχωρούσε ο καπετάν Νικηφόρος. Ακολουθούσε την ακρολιμνιά, κατέβαινε στα λασπωμένα χαντάκια, συχνά μες στα νερά, δεν τον σταματούσε ούτε κούραση ούτε δυσκολία, μόνο να φθάσουν, να φθάσουν, να φθάσουν...

-Αν παίρναμε τον πατημένο δρόμο, Θα κοπιάζαμε λιγότερο και θα πηγαίναμε γρηγορότερα, είπε ένας άντρας χαμηλόφωνα στον Αποστόλη. Κοίταξε λάσπες και καλάμια και σκοντάματα...

-Είναι στοχαστικός ο Αρχηγός, αποκρίθηκε επίσης σιγά ο Αποστόλης. Μέρα μεσημέρι, τόσοι άντρες, να περνούμε από τα χωριά, να μας δουν οι Τούρκοι... το συλλογίστηκες; Κι έτσι που πάμε, από την ξηρά, χρειάζεται κουράγιο, ξέρεις, να το καταπιαστεί...

- Καλά λες... Να μας πάρουν μυρωδιά, μας χαλάνε όλους...

Το τουφεκίδι εξακολουθούσε άγριο. Η αγωνία ζωγραφίζουνταν σε όλα τα πρόσωπα, και όλο και πιο γρήγορα προχωρούσε ο Νικηφόρος, παράσερνε την ανθρώπινη αλυσίδα.

Page 135: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ώσπου έπαυσαν οι ομοβροντίες, αραίωσε το τουφεκίδι και σώπασε ολότελα. Μερικοί άντρες, κρυφά, έκαναν το σταυρό τους. Η μάχη είχε βαστάξει πάνω απο ώρα. Τι προμηνούσε η τωρινή σιωπή;

Τρεις ώρες ολόκληρες βάσταξε η πορεία. Όταν έφθασαν στη σκάλα της Τερχοβίστας, ο νοεμβριάτικος ήλιος κρύβουνταν πίσω απο τις κορυφές του Βέρμιου.

Μια πιστολιά έφερε μια πλάβα στην ακτή. Μα ήταν πολλοί οι άντρες. Μπήκε ο Νικηφόρος στην πλάβα με όσους χωρούσε, και τράβηξε για τις Κάτω Καλύβες, απ' όπου έστειλε άλλες να πάρουν το σώμα ολόκληρο.

Στις Κάτω Καλύβες λίγοι άντρες είχαν μείνει, όσοι χρειάζουνταν μόνο για να τις φυλάγουν από κανένα αιφνιδιασμό. Η αγωνία τους ήταν μεγάλη, σαν ακούστηκαν οι πρώτες πρωινές τουφεκιές. Την παραμονή είχαν φύγει οι περισσότεροι, με οδηγό το γερο-Πασκάλ, για την Κούγκα. Κι εκείνοι που έμειναν πίσω είχαν ακούσει τη μεγάλη μάχη, μα δεν ήξεραν τίποτα. Πώς είχε τελειώσει; Είχε νικήσει ο Άγρας; Ή μην τον είχαν καταστρέψει οι Βούλγαροι;

Είχε νυχτώσει ολότελα όταν έφθασαν οι τελευταίοι αντάρτες στην καλύβα του Βαγγέλη.

Χωρίς να χάσει ώρα, ο Νικηφόρος όπλισε δυο μεγάλες πλάβες, πήρε όσους άντρες χωρούσαν, και στα σκοτεινά τράβηξε για την Κούγκα, με μόνο οδηγό τον Αποστόλη.

-Είσαι βέβαιος πως ξέρεις το δρόμο; τον είχε ρωτήσει ανήσυχα.

Μα όλοι οι άντρες αποκρίθηκαν για κείνον, πως και απο το γερο-Πασκάλ καλύτερα ήξερε τα μονοπάτια o Αποστόλης.

Μόνος ο Αποστόλης δε μιλούσε. Πρώτη φορά δείλιαζε. Τα μονοπάτια τα ήξερε, είναι αλήθεια, και απο το γερο-Πασκάλ καλύτερα. Μα στα σκοτεινά, ανάμεσα στην πυκνή αυτή μυστηριώδικη φυτεία, θα τα ξανάβρισκε; Κι έπαιρνε στο λαιμό του τόσα παλικάρια, μόνος οδηγός αυτός... Αν έχανε το δρόμο του; Αν τους έριχνε σε καμιά μπρουσκάδα;

Όρθιος στην πλώρη της πρώτης πλάβας, τα γατίσια του μάτια σκαλίζοντας το σκοτάδι, οδηγούσε σιωπηλά, με νοήματα, μέσα στο δαίδαλο απο στραβοδίβολους στενούς δρόμους ανοιγμένους μες στους καλαμιώνες. Και μ' ευπείθεια κι εμπιστοσύνη υπάκουαν οι πλαβαδόροι, έστρεφαν μια γωνιά όταν τους άπλωνε το χέρι, σταματούσαν οταν το σήκωνε, ξαναβουτούσαν το πλατσί σαν τους το έγνεφε.

Page 136: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Δυο ώρες πήγαιναν έτσι, αμίλητοι, αρχηγός και άντρες, μες στα δυο μονόξυλα.

Σ' ένα γύρισμα, αμυδρό φως άσπριζε τα νερά. Χαρούμενος άπλωσε ο Αποστόλης το χέρι. - Η Μικρή! ψιθύρισε.

Ήταν η καλύβα που είχε χτίσει ο Άγρας για να διευκολύνει τις περιπολίες του, ν' ασφαλίσει τις συγκοινωνίες του με τις Κάτω Καλύβες.

-Να σταθούμε, να ρωτήσομε, διέταξε ο καπετάν Νικηφόρος.

Δυο άντρες φύλαγαν στα σκοτεινά, απο κάθε μέρος της καλύβας.

Είδε ο Νικηφόρος τη λάμψη της κάνας που χαμήλωσε.

-Φίλοι εδώ. Μην τραβάτε! είπε.

-Το σύνθημα! του φώναξαν απο τα σκοτεινά. -«Σταυρός, αστέρι!» αποκρίθηκε ο Νικηφόρος. Οι κάνες ορθώθηκαν.

-Καλώς ορίσετε! του αποκρίθηχαν.

Οι πλάβες πλεύρισαν το πάτωμα. Οι δυο σκιές σίμωσαν. Μα κανένας δε βγήκε απο τις πλάβες.

-Τι έγινε στην Κούγκα; ρώτησε ο Νικηφόρος.

-Δεν ξέρομε. Λέγαμε πως μας φέρνετε ειδήσεις...

-Ερχόμαστε απο το Τσέκρι, πάμε να βοηθήσομε, είπε ο Νικηφόρος. Αν είναι κακά τα μαντάτα θα ξαναγυρίσομε. Αλλιώς, αν δε μας δείτε, θα πει πως όλα παν καλά.

Κι έδωσε το σημείο να ξεκινήσουν.

Μα τώρα στα σίγουρα πήγαινε ο Αποστόλης. Μιας και βρήκε τη Μικρή, ήξερε κάθε λύγισμα μονοπατιού, κάθε ανοιγμένο καινούριο δρόμο.

Όσο όμως πλησίαζαν την Κούγκα, τόσο πιο σιγανά, προσεκτικά δούλευαν τα πλατσιά τοσο πιο ακίνητοι , κάθουνταν οι άνδρες.

Πήρε ο Αποστόλης το τελευταίο κρυφό μονοπάτι και βγήκε σιωπηλά στη μάννα. Οι άντρες, σκυφτοί, γερμένοι στο τουφέκι, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, ήταν έτοιμοι να πυροβολήσουν στην πρώτη διαταγή.

Κάτω απο το χλωμό φως των άστρων, γυάλισε πάλι μια κάνα ανάμεσα στα καλάμια.

-Τις ει; ακούστηκε μια φωνή.

Page 137: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Απο τα συγκρατημένα στήθη, ένας αναστεναγμός βγήκε, κύλησε στα νερά, βαθύς, σα λυγμός χαρούμενος.

-Δικοί μας! Γλίτωσαν!

Τ' άκουσε ο σκοπός και βγήκε μες στα νερά να τους ανταμώσει. -Ποιοι είστε, αδέλφια; ρώτησε.

-Από το Τσέκρι... Καπετάν Νικηφόρος... Τι μαντάτα εδώ;

Ο σκοπός είχε πλησιάσει. Χαρούμενα έσφιξε τ' απλωμένα χέρια.

-Καλά, είπε. Τις φάγανε, οι άτιμοι. Μα έχομε δυο λαβωμένους.

Ανυπόμονα είχε πάρει ένα πλατσί ο Αποστόλης και τραβούσε κατά το πάτωμα που μαύριζε πάρα πέρα. Ο καπετάν Νικηφόρος, όρθιος τώρα, γύρευε κι εκείνος να σκίσει το σκοτάδι με το βλέμμα του.

Πλεύρισαν οι πλάβες, και σκιές σκόρπιες σηκώθηκαν και σίμωσαν. Εμπρός, γελαστός, χαρούμενος στέκουνταν ο Άγρας, περιτριγυρισμένος από τους άντρες του.

Πρώτος πήδηξε ο Νικηφόρος στο πάτωμα. Πήρε το απλωμένο χέρι του Άγρα και το έσφιξε με συγκίνηση που τού εκοβε τη φωνή.

-Ακούσαμε τις ομοβροντίες... ήλθαμε βιαστικά... δεν ξέραμε τι τρέχει... αν θα σε βρούμε ζωντανό!... μπουρδούμπισε.

Ο Άγρας τον αγκάλιασε.

-Τα είχαμε σκούρα μια στιγμή, είπε γελαστά. Ήταν πολλοί αυτοί. Μα τα βγάλαμε πέρα. Ε, παιδιά;

Καθισμένοι όλοι σταυροπόδι στο πάτωμα, κουβέντιαζαν τώρα στα σκοτεινά. Ήταν κρύα και υγρή νύχτα, μα δεν μπορούσαν ν' ανάψουν φωτιά, που, χωρίς σκεπή, θα φαίνουνταν από μακριά, θα τους πρόδιδε.

Οι άντρες πίσω από μια κάπα είχαν βράσει νερό και είχαν ετοιμάσει τσάι. Και πίνοντας το ζεστό, τυλιγμένοι ώς το λαιμό στις κάπες τους, άκουαν οι νεοφερμένοι τη διήγηση του Άγρα.

-Ναι, έλεγε ο Αρχηγός, τη γλιτώσαμε φθηνά. Και ήμασταν κουρασμένοι, γιατί τη νύχτα είχαμε ξαγρυπνήσει. Ε, Γκόνο; Καλά και βρέθηκες εδώ! Για πες τα!

Μα ο Γκόνος, χαμογελώνας, αργοκούνησε το κεφάλι.

-Πες τα συ, κάλλιο, κυρ Αρχηγέ, είπε με την ξενιχή του προφορά. Θα τα πεις καλύτερα... Βουλγαρόφωνος, από τα Γιαννιτσά, παλιός συμπολεμιστής των κομιτατζήδων, όταν

Page 138: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

νόμιζε πως σήκωναν επανάσταση για να ελευθερώσουν από τη σκλαβιά τη Μακεδονία, μα φανατισμένος τώρα Έλληνας Ορθόδοξος, είχε μάθει να μιλά ελληνικά, όχι όμως πολύ ελεύθερα, και τον πείραζε ότι τα πρόφερε ξενικά.

Το ήξερε ο Άγρας, και τον εγκαρδίωνε να μιλά και να διηγείται. Τον βεβαίωνε πως όχι μόνο είχαν γούστο τα λάθη που έκαμε, αλλά και πως ήταν χρήσιμη η προφορά του η ξενική, γιατί έτσι τον αναγνώριζε και στα σκοτεινά, και όταν δεν τον έβλεπε ακόμα, και ήξερε πως είχε πλάγι του ένα ατρόμητο παλικάρι.

...Κι έτσι, πήγαμε χθες τη νύχτα, με τον καπετάν Γκόνο, δεκαοχτώ όλοι μαζί, διηγούνταν ο Άγρας, περάσαμε από τους κρυφούς δρόμους, που τους ξέρει καλά ο γερο-Πασκάλ, και βγήκαμε στο Ζερβοχώρι. Φυσούσε βαρδάρης. Πήγαμε από το νότιο μέρος, μη μας μυριστούν τα σκυλιά, και κυκλώσαμε το σπίτι του Τόμαν Παζαρέντζε, όπου κρύβουνταν ο Αποστόλ Πέτκωφ. Έτσι δε μου είχες πει, μπρε Αποστόλη;

Βαστώντας την ανάσα του άκουε, καθισμένος στον κύκλο, ο οδηγός.

-Ναι! αποκρίθηκε. Εκεί τον είχε δει ο μικρός o Γιωβάν. Και τον πιάσατε;

-Ναι! Να τον πιάσομε! Πού πιάνεται αυτός o παμπόνηρος! Δεν κοιμάται, φαίνεται, ποτέ δυο νύχτες στο ίδιο σπίτι. Τρέμει! Το σπίτι του Παζαρέντζε το κάψαμε, καθώς και δυο τρία άλλα, για παραδειγματισμό και τιμωρία των φονιάδων, που σκότωσαν τις προάλλες επτά αγωγιάτες της Νιάουσας. Μα τον Αποστόλ δεν τον πιάσαμε. Το πουλί είχε πετάξει...

-Και τον Παζαρέντζε; Τι τον κάνατε; Ρώτησε o Νικηφόρος.

-Τον στείλαμε, όμηρο με άλλους μερικούς, στην Αγια-Μαρίνα, να τους φυλάξουν εκεί. Ας τολμήσουν τώρα να σκοτώσουν κανένα δικό μας!

-Έπρεπε να τους ξεπαστρέψεις, Καπετάνιε, είπε μουρμουριάρικα ο Γκόνος.

Ο Άγρας πέταξε πίσω το κεφάλι του, που, με τα σγουρά μαλλιά, ξεκόβουνταν σα στεφάνι στον αστερωτό ουρανό.

-Μπα, είπε, γιατί; Και αυτοί νομίζουν πως κάνουν το καθήκον τους όταν μας σκοτώνουν. Αν είναι πιο άγριοι από μας, το 'χουν κατάρα στο αίμα τους. Ίσως και να μη φταιν, αν τους έκανε ο Θεός αιμοβόρους...

Μουρμούριζαν οι άντρες στο γύρο αποδοκιμαστικά:

-Έτσι που τα πας, κυρ Αρχηγέ...

-Δε ρωτάς και το γερο-Πασκάλ...

Page 139: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Άκουσε τ' όνομά του ο Βούλγαρος κι έσκυψε να ρωτήσει τι είπαν.Του μετέφρασε ο καπετάν Γκόνος.

-Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του απάνω κάτω με δυσφορία.

-Του το λέγω κάθε μέρα! Μας παίρνεις όλους στο λαιμό σου, Καπετάνιε... είπε στη γλώσσα του.

-Τι λέγει; ρώτησε ένας εύζωνος. Μα διέκοψε ο Νικηφόρος:

-Νωρίς το πρωί ακούσαμε τουφεκιές, είπε.

-Άλλη δουλειά αυτή, αποκρίθηκε ζωηρά ο Άγρας. Η μέρα μας σήμερα, αρχίζοντας από τη χθεσινή νύχτα, ήταν περιπέτειες γεμάτη. Αυτές οι τουφεκιές που άκουσες, ήταν συμπλοκή μιας δικής μας περιπολίας με μια δική τους. Ήλθαν στα χέρια, τράπηκαν αυτοί σε φυγή, και μου έφεραν τα παιδιά έναν κομιτατζή από το Ζερβοχώρι. Τον έστειλα και αυτόν στις Κάτω Καλύβες.

-Και η μάχη;

-Αυτή ήταν η σπουδαία! είπε ο Άγρας. Είχαν ακούσει στις καλύβες τους το τουφεκίδι, οι Βούλγαροι. Μα δεν ήξεραν τι γίνουνταν. Τρεις μέρες τους περιμέναμε εδώ, στο πάτωμα, και δεν έτυχε να περάσουν. Ώσπου βαρεθήκαμε την απραξία, μήνυσα του καπετάν Γκόνο να έλθει και πήγαμε μεις νύχτα, στο Ζερβοχώρι. Μα είδαν, φαίνεται, τις φλόγες από τις καλύβες, και το πρωί έβγαλαν περιπολίες. Πιάσαν τα παιδιά μας τον κομιτατζή που σας είπα, και χτύπησαν ένα δυο άλλους. Ώστε φρένιασαν, εννοείς, στις καλύβες τους. Μα δεν ήξεραν πού κρυβόμαστε μεις. Δε φαντάζουνταν πως είχαμε καταλάβει την Κούγκα. Έβγαλαν λοιπόν δυνατό σώμα σε πλάβες, και το έστειλαν να περιπολήσει. Αυτό περιμέναμε κι εμείς τόσες μέρες! Μπήκαν σε τούτη δω τη μάνα, τους αφήσαμε να πλησιάσουν και ήλθαν κι έπεσαν πάνω στα τουφέκια μας, αράδα οι πλάβες, αλυσίδα! Τους είχαν δει οι σκοποί μας, και σιωπηλά επέστρεψαν και μας ειδοποίησαν. Και μόλις μπήκαν αυτοί για καλά στη μάνα, τους ρίξαμε μια μπαταριά. Στην αρχή έκαναν να υποχωρήσουν τρομαγμένοι. Μα ήταν αυτοί πολλοί κι εμείς μετρημένοι. Το αντιλήφθηκαν και άρχισαν και αυτοί άγριο τουφεκίδι...

-Και σεις, έτσι ξεσκέπαστοι; διέκοψε ο καπετάν Νικηφόρος.

-Είχαμε μαζέψει μερικά καλάμια για πρόχωμα, μα δε μας χρησίμευσαν και πολύ. Και αυτοί όμως ήταν ξεσκέπαστοι στις βάρκες τους, καθώς κατάφθαναν η μια πίσω από την άλλη, στα στενά νερά. Ε, τι να γίνει; Πολεμήσαμε. Ήταν όμως πολλοί αυτοί, σου το είπα, κι εμείς λίγοι. Μου έλειπαν και δυο πλάβες που είχαν πάγει τους αιχμαλώτους. Σαν είδαμε και αποείδαμε, έστειλα τις πλάβες μας με τον Γκόνο και τα παιδιά από μέσα από τα καλάμια, και τους πήραν από πίσω. Και όπου φύγει φύγει τότε! Το 'βαλαν στα κουπιά, και δρόμο! Να είχαμε μεις άλλες πέντε πλάβες! Δε μας ξέφευγε κανένας! Μα δεν έχομε! Είμαστε φτωχοί, πρόσθεσε ο Άγρας.

Page 140: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Και γέλασε.

-Είσαι αδιάσπαστος βράχος θελήσεως και τόλμης, Άγρα, είπε με βαθιά συγκίνηση ο Νικηφόρος.

Ο Άγρας έκανε να γελάσει. Μα πάλι σοβάρεψε.

-Δυο μας παιδιά πληγώθηκαν, είπε. Τους έστειλα στις Κάτω Καλύβες, να τους δει γιατρός και να τους νοσηλεύσει. Εγώ δεν έπαθα τίποτα. Αυτοί οι δυο πλήρωσαν, οι κακόμοιροι...

Παράμερα καθισμένος, άκουε και κοίταζε ο Αποστόλης, σιωπηλός, όλος προσοχή και σκέψη.

Από μικρός είχε παρακολουθήσει τον αγώνα, είχε δει και ακούσει πολλά, είχε μετρήσει πτώματα σφαγμένων, βασανισμένων, κομματιασμένων χωρικών, ακολουθήσει κηδείες, ακούσει μοιρολόγια και κατάρες. Μα πρώτη φορά, αφότου είχε μπει στον αγώνα της Λίμνης, άκουε σκέψεις σαν αυτές του Άγρα, που δικαιολογούσε τους εχθρούς του, έβλεπε τη συγκίνηση του Νικηφόρου που παραμέριζε τη δική του περιφρόνηση του θανάτου, για ν' ανυψώσει το συνάδελφό του αρχηγό.

Είχε δει οπλαρχηγούς γενναίους, ριψοκίνδυνους, καλούς. Μα πρώτη φορά έβλεπε από κοντά, ήρχουνταν σ' επαφή με πολιτισμένους ανθρώπους, μέσα στον αγριότερο αγώνα.

Και δεν ήταν προετοιμασμένος γι' αυτά. Είχε δει πολλές ζούλιες και συνορισιά μεταξύ στους πολεμιστές. Και είχε μάθει να πιστεύει και να λέγει, πως κάθε Έλληνας είναι καλός και κάθε Βούλγαρος κακός. Και τα λόγια του Άγρα, πως και οι Βούλγαροι νομίζουν καθήκον τους να σκοτώνουν Έλληνες, τον ξένιζαν, αλλά και του άνοιγαν καινούριους κόσμους από σκέψη, από δικαιοσύνη, από συγχώρεση.

Τυλιγμένος στην κάπα του, πλαγιασμένος πλάγι στον καπετάν Γκόνο, ανάμεσα στους κοιμισμένους άντρες και αρχηγούς, γυρνούσε μια στο πλάγι, μια στο άλλο, και ύπνο δεν έβρισκε. Έπειτα και ο καπετάν Νικηφόρος...

Του έφερναν δάκρυα στα μάτια τα λόγια του καπετάν Νικηφόρου κάθε φορά που τα θυμούνταν. Βράχος θελήσεως και τόλμης, ναι, ήταν ο καπετάν Άγρας! Μα και αυτός δεν ήταν τάχα βράχος θελήσεως και τόλμης, που είχε περάσει, μέρα μεσημέρι, με όλο του το σώμα, τρέχοντας σχεδόν, κάτω από τη μύτη των Τούρκων, για να πάγει γρηγορότερα και ασφαλέστερα βοήθεια στον Άγρα; Και όχι μόνον δεν παινιούνταν γι' αυτό, αλλά και δε φαίνουνταν να το αντιλαμβάνεται καν πως ήταν τολμηρδό ριψοκίνδυνο, κατόρθωμα.

Ως τώρα, μόνο την κυρία Ηλέκτρα είχε λατρέψει o Αποστόλης, σαν κάτι ανώτερο. Και αυτό τώρα τον μπέρδευε ακόμα περισσότερο. Γιατί η κυρία Ηλέκτρα δεν παραδέχουνταν, ούτε για το Βούλγαρο ούτε για τον Τούρχο, πως ίσως να νομίζουν πως κάνουν το καθήκον τους όταν σκοτώνουν Έλληνες. Αυτή ήταν μονοκόμματη. Μισούσε

Page 141: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

και Τούρκους και Βούλγαρους, σα θηρία άξια μόνο για εξόντωση. Σα θυμούνταν το σκοτωμένο πατέρα της, που τον είχαν σκοτώσει οι Τούρχοι στην Αικατερίνη, στα '97, άναβαν τα μάτια της, αγρίευε, γίνουνταν τίγρη... Και μαζί της τους μισούσε και o Αποστόλης, ίσα με τους Βούλγαρους...

Και το πρωί, σαν ξημέρωσε, όταν ζωή και κίνηση σκέπασαν πάλι το πάτωμα, ψήνοντας καφέδες και κόβοντας ψωμιά, κοίταζε ο Αποστόλης μια τον ένα αρχηγό και μια τον άλλο. Και διερωτούνταν ποιον από τους δυο αγαπούσε περισσότερο: τον υψηλό γαλανομάτη παστρικοντυμένο και καλοχτενισμένο καπετάν Νικηφόρο, ή το μικρόσωμο, αξύριστο, ατημέλητο, σγουροκέφαλο, πάντα γελαστόν καπετάν Άγρα;

Το αδυνατισμένο πρόσωπο του δευτέρου, τα βαθουλωμένα περικομμένα καστανά του μάτια, μαρτυρούσαν μέρες και νύχτες άγρυπνες, κόπους, αρρώστια, φροντίδα. Και όμως τα κέφια του έμεναν ανάλλαχτα, ποτέ δεν ανυπομονούσε, ούτε δυσφορούσε, ούτε παραπονούνταν για την άθλια, στερήσεις και κακοπάθειες γεμάτη, ζωή στο πάτωμα Κούγκα.

Παρατήρησε και ο Νικηφόρος την κακή του όψη.

-Δε θα βαστάξεις πολύν καιρό έτσι, του είπε. Καλό είναι, αν θες να κάνεις γερή δουλειά, να πας λίγο στις Κάτω Καλύβες, ν' αναπαυθείς και ν' αναλάβεις...

Μα τον διέκοψε ο Άγρας.

-Να φύγομε, δηλαδή, μετά τη χθεσινή μας επιτυχία; Να έλθουν αυτοί να μας πάρουν το πάτωμα; Με τον αγορίστικο αυθόρμητο τρόπο του αγκάλιασε τους ώμους του:

-Μη μου το ξαναπείς, φίλε μου! αναφώνησε.

-Τουλάχιστον στήσε μια καλύβα, είπε ο Νικηφόρος.

-Αυτό, μάλιστα, το παραδέχομαι, αποκρίθηκε καλόκαρδα ο Άγρας. Και σήμερα, που είναι και οι άντρες σου εδώ, μπορούμε να το κάνομε, σιωπηλά και γρήγορα, μη μας ακούσουν και μας δουν αυτοί οι θεοκατάρατοι.

Για δες! Η κεντρική τους καλύβα φαίνεται λίγο μες στα καλάμια, πέρα...

Ώς το βράδυ, η καλύβα με σκεπή ήταν στημένη, και οι άντρες είχαν κατασκευάσει, με καλάμια, ρίζες και λάσπη, ένα πλατύ οχύρωμα ολόγυρα στο πάτωμα.

Η Κούγκα, από ανοιχτή κι επικίνδυνα εκτεθειμένη σχεδία, είχε μετατραπεί σε οχυρωμένο καταφύγιο ανταρτών.

-Και τώρα, είπε ο Άγρας του Νικηφόρου, δε σου ζητώ πια να μείνεις. Ούτε συ, καπετάν Γκόνο. Για συντροφιά, θα σας ήθελα και τους δυο, αλλά δεν έχομε πια ανάγκη από

Page 142: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

επικουρία. Ας είστε καλά, που μας βοηθήσατε να φτιάσομε το άσυλό μας. Θα καταφέρομε τώρα να το υπερασπίσομε.

Είχε φύγει βιαστικά από το Τσέκρι ο καπετάν Νικηφόρος. Κι εκεί χρειάζουνταν οργάνωση για άμυνα, αν επιτίθουνταν οι Βούλγαροι, όσο και για υπεράσπιση των πατριαρχικων χωριών.

-Και περιμένω απάντηση του Δεσπότη, είπε του Άγρα. Τον ειδοποίησα πως θα έφευγα να έλθω σε βοήθειά σου, μα έφυγα χωρίς εντολή του.

Έμειναν σύμφωνοι οι δυο αρχηγοί, πώς να συνεννοηθούν γρηγορώτερα, σε ώρα ανάγκης. Και την άλλη μέρα το πρωί, ο Νικηφόρος έφυγε με οδηγό το γερο-Πασκάλ και με όλο το σώμα, αφήνοντας τον Άγρα εφοδιασμένο πολεμοφόδια, φυσίγγια και χειροβομβίδες, και με όσους άντρες τού είχαν στείλει οι Κάτω Καλύβες και τα νότια χωριά της ακρολιμνιάς. Την ίδια ώρα έφυγε και o Γκόνος.

Ο Αποστόλης έμεινε στην Κούγκα με άλλους δυο οδηγούς, άλλοτε ψαράδες, που ήξεραν τους παλιούς δρόμους, όχι όμως και τους καινούριους. Κι έτσι έβγαινε δυο τρεις φορές την ημέρα μαζί τους, σε έρευνες και περιπολίες, να τους δείξει τα νέα ανοιγμένα μονοπάτια, που μπέρδευαν ακόμα περισσότερο τον ήδη τόσο μπερδεμένο λαβύρινθο των δρόμων της Λίμνης.

Τη δεύτερη μέρα, γυρίζοντας από μιαν ανίχνευση κοντά στις βουλγάρικες καλύβες, με τον καπετάν Τυλιγάδη, άκουσε ο Αποστόλης τούρκικες ομιλίες μέσα στην Κούγκα.

Ξιπάστηκε και γύρισε στον Τυλιγάδη.

Αυτός γέλασε ξένοιαστα.

-Είναι ο Χαλίλμπεης, ο φίλος του Αρχηγού, του είπε. Ήρχουνταν και τον έβλεπε, κάπου κάπου, στις Κάτω Καλύβες και τώρα θα έμαθε το κατόρθωμά του στο Ζερβοχώρι και ήλθε να τον συγχαρεί.

-Μα πού έμαθε τα τούρκικα ο Αρχηγός; ρώτησε o Αποστόλης.

-Μπα, ούτε λέξη τούρκικη δεν ξέρει! αποκρίθηκε o Τυλιγάδης. Δεν ακούς τον Μιχάλη που τα ξέρει και που κάνει το δραγομάνο; Ο Χαλίλμπεης δεν ξέρει λέξη ελληνική, ούτε ο Αρχηγός λέξη τούρκικη. Μα ο Τούρκος θαυμάζει την τόλμη και την αφοβιά του Αρχηγού, και τους ενώνει η έχθρα τους για τους κομιτατζήδες. Ο μπέης είναι από την Καβάσιλα,2 και ξέρει, έχει δει μερικά κακούργα καμώματά τους. Μας έστειλε και καπνό κάποτε...

Έβγαιναν από την καλύβα εκείνην την ώρα, ο μεγαλόσωμος πλουσιοντυμένος Τούρκος μπέης, με το μακρυ του σακάκι, το κομψοκομμένο πανταλόνι και τις γυαλιστές του μπότες, και ο ξερακιανός, λιγνεμένος, κακοθρεμμένος Έλληνας αντάρτης, με τα τριμμένα του ρούχα, το πάντα ξέσκεπο κεφάλι και τ' ανυπότακτα μαλλιά, με τα ζωηρά

Page 143: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

γελαστά μάτια του στις βαθουλωμένες τους κόγχες, λιωμένος από τους πυρετούς και τις κακοπάθειες, μα ολόισιος, κεφάτος πάντα, αδάμαστος, «βράχος αδιάσπαστος θελήσεως και τόλμης». Πίσω τους, κοντά, ακολουθούσε ο Μιχάλης, έτοιμος να κάνει το διερμηνέα. Και είπε ο Τούρκος, γυρνώντας στον Μιχάλη: -Πες του Αρχηγού σου, πως οπόταν θέλει βοήθεια, ενα σημάδι μόνο να κάνει, και άντρες και όπλα ακόμα είμαι έτοιμος να του στείλω.

Ο Μιχάλης μετέφρασε.

Ευχαριστώ τον μπέη, αποκρίθηκε ο Άγρας, μα τις δουλειές μας είμαστε συνηθισμένοι να τις βγάζομε πέρα μόνοι μας... Προπάντων σαν πρόκειται να χύσουμε το αίμα μας...

Ο Μιχάλης πάλι μετέφρασε.

Ο Τούρκος χαμογέλασε και υποκλίθηκε ευγενικά.

-Είναι υπερήφανος ο Αρχηγός σου, είπε. Μα μπορεί να τύχει να έχει ανάγκη και από τίποτε άλλο... Γιατρό λόγου χάρη. Δε φαίνεται και τόσο καλά...

-Έχομε και γιατρό, ευχαριστούμε, αποκρίθηκε o Άγρας. Μα αν μου παρουσιαστεί καμιά ανάγκη, θα προστρέξω στην καλή θέληση του μπέη.

Και χωρίστηκαν με χειραψίες και φιλοφρονήσεις. Σαν απομακρύνθηκε και χάθηκε η πλάβα του Τούρκου μεσα στα καλάμια, ο Άγρας έριξε πίσω τους ώμους του, τεντώθηκε, γέλασε και είπε:

-Τις δουλειές μας τις κάνομε καλύτερα μόνοι, ας είναι και καλός, ας είναι και πιστός φίλος ο μπέης. Και τώρα παιδιά, ο καθένας στο έργο του. Εσύ, Μιχάλη, που ξαναπήγες εκεί, δρόμο για το Τσέκρι και την Κρυφή. Την άλλη φορά δεν πρόφθασε να 'ρθει ο καπετάν Κάλας. Αυτή τη φορά όμως πρέπει να προφθάσει. Μεθαύριο θα χτυπήσομε την κεντρική καλύβα τους, και θέλομε και άντρες και πλάβες και φυσίγγια.

Και στον καπετάν Τυλιγάδη είπε:

-Εσύ θα κάνεις έφοδο στο πίσω μέρος της καλύβας, εγώ από μπρος. Πήγαινε με τον Αποστόλη, πριν βραδιάσει, πλησίασε όσο μπορείς, δες την κατάσταση από κοντά κι έλα να μου πεις. Εγώ, ωστόσο, θα ετοιμάσω τα εδώ.

Μα δεν μπόρεσε ο Αποστόλης να πλησιάσει την κεντρική καλύβα. Από μακριά ο Τυλιγάδης αντιλήφθηκε κίνηση ασυνήθιστη, πήγαινε κι έλα από πλάβες, άντρες και κάσες.

-Κάτι ετοιμάζουν αυτοί, είπε στους άντρες του. Πάμε στο Ζερβοχώρι να δούμε.

Μα και στο Ζερβοχώρι δεν μπόρεσαν να πλησιάσουν. Βίγλες φύλαγαν και πλάβες πολλές πήγαιναν κι έρχουνταν.

Page 144: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Από μέσα από τα καλάμια και τα δέντρα, κοίταζαν οι Έλληνες χωρίς να μπορούν να βγάλουν νόημα.

Ο Αποστόλης πρότεινε να φύγουν, να κατέβουν πιο νότια να βγει μόνος σ' έρημο μέρος της Λίμνης και να κατοπτεύσει.

Οι άλλοι το δέχθηχαν. Και σιωπηλά γύρισαν νότια, κατέβηκαν στην έρημη όχθη πάνω από τη Γιάντσιστα, όπου ξεμπαρκάρησε o Αποστόλης μόνος.

Με τα χέρια στη τσέπη, σφυρίζοντας ένα βουλγάρικο πολεμικό τραγούδι, ανέβηκε βόρεια, κατά το Ζερβοχώρι.

Πηγαίνοντας αντάμωσε ψαράδες και χωρικούς, χωρίς να ξυπνήσει υποψίες και περιέργεια.

Στο Ζερβοχώρι βρήκε κίνηση ασυνήθιστη. Ένα σώμα κομιτατζήδων είχε φθάσει και του ετοίμαζαν λημέρια. Ήταν πολλοί και μοιράζουνταν σε διάφορα σπίτια.

Αποφεύγοντας τους άντρες ο Αποστόλης σίμωσε κάτι γυναίκες που, με τα χέρια στους γοφούς, ανάμεσα στους μαυρισμένους τοίχους ενός καμένου σπιτιού, μελαγχολικά κοίταζαν το πήγαινε κι έλα της πλατείας πέρα.

-Μπα! έκανε τάχα ξαφνισμένος ο Αποστόλης. Ποιος το έκαψε τ' ωραίο αυτό σπίτι; Το θυμούμαι, πέρσι που πέρασα...

Μιλούσε βουλγάρικα σα Βούλγαρος, και με την ντόπια προφορά.

Μια γυναίκα τον κοίταξε από πάνω ώς κάτω και ρώτησε:

-Από πού είσαι σύ;

-Από το Βέρτεκοπ, είπε στο βρόντο ο Αποστόλης. Πάγω στα Κουρφάλια και...

Η γυναίκα σήκωσε αρνητικά το κεφάλι.

-Μην πας από το Βάλτο, διέκοψε κατσουφιασμένη.

-Να μην πάγω από το Βάλτο; Αμέ από πού να πάγω;

-Κάνε κάλλιο όλο το γύρο της Λίμνης, μα μην πας μέσα. Θα σε σκοτώσουν και σένα.

-Γιατί; Ποιος θα με σκοτώσει; Ο βοεβόδας Αποστόλ; Αυτός σκοτώνει μονάχα Γρεκομάνους.3 -Ο βοεβόδας δεν είναι δω, γι' αυτό κάνουν τα δικά τους αυτοί. - Ποιος κάνει τα δικά του; -Να, οι καταραμένοι Γρεκομάνοι, που λες, οι Ρωμιοί.

Page 145: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Αποστόλης άνοιξε μάτια και στόμα, και σήκωσε τα φρύδια του ώς τα πυκνά μαλλιά του.

-Οι Ρωμιοί; Εδώ; Στη δική μας φωλιά; έκανε.

Η γυναίκα του έδειξε μια μισόκοπη συντρόφισσά της, καθισμένη παραπέρα, σε πεσμένες μαυρισμένες πέτρες. Στα γόνατά της κρατούσε ένα μπογαλάκι ρούχα.

-Να, ρώτα την κερα-Παζαρέντζε. Δικό της ήταν το σπίτι. Το κάψανε και πήραν τον Τόμαν, τον άντρα της, είπε η γυναίκα.

Την άκουσε η κερα-Παζαρέντζε και άρχισε ένα σιγανό μοιρολόγι, αργοσείοντας το κεφάλι της.

Ο Αποστόλης την πλησίασε.

-Πότε σου το κάψανε, κερά μου; ρώτησε συμπονετικά.

-Είναι λίγες μέρες... τρεις, τέσσερις... δεν ξέρω πια... μουρμούρισε κείνη.

Διέκοψε το μοιρολόγι της και άρχισε να κλαίει:

-Ας μη μου είχαν πάρει τον Τόμαν, και ας έκαιαν το σπίτι... είπε με αναφιλητά.

Ο Αποστόλης τη λυπήθηκε με τα σωστά του. Συμπονετικά της είπε:

-Ίσως δεν του κάνουν κακό... Μερικοί απ' αυτούς δε σκοτώνουν, λένε...

Η Σόνια Παζαρέντζε, με το πηγούνι έγνεψε κατά τη Λίμνη.

-Μπήκε μέσα ένας διάβολος από δαύτους, είπε. Και διακόβοντας τα λόγια της, με βογγητά πρόσθεσε:

-Δεν μπορούν να τον πιάσουν, αλίμονό μας! Δεν ξέρουν πού κρύβεται. Τον βρίσκουν οι δικοί μας πάντα μπροστά τους! Τους κόβει όλους τους δρόμους! Τους έχει τρομοκρατήσει! Τον λένε Άγρα. Και τρέμουν τα παιδιά μας σαν ακούν τ' όνομά του. Να, δες! Έκαψε το σπίτι μας και τρία άλλα. Και δε φθάνει αυτό! Δες, σήμερα, εδώ, μες στα χαλάσματα βρήκα τουτα τα ρουχαλάκια...

Ένα ένα τα ξεδίπλωσε και τα έδειξε του Αποστόλη. Και αναγνώρισε κείνος τα ρούχα του Γιωβάν.

-Αυτά τα ρούχα τα έδωσα εγώ, με τα χέρια μου, στο ανίψι του Άγγελ Πέιο, εξακολούθησε η Παζαρέντζαινα. Το έντυσα με τα χέρια μου. Το σκότωσαν το παιδί και ρίξανε τα ρούχα του στα χαλάσματα του σπιτιού μου. Αχ! Αχ! Τι κακό μας βρήκε, τους άμοιρους!...

Page 146: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Εννοια σου, Σόνια μου, είπε μια από τις άλλες γυναίκες, σουρώνοντας τα μαύρα φρύδια της. Ήλθαν τώρα τα παλικάρια μας! Λίγος καιρός πια τους μένει...

-Θα τους χτυπήσουν, ε; Θα τους χτυπήσουν; ρώτησε τάχα με λαχτάρα ο Αποστόλης.

-Και βέβαια θα τους χτυπήσουν! είπε θυμωμένα η γυναίκα. Αύριο μόνο να ξεκουραστούν τα παιδιά μας, και μεθαύριο θα τους ριχθούν και θα τους βολέψουν. Κι αυτό το δαίμονα θα τον φέρουν ζωντανό. Εμείς οι γυναίκες θα του βγάλομε τα μάτια, θα τον γδάρομε...

-Λοιπόν ξέρουν πού κρύβεται; ρώτησε όλο και πιο λαχταριστά ο Αποστόλης.

-Θα τον βρουν, είπε η γυναίκα. Τις προάλλες ήταν σε κάποιο σάπιο πάτωμα που το λένε Κούγκα, που κακό χρόνο να 'χει, να βουλιάξει και να τον καταπιεί το ποτάμι! Κάπου εκεί κοντά θα κρύβεται. Θα τον βρουν, σου λέγω. Και τώρα έχομε και κομιτατζήδες πολλούς, και τουφέκια φέρανε, και πλάβες βρήκαμε... Κομμάτια θα τους κάνομε. Και με τα χέρια μας, τον κακουργο Άγρα θα τον σχίσομε!

Ο Αποστόλης ήξερε τώρα όσα ήθελε να μάθει. Ζήτησε ακόμα μερικές πληροφορίες, μα δεν ήξεραν οι γυναίκες, εκτός μόνο πως θα έφθαναν και άλλοι κομιτατζήδες να ενισχύσουν τις καλύβες κοντά στο Ζερβοχώρι, πριν ερευνήσουν κι επιτεθούν του διαβόλου που τους είχε γίνει καρφί στο μάτι.

Κάνοντας το χασομέρη, πήγε παρακάτω ο Αποστόλης, γύρισε πίσω, αντάλλαξε ακόμα μερικά λόγια με τις γυναίκες. Και όταν σκόρπισαν αυτές να παν η κάθε μια στη δουλειά της, απομακρύνθηκε κι εκείνος, τράβηξε νότια, και μόλις βρέθηκε στη μοναξιά, τρεχάτος κατέβηκε στην ακρολιμνιά όπου τον περίμενε ο Τυλιγάδης και οι σύντροφοί του, με την πλάβα κρυμμένη μες στα καλάμια. Και κάνοντας αλλόγυρο, ν' αποφύγουν συνάντηση με τους Βουλγάρους, γύρισαν στην Κούγκα.

Είχε νυχτώσει σαν έφθασαν.

Πίσω από το μουσαμά της πόρτας, στο φως της πετρελένιας λάμπας, ξαπλωμένος χάμω, τυλιγμένος σε κάπα και κουβέρτες, ο Άγρας συζητούσε με μερικούς, άντρες του.

Τα μάτια του γυάλιζαν, αναμμένα από τον πυρετό. Μα ο νους του δούλευε ακούραστος, κατέστρωνε σχέδια, προσδιόριζε στους υπαρχηγούς και άντρες του, τη θέση που θα καταλάμβανε ο καθένας στη μεθαυριανή επίθεση. Ο καπετάν Τυλιγάδης σήκωσε το μουσαμά και μπήκε μέσα.

-Είσαι άρρωστος, κυρ Αρχηγέ, του είπε συμπονετικά. Κι εγώ σου φέρνω κακά μαντάτα.

Ο Άγρας ανασηκώθηκε, και τυλίγοντας την κουβέρτα πιο σφιχτά γύρω του, ακούμπησε τη ράχη του στο τοίχωμα της καλύβας.

-Λέγε, πρόσταξε. Σε δυο ώρες θα 'μαι καλά. Τι έμαθες;

Page 147: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Του είπε ο Τυλιγάδης με λίγα λόγια όσα είχε ακούσει από τον Αποστόλη.

Προσεκτικά τον άκουσε ο Άγρας ώς το τέλος. Και γυρνώντας στον Αντώνη, που όρθιος στέκουνταν πλάγι του:

-Φώναξε τον οδηγό, πρόσταξε.

Μπήκε μέσα ο Αποστόλης, και στάθηκε με σεβασμό, συγκινημένος, εμπρός στον άρρωστο Αρχηγό.

-Ξαναπές μου εσύ, τι άκουσες και τι είδες, είπε. Ο Αποστόλης του διηγήθηκε τη συνομιλία του με τις θλιμμένες γυναίκες που είχε δει στα ερείπια του Ζερβοχωριού, χωρίς να παραλείψει ν' αναφέρει και την ερμηνεία που έδωσαν στα ριγμένα εκεί ρούχα του Γιωβάν.

Ο Άγρας δε διέκοψε ούτε μια φορά.

Σαν τελείωσε ο Αποστόλης την αφήγησή του, πάλι o Άγρας δεν αποκρίθηκε, ούτε ρώτησε τίποτα. Συλλογίζουνταν, ακουμπισμένος στο καλαμένιο τοίχωμα - τα θερμιασμένα μάτια του στυλωμένα στη θρακιά που χρύσιζε στο κέντρο του πατώματος.

Και αποφασίζοντας, ξαφνικά είπε:

-Τυλιγάδη, ετοίμασε τους άντρες και τις πλάβες. Θα επιτεθούμε αύριο πρωί πρωί. Δε θα περιμένομε να μας χτυπήσουν αυτοί οπόταν θέλουν. Ή του ύψους ή του βάθους. Ή αυτοί ή εμείς.

Και τρέμοντας από τον πυρετό, ξαπλώθηκε πάλι χάμω, πλησιάζοντας όσο μπορούσε τη θρακιά, να ζεσταθεί.

Σημ. 9ου κεφ.

1. Καπετάν Παρασκευάς: Λοχίας Πυροβολικού Παρασκευάς Ζερβέας. 2. Καβάσιλα: Τσιφλίκι του Χαλίλμπεη, νότια της Τερχοβίστας. 3. Γρεκομάνους έλεγαν οι Βούλγαροι τους Έλληνες.

Page 148: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

10. Μάχη στην κεντρική καλύβα

ΞΗΜΕΡΩΣΕ η 14η Νοεμβρίου.l

Πρώτος στο πόδι, ζωηρός, ευδιάθετος, ήταν o Αγρας. Τον είχε αφήσει η θέρμη και, περιφρονώντας την αρρώστια, ετοίμαζε την επίθεση.

Σε μια μεγάλη πλάβα, μ' ένα πλατσί στο χέρι, αμίλητος από υπερηφάνεια και συγκίνηση, περίμενε o Αποστόλης τον Αρχηγό.

Ο γερο-Πασκάλ δεν είχε επιστρέψει. Οι χωρικοί δεν γνώριζαν τα νεοανοιγμένα μονοπάτια. Μόνος οδηγός είχε μείνει αυτός. Και ο Αρχηγός του έκαμνε την τιμή να τον πάρει στη δική του πλάβα, πρώτον, εμπρός εμπρός. Θα πρόσβαλλε πρώτος αυτός την καλύβα Ζερβοχώρι, που ήταν η κεντρική μεγαλύτερη βουλγάρικη καλύβα.

Δεκαοχτώ ήταν όλοι οι άντρες, ένας κι ένας όμως, τσολιάδες και Στενημαχίτες, που είχαν έλθει στη Μακεδονία με απόφαση να χτυπήσουν τους Βουλγάρους, παλικάρια αφοσιωμένα ώς το θάνατο στον Αρχηγό τους. Κι επτά ήταν μόνο οι πλάβες.

-Τολμηρή επιχείρηση, χωρίς καν ελπίδα να μας φθάσει βοήθεια, είπε ζωηρά ο καπετάν Τυλιγάδης, ζώνοντας τη φυσιγγιοθήκη του και τοποθετώντας αράδα χεροβομβίδες στο βάθος του μονόξυλού του. Μα πότε μέτρησε ο Αρχηγός τον κίνδυνο;

Ο Αντώνης πήδηξε στην πρώτη πλάβα πλάι στον Αποστόλη.

Βαστούσε ένα μάνλιχερ και είχε δυο πιστόλια περασμένα στη ζώνη του.

-Αμέ; Δεν ήρθαμε δω να ζήσομε! είπε χαρούμενα. Δεν το 'πε του Στέλιου σαν τον πήρε στο σώμα o Αρχηγός; «Εμείς» είπε, «λογαριάζομε πώς θα πεθάνομε σήμερα». Και σήμερα αλήθεια μπορεί ν' αληθέψει o λόγος του...

-Δε βαριέσαι! είπε από την διπλανή πλαβα o Χρήστος ο Κρητικός. Αν είναι τση τύχης μας, θ' αποθάνομε. Αν δεν είναι τση τύχης μας, βόλι δε μας πιάνει...

Page 149: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Οι άντρες κατάφθαναν οπλισμένοι, μοιράζουνταν στις πλάβες, απο δυο στις πιο μικρές, από τρεις στις μεγαλύτερες.

Ο Άγρας έδινε τις τελευταίες οδηγίες στους στρατολογημένους χωρικούς, μαθημένους πια στο τουφέκι, που θα φύλαγαν και θα υπεράσπιζαν την Κούγκα, αν γίνουνταν επίθεση από κανένα βουλγάρικο σώμα. Τελευταίος πήδηξε στην πλάβα του.

-Και αν φανεί ο καπετάν Γκόνος ή ο καπετάν Κάλας, στείλτε μάς τους... πρόσταξε.

Οι πλάβες ξεκίνησαν με απόσταση τρία μέτρα μεταξύ τους.

Πρώτη πήγαινε του Άγρα με τον Αντώνη, και οδηγό τον Αποστόλη.

Μιλιά δεν ακούουνταν. Σιωπηλά δούλευαν τα πλατσιά στο νερό, προσέχοντας μην πιτσιλίσουν, μη σκοντάψουν σε τίποτα σκληρό, μη σηκώσουν κανένα νεροπούλι, που ο κρότος ή το πέταγμα θα τους πρόδιδε. Πλησίασαν τις καλύβες και μπήκαν στα καλάμια.

Εμπρός, ανακούρκουδα στην πλώρη, σιγά, μαλακά, χώριζε ο Αποστόλης τα ξερά καλάμια, προσέχοντας μην τα τσακίσει, και αργά, σιωπηλά προχωρούσε η πλάβα.

Καθιστός, στη μέση του μονόξυλου, με γνεψίματα, οδηγούσε ο Άγρας τις πλάβες που τον ακολουθούσαν.

Αμέσως πίσω του ήταν ο καπετάν Τυλιγάδης με άλλους δυο άντρες.

Με μια πλατιά κίνηση του χεριού, του έγνεψε o Άγρας να στρίψει από το πλάγι, να χτυπήσει την καλύβα από το πίσω μέρος.

Αμέσως χωρίστηκε ο Τυλιγάδης, και με άλλες τρεις πλάβες χώθηκε στα καλάμια, για να κυκλώσει την κεντρική καλύβα, ενώ με τις τρεις τελευταίες προχώρησε ο Άγρας προς την είσοδό της.

Ήταν πια τόσο κοντά, που ακούονταν οι κουβέντες των Βουλγάρων, και οι Έλληνες έβλεπαν τον καπνό του τσιγάρου που ανέβαινε ίσια στην ήρεμη ατμοσφαίρα.

Ο Άγρας έσκυψε στο αυτί του Αποστόλη.

Page 150: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Τι λεν; ρώτησε.

-Μελετούν την αυριανή επίθεση στην καλύβα Κούγκα, αποκρίθηκε επίσης χαμηλόφωνα ο οδηγός.

Με το κεφάλι έκανε ο Άγρας «Καλά», και κοίταξε κατά την πίσω μεριά της καλύβας. Ο Τυλιγάδης δε φαίνουνταν πια. Οι πλάβες είχαν χαθεί μες στα καλάμια.

Ο Αποστόλης, μ' ένα νόημα του Αρχηγού στάθηκε. Περίμεναν, κρατώντας την ανάσα τους.

Έξαφνα, μια ομοβροντία από πίσω από το πάτωμα τράνταξε την ατμοσφαίρα. Την ίδια στιγμή, άλλη ομοβροντία της αποκρίθηκε από τις πλάβες του Άγρα. Και η κεντρική βουλγάρικη καλύβα γέμισε κρότους, σύγχυση, τρομάρα, φωνές.

-Ολελέ μάικου!2 ολόλυζαν οι Βούλγαροι.

-Εμπρός! Εμπρός! Πυρ ταχύ! Τις χεροβομβίδες, Τυλιγάδη! απαντούσε φωναχτά ο Άγρας.

Με όλη του τη δύναμη έσπρωχνε τώρα την πλάβα του μπροστά ο Αποστόλης, μπήγοντας το πλατσί του στον πάτο.

Μα ήταν ρηχά τα νερά, πυκνές οι πλατόφυλλες λαπατιές, το μονόξυλο σκάλωνε σε κάθε βήμα.

-Εμπρός! Εμπρός! φώναζε ο Άγρας. Τυλιγάδη! Τις χεροβομβίδες ρίξε...

Τρομαγμένοι, σαστισμένοι έριχναν και οι Βούλγαροι. Από τα δύο μέρη ξεκούφαινε το τουφεκίδι. Μα οι Έλληνες σημάδευαν, ενώ οι Βούλγαροι, ξαφνιασμένοι, γύρευαν να σκεπαστούν πίσω από το πρόχωμά τους, τραβούσαν στο βρόντο, σχεδόν χωρίς να βλέπουν.

Σπιθαμή σπιθαμή, κοπιαστικά προχωρούσαν οι πλάβες του Άγρα μες στην πυκνή φυτεία, και θυμωμένη υψώνουνταν ολοένα η φωνή του.

-Τις μπόμπες, βρε! Ρίξτε τις! Τι περιμένετε; Η φωνή του Τυλιγάδη ακούστηκε ήρεμη, μες στο ξεκουφαντικό τουφεκίδι:

Page 151: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Τις ρίξαμε, δεν έσκασαν...

Πήδηξε ο Άγρας στ' άβαθα νερά και τον ακολούθησαν τα παλικάρια του, μαζί και ο Αποστόλης, και ρίχθηκαν στην είσοδο της καλύβας. Το μέρος εκείνο ήταν βούρκος πηχτός και γλιστερός, γεμάτος φυτά που μπερδεύουνταν στα πόδια. Μα τίποτα δε σταματούσε τον Άγρα. Πρώτος αυτός προχωρούσε, παλεύοντας με τα εμπόδια του βάλτου, άδειαζε αδιάκοπα το τουφέκι του, εγκαρδίωνε τους άντρες του.

-Εμπρός! Εμπρός, παιδιά! φώναζε. Μας χρειάζεται καλύτερη καλύβα για να κοιμηθούμε απόψε. Πάρετέ τους την...

Και ο Τυλιγάδης φαίνουνταν τώρα, όλος αίματα γεμάτος, μα αδάμαστος, στο πίσω μέρος της καλύβας, με τους άντρες του, που τουφεκούσαν από μέσα από τις πλάβες.

Τόσο κοντά είχαν φθάσει, που ο Χρήστος ο Κρητικός προκαλούσε τους Βουλγάρους φωναχτά:

-Τέτοιες γυναίκες λαγόκαρδες! Ίντα κρύβεστε πίσω απ' τα ταμπούρια σας; Προβάλετε να μετρηθούμε, αν είσαστε άντρες!

Οι Βούλγαροι, αναγνωρίζοντας την κρητική του προφορά, του αποκρίνουνταν:

-Ζωντανό θα σε στείλομε στο Ζερβοχώρι, να σε γδάρουν οι γυναίκες!

-Την κεφαλή σας μονάχα θα στείλω γω στο χωριό μου, να δουν έτσι οι κοπελιές μας την ασκημιά σας! φώναξε ο Χρήστος, πετώντας μια τελευταία χεροβομβίδα.

Μα δεν έσκασε και αυτή. Οι Βούλγαροι, πολλοί και καλά οπλισμένοι, βλέποντας τις χεροβομβίδες να κυλούν σαν τόπια, χωρίς να παίρνουν φωτιά, ανασυντάχθηχαν, έπιασαν θέσεις, έριχναν αδιάκοπα.

Και, συνάμα, από τις πλαγινές καλύβες πύκνωσε το τουφέκι.

Από το Γκολοσέλο, ένα τέταρτο απόσταση, είχαν προφθάσει, τους είχαν έλθει επικουρίες.

Χάλαζα έπεφταν τώρα οι σφαίρες από τα σκεπά.

Page 152: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Οι άντρες του Άγρα ήταν μες στο νερό, εκτεθειμένοι, ξέσκεποι. Ένας ένας έπεφτε. Η πάλη ήταν άνιση, όσο και άγρια.

Μια σφαίρα πήρε το ένα χέρι του Άγρα. Άλλη του τρύπησε το δεξί του ώμο. Με μια ματιά μέτρησε o Αρχηγός τα παλικάρια του. Του έμεναν οι μισοί. H επιχείρηση είχε αποτύχει.

Διέταξε υποχώρηση.

-Τους νεκρούς, παιδιά! Τίποτα μην τους αφήσομε! φώναξε.

Και αψηφώντας τις πληγές του, κάτω από χαλάζι σφαίρες, μαζεύει τους σκοτωμένους, και με τους άντρες του σηκώνει στα χέρια και βγάζει μια πλάβα που είχε βουλιάξει, τους πλαγιάζει μέσα, και, τελευταίος αυτός, ακολουθεί γερούς, πληγωμένους και νεκρούς, στραμμένος προς τη βουλγάρικη καλύβα, τ' όπλο στο γερό του χέρι, αποφασισμένος ν' αντισταθεί ώς το θάνατο.

Μα πτοημένοι οι Βούλγαροι κρύφθηκαν. Πολλοί είχαν πέσει. Και τόσο είχαν τρομάξει, τόσο είχαν σαστίσει με την τόλμη του εχθρού τους, που δεν τον καταδίωξαν.

Σαν έφθασαν στην Κούγκα, οι Έλληνες μετρήθηκαν. Από τους δεκαοχτώ άντρες του Άγρα, εννιά μόνο του έμεναν.

Η μέρα εκείνη άφησε βαθιά εντύπωση στους πολεμιστές της Κούγκας. Εννιά είχαν πέσει, οι μισοί σκοτωμένοι και οι άλλοι βαριά πληγωμένοι.

Ο ίδιος ο Άγρας είχε το δεξί ώμο τρυπημένο πέρα πέρα, και από το αριστερό του χέρι μια σφαίρα του είχε κόψει ένα δάχτυλο. Αδάμαστος όμως, αρνήθηχε να πάει να νοσηλευθεί στις Κάτω Καλύβες. Όλη μέρα έμεινε με τους άντρες του, τους μιλούσε, τους παρηγορούσε, τους εγκαρδίωνε.

Η αποτυχία τους είχε κλονίσει. Οι χεροβομβίδες δεν είχαν σκάσει. Το υλικό που τους έστειλαν ήταν, λέει, βλαμμένο. Και σε άλλα μέρη, σε άλλους καπεταναίους, τα φυσίγγια είχαν πάθει, λέει, αφλογισιά. Το «γκουβέρνο» τους παραμελούσε, τους άφηνε στην τύχη τους, τους είχε εγκαταλείψει. Τι να περιμένουν λοιπόν; Από πού θα τους έλθει βοήθεια; Εννιά πια μείνανε...

Page 153: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Κι εννιά άντρες δεν αρκούμε να βαστάξομε καλύβα οχυρωμένη σαν την Κούγκα μας; διέκοψε ορμητικά o Άγρας. Ποιος αμφιβάλλει; Να σηκώσει το χέρι όποιος δειλιάσει και να φύγει ευθύς για τις Κάτω Καλυβες, όπου θα βρει ασφάλεια. Ο καπετάν Τυλιγάδης κι εγώ αρκούμε να βαστάξομε την Κούγκα.

-Κι εγώ! φώναξε ο Αποστόλης, που με δεμένο κεφάλι και το μάνλιχερ στο χέρι πετάχθηχε και στάθηχε κοντά στον Τυλιγάδη.

-Κι εγώ! αναφώνησε ο Μιχάλης.

- Κι εγώ!

-Κι εγώ!

-Κι εγώ!

-Κι εγώ!

Εύζωνοι από την παλιά Ελλάδα, Κρητικοί, Στενημαχίτες παλικάρια, ντόπιοι που είχαν ασκηθεί στο τουφέκι, όλοι, σαν ένας άντρας, πετάχθηχαν ηλεκτρισμένοι, μαζεύτηκαν γύρω στον Αρχηγό τους.

-Μαζί σου, Καπετάνιε! Όλοι θα μείνομε.

Τους χαμογέλασε ο Άγρας, και είχε πολλή τρυφερότητα το χαμόγελό του.

-Το ήξερα, παιδιά μου, πως κανένας σας δε θα φύγει, είπε με αγάπη. Όλα αυτά που λέγατε ήταν θυμός, που δεν πετύχαμε και δεν πήραμε τη μεγάλη καλύβα τους. Ε, τι να γίνει; Δε σκάσανε οι μπόμπες! Την ερχόμενη φορά θα μας στείλει καλύτερες ο Δεσπότης. Και ωστόσο, να ετοιμάσομε την άμυνα για αύριο. Οι πιο γεροί να βγουν καραούλια, να πιάσουν τα μονοπάτια...

Μα οσο περνούσε η μέρα, η κούραση γίνουνταν πιο αισθητή, οι πληγές, κακοδεμένες, πονούσαν, το σκοτάδι χαλάρωνε το ηθικό των αντρών, η μελαγχολία κατέβαινε με το σούρουπο.

Page 154: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Καίοντας από πυρετό, τα μάγουλα κόκκινα, τα μάτια γυαλιστά, ανασηκώθηκε ο Άγρας, ακούμπησε τη ράχη του στο καλαμένιο τοίχωμα, και ζωηρά, γελαστά, διηγήθηκε στους άντρες του πώς, τον Απρίλιο του 1905, ο καπετάν Μπούας3 με τον καπετάν Ακρίτα,4 για να περάσουν τον Αλιάκμονα στο πέρασμα της Κόκοβας, πήγαν και χτύπησαν την πόρτα μιας μπαράκας που ήταν φυλάκιο των Τούρκων, και με ολόκληρο το σώμα τούς φώναξαν, Τεσλήμ, δηλαδή παραδοθείτε. Μ' από μέσα καμιά απάντηση δεν έρχουνταν, και μόνο ένας λαφρύς κρότος ακούουνταν. Και τότε έσπασαν την πόρτα και βρήκαν... ένα αρνάκι. Ύστερα όμως, λίγο αργότερα, o ίδιος ο καπετάν Μπούας, με μια φούχτα άντρες, βάσταξε δυο σώματα κομιτατζήδων στο Σαρακίνοβο της Καρατζόβας. Και θα τους κατέστρεφε όλους, αν δεν πληγώνουνταν βαριά στο πόδι και δεν αναγκάζουνταν να υποχωρήσει, πολεμώντας πάντα, ώσπου έπεσε. Και τότε, σηκωτό τον πήγαν στο Βλάδοβο.

-Μα σακατεύτηκε και γύρισε στην Ελλάδα, και δεν μπόρεσε να ξαναβγεί στο κλαρί, παρατήρησε μελαγχολικά ένας από τους άντρες που είχε φάγει και αυτός μια σφαίρα στο πόδι.

Ήρεμα αποκρίθηκε ο Άγρας:

-Αγώνας είναι αυτός. Και θα μας χτυπήσουν, και θα τους χτυπήσομε.

-Μα αυτοί είναι θεριά! είπε ο Χρήστος ο Κρητικός. Δεν κάψανε τσι καλύβες ούλες τσι ανατολικές, την Πρίσνα, του Αλήμπεη τη Λάκκα, το Τσέκρι, πρι τσι πάρουνε και τσι ξαναφκιάξουνε οι δικοί μας;...

Ο Άγρας γέλασε.

-Αμέ να 'ταν οι αμαρτίες τους αυτές μονάχα! είπε καλόβουλα. Τάχα εμείς τι κάνομε; Ακόμα προχθές δεν κάψαμε το Ζερβοχώρι; Και ψυχή δεν έχει η Παζαρέντζαινα η κακομοίρα, που την είδε ο Αποστόλης να κλαίει και να δέρνεται στα χαλάσματα του σπιτιού της, αφού της πήραμε και τον άντρα της; Και οι άλλες γυναίκες που μας δώσανε κατάρες με την πήχη...

-Τι θα τον κάνεις τον Παζαρέντζε, κύριε Αρχηγέ; ρώτησε ο Αντώνης.

Page 155: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Άγρας, με το πληγωμένο χέρι του, έσπρωξε πίσω τα κατσαρά μαλλιά του. Πονούσαν οι πληγές του και τα μηνίγγια του χτυπούσαν από τον πυρετό. Μα δεν ήθελε να το δείξει.

-Θα τον στείλομε πίσω στη γυναίκα του, είπε καλόκαρδα. Χθες και σήμερα δεν πρόφθασα να τον συλλογιστώ.

-Αυτός, Αρχηγέ, είναι επικίνδυνος, διαμαρτυρήθηκε ο Μιχάλης.

-Το ξέρω, αποκρίθηκε ξένοιαστα ο Άγρας, γι' αυτό και τον κρατούμε ακόμα. Μα ας στερεωθούμε δω μια φορά, και ύστερα...

-Δώσ' τού Χρήστου την κεφαλή του, να τήνε μπέψει στσι Λάκκους, στη μπατρίδα του, να δουν οι πατριώτισσές του τι θα πει γουρουνομύτης, είπε o Αντώνης που δεν έχανε ποτέ τα κέφια του, προφέροντας και αυτός σαν τον Χρήστο.

Όλοι γύρω γέλασαν.

-Ναι, δώσε μού τηνε! είπε ο Χρήστος.

-Κοίτα συ καλύτερα μη στείλουν πρώτα αυτοί το δικό σου κεφάλι στις κοπέλες στο Ζερβοχώρι, που είσαι και ομορφονιός, χωράτεψε ο Άγρας.

Και σοβαρεμένος πρόσθεσε:

-Εμείς δεν κάνομε αγριότητες. Πολεμούμε παλικαρίσια, μην το ξεχνάτε, παιδιά.

-Έτσι, που τα πας εσύ, κυρ Αρχηγέ, δε θα τους κάνεις ποτέ ζάφτι, είπε ένας εύζωνος, ο Θωμάς.

-Γιατί; ρώτησε ο Άγρας.

-Γιατί τους λυπάσαι και δεν τους ξεπαστρεύεις. Και αυτοί είναι πολλοί.

-Και δεν πα' να 'ναι; είπε αμέριμνα ο Αρχηγός.

-Ε! Και σα μας πνίξουνε;

Ο Άγρας σήκωσε τους ώμους του.

Page 156: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Τα παλικάρια δεν τα πνίγουν, είπε ήσυχα. Ένας που δε φοβάται, βάζει μπρος πενήντα φοβισμένους. Θυμηθείτε τι σας έλεγα για τον Κανάρη, τι έκανε στη Σάμο, στα 1824, στην περίφημη ναυμαχία, στον Άσπρο Κάβο, όπου μ' ένα καραβάκι έβαλε μπρος και κυνήγησε ολόκληρη την τούρκικη αρμάδα, σύννεφο από μεγάλα πλοία, που έφευγαν μπροστά του σα λαγοί πανικόβλητοι. Αυτό το παράδειγμα να 'χετε στο νου σας!..

Σούσουρο, γέλια, πατήματα ακούστηκαν στο πάτωμα. Κάθε άντρας άρπαξε τ' όπλο του.

Στο φως της λαμπίτσας που τρεμόσβηνε, ένα ψηλό αντρίκιο σώμα φάνηκε στην πόρτα, τη γέμισε όλη.

-Γεια σου, Γιάννη! φώναξε, χαρούμενα ο Άγρας. Λάλησε το τουφέκι και σ' έκραξε!

Συγκινημένος, άφωνος σίμωσε ο καπετάν Νικηφόρος και άρπαξε κι έσφιξε το χέρι του Άγρα. Πίσω του, ένας ένας έμπαιναν στην κάλυβα, τη γέμιζαν οι άντρες του σώματός του.

- Πόσους μας φέρνεις; ρώτησε ο Άγρας, συγκινημένος και αυτός.

-Εικοσιδυό, κι εγώ ένας, εικοσιτρείς, αποκρίθηκε βραχνά ο Νικηφόρος.

Γελώντας για να μη δείξει τη συγκίνησή του είπε o Άγρας:

-Πάλι πρώτος έφθασες, Γιάννη! Μα πώς πρόφθασες ετσι γρήγορα;

Ο Νικηφόρος βούρτσισε το μουστάκι του με την ξανάστροφη του χεριού του, για να κερδίσει καιρό. Μα η φωνή του έτρεμε ακόμα.

-Είχα λάβει το μήνυμά σου, αποκρίθηκε. Μα ήταν να επιτεθείς αύριο. Λογάριαζα πως πρόφθαινα. Ακούσαμε το τουφεκίδι κοντά πια στην Πέτρα. Λέγω του γερο-Πασκάλ: «Μας πας από το βάλτο;» «Σας πάγω», μου λέει. Και τραβήξαμε βόρεια από τις Τούμπες. Τι δρόμους και μονοπάτια πήρε ο οδηγός, μη με ρωτάς. Σα φίδια γυρνούν οι δρόμοι! Τραβήξαμε για δω και φθάσαμε. Είχαμε όμως το φόβο πως θα φθάναμε αργά...

Σώπασε ο Νικηφόρος, γιατί η φωνή του χαλάρωνε πάλι.

Page 157: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Χαμογελώντας σκέπασε ο Άγρας με το δεμένο του χέρι το χέρι του Νικηφόρου, που κρατούσε ακόμα το δικό του το γερό.

-Δεν είναι αργά, είπε. Αύριο θα μας επιτεθούνε αυτοί, και βλέπεις, είμεθα λιγάκι τσακισμένοι...

-Και ο καπετάν Τυλιγάδης... και ο Θωμάς... Ήταν σκληρή η μάχη, ε; ρώτησε ο Νικηφόρος.

-Δε σκάσανε οι μπόμπες, αποκρίθηχε ο Τυλιγάδης, σιάζοντας τον επίδεσμο του μετώπου του, αλλιώς δε γλίτωνε κανένας. Ο Αρχηγός από μπρος κι εγώ από

πίσω τους παίρναμε την καλύβα μια χαρά. Μα δε σκάσανε οι άτιμες...

-Και πρόφθασαν οι επικουρίες από το Γκολοσέλο, πρόσθεσε ο Άγρας.

Γέλασε πάλι και είπε:

-Μου το είχε μηνύσει ο καπετάν Παναγιώτης5 o κακομοίρης, πως θα μας πέσουν στη ράχη από το Γκολοσέλο, αν δεν τους διώξομε από κει. Μα έλεγα πως θα προφθαίναμε να πάρομε την καλύβα τους πριν ξεκινήσουν από πάνω. Έπειτα, δεν είχα καιρό να περιμένω. Θα μας επιτεθούν αυτοί αύριο. Έπρεπε να προκάνομε μεις να τους πάρομε την καλύβα τους... Και ο καπετάν Γκόνος δεν ήλθε... Θα του 'κόψαν το δρόμο...

Ο καθένας έλεγε το λόγο του, εξηγούσε κατά τον τρόπο του την αποτυχία.

-Αν είχε έλθει ο καπετάν Κάλας...

-Γιατί δεν ήλθε ο Κάλας από την Τούμπα της Τερχοβίστας; ρώτησε ο Άγρας.

Μα ο Νικηφόρος δεν ήξερε. Είχε έλθει ολοταχώς, χωρίς ν' αγγίξει στην Τούμπα.

Ο Άγρας αργοκούνησε το κεφάλι.

-Ήλθες όμως στην ώρα σου. Πάλι εσυ κι εγώ, Γιάννη, θα τα βγάλομε πέρα αύριο, στη μεγάλη τους επίθεση, είπε με αγάπη.

Page 158: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Μα ξημέρωσε η αυριανή, ανέβηκε ψηλά ο ήλιος, ήλθε το μεσημέρι, κι εχθρός δε φάνηκε.

Νύχτωσε, σκοτείνιασε ο βάλτος, βίγλες μπήκαν παντού, μα κανένας Βούλγαρος δεν πλησίασε.

Η τολμηρή επιχείρηση του Άγρα, και αποτυχημένη ακόμα, τους είχε τρομοκρατήσει. Μια περιπολία, που βγήκε με το γερο-Πασκάλ και πλησίασε ώς κάτω από τις καλύβες τους, έφερε την πληροφορία πως είχαν χάσει και κόσμο πολύ και το ηθικό τους οι Βούλγαροι. Για λίγες μέρες τουλάχιστον θα έμεναν ήσυχοι.

Τότε έπεισε ο Νικηφόρος τον Άγρα να κατέβει με τους άλλους πληγωμένους στις Κάτω Καλύβες, να νοσηλευθούν από γιατρό.

Άφησε ο Νικηφόρος τον Καπετάν-Παντελή με ολόκληρο σχεδόν το σώμα του, με τον Νίκο, έναν από τους υπαρχηγούς του Άγρα, και με όσους άντρες έμεναν γεροί, να προστατεύσουν την Κούγκα και τις διάμεσες καλύβες. Κι εκείνος με τον Αγρα κατέβηκε στην καλύβα του Βαγγέλη, όπου νοσηλεύουνταν ήδη οι πρώτοι φθασμένοι βαριά πληγωμένοι.

Ήταν κουρασμένος ο Άγρας και πιασμένος από την ακινησία της πλάβας.

Τον δέχθηκαν οι άντρες με συγκίνηση.

Μες στην καλύβα, τέσσερις χωρικοί ζεσταίνουνταν γύρω στη φωτιά. Δε σηκώθηκαν σαν μπήκε ο Άγρας, ούτε χαιρέτησαν.

Με απορία είδε ο Άγρας πως ήταν δεμένα τα χέρια τους. Αναγνώρισε τους χωρικούς που είχε συλλάβει στο Ζερβοχώρι.

-Γιατί τους έχετε δεμένα τα χέρια; ρώτησε θυμωμένος.

-Γιατί γυρεύουν να μας φύγουν, αποκρίθηκε ένας από τους άντρες. Αυτός εδώ, δείχνοντας τον πιο χοντρό, πήδηξε στο νερό, και είδαμε και πάθαμε να τον ξαναβρούμε μες στα καλάμια. Τους δέσαμε και ησυχάσαμε.

Ο Άγρας σίμωσε τους αιχμαλώτους.

Page 159: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Γιατί γυρεύετε να φύγετε; ρώτησε. Δε σας καλομεταχειρίζονται εδώ;

Κανένας δεν αποκρίθηκε.

-Κάποιος να μεταφράσει... φώναξε ο Άγρας.

-Μπα, Καπετάνιε, όλοι ξέρουν ελληνικά, είπε o Μιχάλης, που πληγωμένος στο στήθος είχε έλθει από την πρώτη ώρα στις Κάτω Καλύβες.

-Γιατί δεν απαντάς; ρώτησε ο Άγρας το χοντρό, που με γερμένο το κεφάλι τον κοίταζε κάτω από τα βαριά του βλέφαρα.

Πάλι αυτός δε μίλησε.

Ένας, νέο παιδί ακόμα, κάθουνταν παράπλευρα. Είχε κλάψει πολύ και ήταν ακόμα κόκκινα τα μάτια του.

Τον ρώτησε ο Άγρας:

-Γιατί κλαις; Σου έκαναν κανένα κακό;

Χαμηλόφωνα αποκρίθηκε αυτός:

-Εσείς θα μας βασανίσετε και θα μας σκοτώσετε!

-Ποιος σου είπε πως θα σας σκοτώσομε; ρώτησε o Άγρας.

-Ο Τόμαν Παζαρέντζε, αποκρίθηκε ο νέος δείχνοντας με το πηγούνι του το χοντρό κοντά του.

-Εσύ είσαι ο Παζαρέντζε; ρώτησε ο Άγρας. Έχεις γυναίκα μια Σόνια;

Ο Παζαρέντζε δεν αποκρίθηκε. Από κάτω από τα βλέφαρά του κοίταζε με μίσος τον Άγρα.

-Εμείς δε βασανίζομε και δε σκοτώνομε, είπε γλυκά ο Αρχηγός. Και όχι μόνο δε σκοτώνομε, μα κι ελεύθερους θα σας αφήσομε. Αρκεί να μας υποσχεθείτε πως δε θα σηκώσετε πια τουφέκι εναντίον μας.

Page 160: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ταράχτηκαν οι αιχμάλωτοι. Ένα δυο θαύμασαν, οι τρεις υποσχέθηκαν, ο νεώτερος άρχισε πάλι να κλαίει. Μόνος ο Παζαρέντζε δε μίλησε.

Ο Άγρας φώναξε ένα χωρικό, τον Στέλιο.

-Πάρε τους και τους τέσσερις, με μια μεγάλη πλάβα, πρόσταξε. Θα τους βγάλεις στην ξηρά. Λύσετέ τους τα χέρια...

Και παίρνοντας χώρια τον Τυλιγάδη:

-Πήγαινε μαζί τους, του είπε χαμηλόφωνα, μη συμβεί τίποτα στο δρόμο. Σου τους εμπιστεύομαι σένα... Και πιο σιγά πρόσθεσε: Δέσε τους τα μάτια, πέρασέ τους από τον κρυφό δρόμο του καπετάν Παναγιώτη και βγάλε τους στη Γιάντσιστα. Είσαι υπεύθυνος εσύ, αν πάθουν τίποτα.

Στάθηκε όρθιος πλάι στον Νικηφόρο και περίμενε να μπουν οι άνδρες στην πλάβα. Και σαν είδε όλους τους αιχμαλώτους στις βάρκες, είπε του Παζαρέντζε:

-Πες της Σόνιας πως εμείς οι Έλληνες της στέλνομε πίσω τον άντρα της. Να μην το ξεχάσει, αν πέσουν δικοί μας στα χέρια της.

Και πρόσταξε να τους δέσουν τα μάτια.

Σιωπηλά κοίταζε τις βάρκες που έφευγαν. Τον πλησίασαν ένα δυο άντρες του. Ήσαν συγκινημένοι.

-Κάνε, λέει, το καλό, και ρίξ' το στο γιαλό, είπε o Μιχάλης.

-Ξεχνάς όμως, Καπετάνιε, πως έχεις να κάνεις με αρκούδες που θα σε σχίσουν, πρόσθεσε άλλος.

Συλλογισμένος είπε ο Άγρας:

-Ο νέος που έκλαιγε δε θα μας ξαναχτυπήσει. Αν κερδίσαμε μια ψυχή, λίγο το 'χεις;

-Και ο Παζαρέντζε;

-Αυτός λέω κι εγώ πως είναι διάβολος.

Page 161: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Γιατί τον άφησες να φύγει;

Ο Αγρας σήκωσε τους ώμους.

-Έτσι, είπε.

Γέλασε και πρόσθεσε:

-Ας πάει στα χαμένα μια συγχώρηση.

Μπήκε στην καλύβα.

-Πού είναι ο γιατρός; ρώτησε. Πονεί το άτιμο το χέρι μου. Ήταν εκεί εγκατεστημένος κιόλα ο γιατρός. Ήταν εμπειρικός, φερμένος από τα νότια ελληνικά χωριά του Βάλτου, γεμάτος καλή θέληση, αλλά με πρωτόγονες γιατρικές γνώσεις.

Μπήκε στην καλύβα, έγδυσε τον Άγρα, κι εξέτασε τον ώμο και το χέρι του. Μια σφαίρα του είχε πάρει ένα δάχτυλο του αριστερού χεριού και άλλη είχε περάσει το δεξί του ώμο και είχε βγει από τη ράχη. Αυτή ήταν η σοβαρότερη πληγή, και ο κομπογιαννίτης γιατρός άρχισε να του περνά φιτίλια μες στην πληγή, χωρίς ν' αφήσει και το τσιγάρο που κάπνιζε.

- Πες του να το πετάξει, και να καθαρίσει πρώτα τα χέρια του, είπε αγαναχτισμένος ο Νικηφόρος χαμηλόφωνα του Άγρα.

Μ' αυτός χαμογέλασε.

-Δε βαριέσαι, του αποκρίθηκε αδιάφορα. Εμείς είμαστε αντάρτες. Και ο καπνός δεν πείραξε ποτέ κανένα.

Και άφησε το γιατρό να τον γιατροπορέψει όπως ήξερε.

Σημ. 10ου κεφ.

1. 14/27 Νοεμβρίου 1906. 2. Ολελέ μάικου: Αλίμονο μάνα μου! βουλγάρικα.

Page 162: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

3. Καπετάν Μπούας: Υπομοίραρχος Σπυρομήλιος αρχηγός σώματος Βοδενών. Πληγώθηκε σε μάχη με Βουλγάρους, 19 Mαΐου 1905 και νοσηλεύουνταν ώς τον Αύγουστο 1905, οπόταν κουτσός, με την υγεία του κατεστραμμένη, επέστρεψε στην Ελλάδα. 4. Καπετάν Ακρίτας: Υπολοχαγός Πυροβολικού Κώστας Μαζαράκης, αρχηγός σώματος Νιάουσας. Είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, Νοέμβριο 1905. 5. Καπετάν Παναγιώτης: Λοχίας Πυροβολικού Παναγιώτης Παπατζανετέας.

Page 163: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

11. Θεσσαλονίκη

ΗΤΑΝ ΑΡΓΑ πια όταν πλάγιασαν όλοι στα καλάμια να κοιμηθούν.

Ο Άγρας όμως δεν ησύχαζε. Ο νους του ήταν στην Κούγκα.

Στο φως της πετρελένιας λάμπας, έκοψε ένα φύλλο από το σημειωματάριό του κι έγραψε:

«Αγαπητέ Μανιάτη, μόλις λάβεις τούτο, φύγε κι έλα τάχιστα. Άγρας.»

Πρωί πρωί φώναξε τον Βαγγέλη το Μακεδόνα, ένα έμπιστο παιδί από τη Νιάουσα, γίγα στο μπόι, ατρόμητο στην ψυχή.

- Παλικάρι είσαι, του είπε. Χεροδύναμος επίσης, μου το 'δειξες στη μάχη. Δείξε μου τώρα αν ξέρεις να πετάξεις και σαν πουλί. Ήσυχα πήρε το χαρτί ο Βαγγέλης και το έκρυψε στον κόρφο του. -Πού θες να πάγει, Καπετάνιο; ρώτησε.

-Στη Νιάουσα, στα χέρια του καπετάν Παναγιώτη. Ο Μακεδόνας δεν περίμενε άλλο. Μπήκε σε μια πλάβα μ' ένα πλαβαδόρο κι έφυγε. Ολη τη μέρα ο Άγρας έμεινε ξαπλωμένος. Του είχαν κόψει από το Βάλτο ραγάζι και ψαθί, και τα είχαν στρώσει πάνω στα καλάμια του πατώματος, για να μην τα νιώθει τόσο σκληρά. Μα όλη μέρα τον έκαιε o πυρετός, και οι πληγές του, κακοφορμισμένες, πονούσαν.

Τη νύχτα, αργά, περασμένα μεσάνυχτα, ξύπνιος ακόμα, άκουσε ομιλίες. Ανασηκώθηκε και είδε τον καπετάν Νικηφόρο και τον καπετάν Τυλιγάδη, που συνομιλούσαν με κάποιον στην πόρτα της καλύβας.

-Ποιος είναι, Γιάννη; φώναξε. Ο Νικηφόρος γύρισε, παραμέρισε, κι ένας ξερακιανός μικρόσωμος ηλιοκαμένος, χωρικά ντυμένος άντρας, μπήκε μέσα και ήλθε κι έσκυψε πάνω στον πληγωμένο.

-Παναγιώτη! Το 'ξερα πως θα 'ρθεις αμέσως! φώναξε συγκινημένος ο Άγρας.

Page 164: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Και πρόσθεσε: Κινδυνεύει όλη η δουλειά σου!

-Δεν κινδυνεύει τίποτα, έννοια σου, αποκρίθηκε ήρεμα ο καπετάν Παναγιώτης, χαϊδεύοντας το χέρι του Άγρα που έσφιγγε το δικό του. Θα τους βάλομε σε τάξη από αύριο. Μα δε σου μήνυσα να μη χτυπήσεις τις βουλγάρικες καλύβες, αν δε ζητήσεις πρώτα ενισχύσεις απ' όλα τ' ανατολικά διαμερίσματα;

-Το κρύο με ανάγκασε, αποκρίθηκε ο Άγρας. Υποφέραμε πολύ στην Κούγκα. Αλλά και δεν ήθελα ν' αφήσω να μας χτυπήσουν οι γουρουνομύτες την ώρα που ήθελαν αυτοί...

-Και οι άλλοι καπεταναίοι; ρώτησε ο καπετάν Παναγιώτης.

-Ήλθε ο καπετάν Νικηφόρος, είπε ο Άγρας με το αγορίστικο χαρούμενο χαμόγελό του, και μπορέσαμε να μεταφερθούμε εδώ, οι λαβωμένοι...

Και σοβαρεμένος πάλι πρόσθεσε:

-Κάνε τώρα εσύ ό,τι θέλεις, καπετάν Παναγιώτη, εκεί κάτω στο Ζερβοχώρι. Κι έφυγε ο καπετάν Παναγιώτης την άλλη μέρα μ' ένα Νιαουσιώτη ψαρά οδηγό, που ήξερε τις βουλγάρικες καλύβες. Και με την καρδιά στο στόμα περίμενε o Άγρας, καρφωμένος στις Κάτω Καλύβες, ενόσω o καπετάν Νικηφόρος ανίχνευε μες στο δαίδαλο των μονοπατιών της λίμνης.

Μα τίποτα δεν ακούστηκε όλη μέρα και όλη νύχτα. Κι έξαφνα, το πρωί, στις έξι, ένα τουφέκι έπεσε, και ομοβροντίες ακολούθησαν, που μαρτυρούσαν μάχη. Και πάλι σιωπή και πάλι ομοβροντίες, από την ξηρά και από το βόρειο μέρος της Λίμνης.

Ο Άγρας έτριζε τα δόντια του.

- Και να 'μαι καρφωμένος εδώ! μούγκριζε με λύσσα. Μα οι πυροβολισμοί έπαυσαν. Και πέρασαν ώρες. Αργά το βράδι ακούστηκε φασαρία. Κατάφθανε o καπετάν Παναγιώτης με τους άντρες του, κατάκοπος, μούσκεμα, με καμένα όλα του τα φυσίγγια και τα φυσίγγια των αντρών του.

Page 165: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Δεν παίρνονται έτσι οι καλύβες τους, είπε κατσουφιασμένος του Άγρα. Είναι καλά οχυρωμένες. Κι έχουν όπλα καλύτερα από μας. Κι έχουν σύμπλεγμα αυτοί από καλύβες, που υποστηρίζουν η μια την άλλη. Το ίδιο πρέπει να κάνομε κι εμείς.

-Μα πώς είσαι έτσι βρεμένος, μπρε Μανιάτη; ρώτησε ο Άγρας.

-Αμ έπεσα στο νερό!

-Πώς έπεσες, καλέ;

-Είχαμε αρχίσει την επίθεση. Τουφεκούσαμε, τουφεκούσαν κι αυτοί. Εκεί βλέπω ένα Βούλγαρο σε μια πλάβα, που κάνει να φύγει γοργά. Ήμουν όρθιος. Κάνω έτσι το τουφέκι, τραβώ, γυρνά το μονόξυλο, πάρε μας και τους τρεις στο νερό. Βούλιαξε και η πλάβα. Μην τα ρωτάς. Τη βγάλαμε έξω. Μα τουφεκούσαμε και τουφεκούσαν. Μας πήραν μυρωδιά οι Τούρκοι από τη δυτική ακρολιμνιά, και μας παίρνουν κι εκείνοι με το τουφέκι. Είχαν τελειώσει τα φυσίγγια μας. Φύγανε οι άντρες μου από το μονοπάτι, υποχωρούσανε. Μείναμε μεις οι τρεις με το μονόξυλο. Ήταν εκεί μια πλατεία μες στο Βάλτο, μα πού να περάσομε που θα μας έβλεπαν οι Τούρκοι! Σηκώσαμε την πλάβα στα χέρια μας και την περάσαμε πίσω από τα ψαθιά, τσακίζοντας τα καλάμια. Άκουαν τον κρότο οι Τούρκοι και όλο τουφεκούσαν. Τυχερό μας ήταν να μη μας πάρει καμιά σφαίρα. Εμείς, σου το είπα, τις είχαμε κάψει όλες. Δε φθάσαμε ούτε ώς τις καλύβες τους. Μας σταμάτησαν έξω απ' το Ζερβοχώρι, στη σκάλα κοντά.

-Την Κούγκα! Την Κούγκα να βαστάξετε! είπε o Άγρας.

Και αγριεμένος από τον πυρετό και τη διήγηση, έλεγε και ξανάλεγε:

- Την Κούγκα μη χάσομε! Αλλιώς, θα μας φαν αυτοί! Την άλλη μέρα, ο καπετάν Παναγιώτης, που καταλάβαινε τη σημασία της καλύβας αυτής, μόλις επέστρεψε ο Νικηφόρος από τις περιπολίες του, έφυγε αμέσως, πήρε από τα ελληνικά χωριά άντρες στρατολογημένους, που είχαν μάθει από τουφέκι, και πήγε στην Κούγκα. Όλη μέρα με πυρετό δυνατό, παραμιλούσε ο Άγρας και όλο την Κούγκα μελετούσε.

-Αν δε φύγει, θα πεθάνει, έλεγε ο καπετάν Τυλιγάδης. Θα τον φάγει η θέρμη.

Page 166: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ανησύχησε και ο καπετάν Νικηφόρος κι έγραψε στο Κέντρο Θεσσαλονίκης.

-Αν δε φύγεις από δω, αν δεν πας να δεις γιατρό, νίβω τα χέρια μου και σ' αφήνω, έλεγε του Άγρα.

Μα αυτός γελούσε και δεν απαντούσε.

Τέλος έφθασε η διαταγή από το Κέντρο Θεσσαλονίκης, να φύγει ευθύς ο καπετάν Άγρας, να πάγει στο Γενικό Προξενείο, και θέλοντας και μη αναγκάστηκε να

υπακούσει.

Τότε κάλεσε τον Αποστόλη που, λαφριά πληγωμένος στο κεφάλι, νοσηλεύουνταν και αυτός στου Βαγγέλη την καλύβα.

-Ξέρεις πού είναι το κτήμα του Χαλίλμπεη; τον ρώτησε.

-Η Καβάσιλα; Ξέρω, αποκρίθηκε ο Αποστόλης. Είναι κοντά στο Σταυρό, πέρα λίγο από την Τερχοβίστα.

-Σωστά. Μπορείς να πας να τον βρεις;

- Πάγω, κύριε Αρχηγέ.

-Θα σου δώσω ένα γράμμα. Προφθαίνεις να πας σήμερα;

-Αμέσως! αποκρίθηκε ο Αποστόλης.

Έβγαλε από το κεφάλι του τον επίδεσμο, του κόλλησε ο γιατρός ένα τσιρότο, έβαλε το καλπάκι του, να κρύψει τη μισογιατρεμένη του πληγή, κι έφυγε με μια πλάβα που τον έβγαλε στη σκάλα της Τερχοβίστας.

Ήταν ακόμα μέρα σαν έφθασε στην Καβάσιλα. Ακολουθώντας τις οδηγίες του καπετάν Άγρα, είπε στα υπηρετικά που του άνοιξαν πως τον έστειλε o Ραζμήμπεης απο τη Βέρροια, κάτι να πει στον Χαλίλμπεη.

Χωρίς δυσκολία τον έμπασαν στο γραφείο του μπέη. Ήταν μόνος.

Page 167: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σιωπηλά έβγαλε ο Απόστολης το γράμμα του καπετάν Άγρα και του το έδωσε.

Ο Χαλίλμπεης δεν ήξερε να διαβάσει ελληνικά, o Άγρας δεν ήξερε να γράψει τούρκικα. Έκανε ο Χαλίλ να χτυπήσει τα παλαμάκια του, μα μια κίνηση του Αποστόλη τον σταμάτησε.

- Καλύτερα μη φωνάζεις άλλον, Μπέη μου, του είπε. Το γράμμα είναι του καπετάν Άγρα και ζητά τη βοήθειά σου.

-Αυτό μου γράφει; Πώς το ξέρεις; ρώτησε ο Χαλίλ.

-Έρχομαι από το Βάλτο. Είναι άρρωστος ο Αρχηγός...

-Διάβασέ μου το γράμμα! πρόσταξε ο Μπέης. Και ο Αποστόλης το διάβασε και μετέφρασε όσα δεν καταλάβαινε ο Χαλίλ.

«Φίλε μου», έγραφε ο Άγρας, «μου πρόσφερες τις προάλλες τη βοήθειά σου. Είμαι πληγωμένος και άρρωστος. Έχω ανάγκη να πάω στη Θεσσαλονίκη να δω γιατρό. Σου ζητώ τώρα να βρεις εσύ τρόπο να μεταφερθώ εκεί χωρίς να με συλλάβουν οι ζαπτιέδες..»

-Μα τον Προφήτη! αναφώνησε ο Χαλίλμπεης. Αυτός ήταν που έκανε τέτοιο ταβατούρι τις προάλλες στο Βάλτο; Το τουφέκι δε σταματούσε, είπαμε πως καιγότανε η λίμνη ολόκληρη! Και πες μου, είναι βαριά πληγωμένος;

-Ε, είναι, αποκρίθηκε ο Αποστόλης, στο χέρι και στον ώμο... Κι έχει πολλή θέρμη...

-Μα τον προφήτη, έπρεπε να το μαντέψω, σαν άκουσα τις μπαταριές... μουρμούρισε ο μπέης.

Πήγε και ήλθε μια δυο φορές στην κάμαρα, και πάλι κάθισε στο τραπέζι του.

-Άκου δω, μικρέ, είπε του Αποστόλη. Θα σου δώσω χωριάτικα τούρκικα ρούχα. Να πεις στον αφέντη σου αυτά να φορέσει, και να βγει στη σκάλα της Τερχοβίστας. Εκεί θα τον περιμένει ένας δικός μου, και να μη νοιαστεί πια τίποτα. Αύριο το πρωί στις δέκα να είναι στη σκάλα.

Page 168: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Την άλλη μέρα στις δέκα, ντυμένος τα χωριάτικα ρούχα του Χαλίλμπεη, το πληγωμένο του χέρι κρεμασμένο, το πρόσωπο αναμμένο από πυρετό, με μια κάπα ριχμένη στο δεξί του ώμο, για να σκεπάσει τον επίδεσμο, ξεμπαρκάριζε ο Άγρας στις λάσπες της Τερχοβίστας.

Τον συνόδευε μόνο ένας πλαβαδόρος και ο Αποστόλης. Είχε αρνηθεί κάθε άλλη συνοδεία.

Ποτέ δεν έβαζε κακό με το νου του ο Άγρας. Πίστευε πάντα πως του λεν την αλήθεια, όπως την έλεγε πάντα αυτός.

Ανήσυχα τον παρακολουθούσε με το βλέμμα ο πλαβαδόρος, παίζοντας το πλατσί του στο νερό, διστάζοντας αν πρέπει ή δεν πρέπει να τον αφήσει, τον Αρχηγό του, με μόνο τον Αποστόλη, ένα παιδί.

Είδε έναν Τούρκο που τον πλησίαζε, τον χαιρετούσε, και μαζί του απομακρύνουνταν. Και, κάνοντας κρυφά το σταυρό του, έφυγε ο πλαβαδόρος με την πλάβα του.

Ο Άγρας δεν ήξερε λέξη τούρκικα. Μα με γνεψίματα συνεννοήθηκε κουτσά στραβά με τον Τούρχο, χωρίς τη βοήθεια του Αποστόλη, και πεζή τον ακολούθησε ώς τον αμαξωτό δρόμο, ήσυχος, αμέριμνος, βασιζόμενος στο λόγο του Χαλίλμπεη.

Και είχε δίκαιο. Στο δρόμο, μπροστά του, στέκονταν δυο άλογα μ' ένα σταβλίτη. Καβαλίκεψε το ένα ο Άγρας, ο Τούρκος πήρε το άλλο, και πεζή ακολούθησε ο Αποστόλης με το σταβλίτη.

Αργά πήγαιναν ο άρρωστος οπλαρχηγός και ο Τούρκος συνοδός του.

Σαν έφθασαν στο κτήμα του Χαλίλμπεη, διάπλατα άνοιξαν οι πόρτες, και ο ίδιος ο Χαλίλμπεης βγήκε να υποδεχθεί τον αντάρτη φίλο του, με χείμαρρο από τούρκικες φιλοφρονήσεις, που δεν ξεχώριζε απ' αυτές λέξη ο Άγρας.

-Τι λέγει; ρώτησε λίγο διστακτικά τον Αποστόλη.

Page 169: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Λέει να καθίσεις να ξεκουραστείς, και πως σ' ευχαριστεί που εμπιστεύθηκες την τύχη σου σ' αυτόν, κύριε Αρχηγέ. Λέγει πως θα φύγετε μαζί σήμερα και πως να μη σκοτιστείς πια για τίποτα, πως θα σε πάγει o ίδιος στη Θεσσαλονίκη, στο Ελληνικό Προξενείο.

-Πες του πως τον ευχαριστώ κι εγώ, αποκρίθηκε o Άγρας, και πως ξέρω ότι Τούρκος, σα δώσει μπέσα, δεν καταπατά το λόγο του.

Καθισμένος σ' ένα βαγόνι τρίτης θέσεως, τρέχοντας κατά τη Θεσσαλονίκη, συλλογίζουνταν ο Αποστόλης και γύρευε να ξεμπερδέψει το μπερδεμένο κουβάρι των σκέψεών του.

Στην πρώτη θέση είχε μπει ο καπετάν Άγρας με τον Χαλίλμπεη, ανύποπτος σαν πάντα, άφοβος, όλος εμπιστοσύνη και πίστη στο καλό.

Μα αν πρόδιδε ο Χαλίλ; Αν τον σκότωνε εκεί που κάθουνταν πλάι του;

«Σα δώσει μπέσα», λέει, ο Τούρκος, δεν καταπατά το λόγο του. Το είχε πει ο Αρχηγός, και ο Αρχηγός θα ήξερε. Μα και η κυρία Ηλέκτρα ήξερε. Και η κυρία Ηλέκτρα έλεγε πάντα: Μη βάζεις πίστη ποτέ σε Τούρκου λόγο!

Η κυρία Ηλέκτρα μισούσε τους Τούρχους όσο και τους Βουλγάρους. Είναι αλήθεια πως οι Τούρκοι τής είχαν σκοτώσει τον πατέρα της, στα '97, στην Αικατερίνη. Μα μπέσα δεν είχαν δώσει. Ήταν πόλεμος. Ο πατέρας της κυρίας Ηλέκτρας ήταν αξιωματικός του Ναυτικού. Από ενθουσιασμό είχε καταταχθεί και ξεμπαρκάρει μ' ένα σώμα εθελοντών και με αρχηγό τον πλοίαρχο Μανόλη Αντωνιάδη, στην Αικατερίνη της Μακεδονίας, για να χτυπήσουν τους Τούρκους στη ράχη και να τους βάλουν μεταξύ δύο πυρών.

Πολλές φορές του το είχε διηγηθεί η κυρία Ηλέκτρα, και πολλές φορές του είχε πει πως οι ανόητες αθηναϊκές εφημερίδες είχαν προαναγγείλει την επιχείρηση, και όλος ο κόσμος την έμαθε, και οι Τούρκοι, ειδοποιημένοι, περίμεναν ν' αποβιβαστεί το σώμα, και μόλις προχώρησε λίγο, του επετέθηχαν με δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες χαι το κατέστρεψαν, σφάζοντας τους άντρες όλους, ώς τον τελευταίο, μαζί και τον αρχηγό της αποστολής, τον πλοίαρχο Αντωνιάδη.

Page 170: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Πάντα έτρεμαν τα χείλη της και άστραφταν τα μάτια της, όταν διηγούνταν η κυρία Ηλέκτρα την τραγική αυτή ιστορία, κι έλεγε με πάθος, που έκανε και τη φωνή της να τρέμει:

-Τούρκοι! Τούρκοι! Όσους ξέρω, τόσοι να μείνουν!

Και αυτό, γιατί δεν ήξερε κανένα, δηλαδή δεν είχε σχέσεις με κανένα, απέφευγε ακόμα και ν' αποτείνει το λόγο σε Τούρκο.

Άρα λοιπόν ήταν κακοί οι Τούρκοι, αφού τόσο τους μισούσε η κυρία Ηλέκτρα. Και ό,τι έλεγε η κυρία Ηλέκτρα ήταν Ευαγγέλιο για τον Αποστόλη.

Μα να τώρα που ο καπετάν Άγρας εμπιστεύουνταν τη ζωή του στον Χαλίλμπεη, έναν Τούρκο! Κι έλεγε κιόλα, πως σα δώσει μπέσα ο Τούρκος, δεν καταπατά το λόγο του... Μήπως λοιπόν έπρεπε κανείς πάντα να τον κρατεί με την μπέσα τον Τούρκο; Οι Τούρκοι που σκότωσαν τον πατέρα της κυρίας Ηλέκτρας, δεν είχαν δώσει βέβαια μπέσα, αφού είχαν πόλεμο και ήταν εχθροί...

Με πολύ μπερδεμένες σκέψεις και εντυπώσεις κατέβηκε ο Αποστόλης από το τραίνο στο σταθμό της Θεσσαλονίκης,l και ακολούθησε τον Αρχηγό του, που με τον Χαλίλμπεη μπήκαν σ' ένα αμάξι και τράβηξαν κατά την πόλη.

Καθισμένος πλάι στον αμαξά, κάθε λίγο έβαζε το χέρι στη ζώνη του και πασπάτευε το κρυμμένο πιστόλι του, δώρο του καπετάν Άγρα, έτοιμος να πυροβολήσει να δώσει το αίμα του για να διαφεντέψει τον Αρχηγό του, αν έβλεπε κανένα κίνδυνο, καμιάν επίθεση.

Μα τίποτε δε συνέβηκε.

Ήταν νύχτα βαθιά όταν σταμάτησε ο αμαξάς μπρος σ' ένα μεγάλο άσπρο χτίριο, το Ελληνικό Προξενείο.

Το Προξενείο έκαμνε γωνιά σε δυο δρόμους.2 Ένας μεσότοιχος χώριζε τη στενόμακρη αυλή του από το Μητροπολιτικό Μέγαρο, που υψώνουνταν στο βάθος του κήπου με μια μεγαλόπρεπη μαρμαρένια σκάλα. Πίσω από το Προξενείο χτίζουνταν τότε μια εκκλησία, που προορίζουνταν για Μητρόπολη, μα που ήταν ακόμα γιαπί.3

Page 171: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Μια πορτίτσα, στο μεσότοιχο του κήπου, διευκόλυνε το κρυφό πήγαινε κι έλα γενικώς των Ελλήνων, και ειδικώς των Μακεδονομάχων, από το Μητροπολιτικό Μέγαρο στο Προξενείο.

Εμπρός στη μακρόστενη αυλή του Προξενείου στάθηκε το αμάξι. Κατέβηκε ο Χαλίλμπεης με τον Άγρα και τον Αποστόλη, κι ένας καβάσης Αλβανός, με χρυσομάνικο γιαταγάνι στο πλευρό, τους έμπασε στην αυλή.

Χαιρέτησε βαθιά τον Χαλίλμπεη σα γνωστό του, αλλά τον Άγρα, με τα χωριάτικα τούρκικα ρούχα, τον στραβοκοίταξε και δίστασε να τον αφήσει να περάσει.

Χρειάστηκε να του πει ο Χαλίλμπεης. «Δικός μου άνθρωπος είναι», για να τους ανεβάσει και τους τρεις, από μιαν εξωτερική σκάλα, στο πρώτο πάτωμα όπου ήταν το Προξενείο.

Ένας κύριος με πολιτικά βγήκε στην είσοδο απο μια φωτισμένη κάμαρα, κοίταξε τον Άγρα με ξαφνισμένα μάτια και χαιρέτησε τον Χαλίλμπεη.

Λίγα λόγια αντάλλαξαν, με πολλές υποκλίσεις κι ευγένειες, λόγια όμως που δεν άκουσε ο Αποστόλης, γιατί τον κρατουσε ο καβάσης στην πόρτα.

Ο μπέης διαμαρτυρήθηκε πως δε θέλει ν' ανέβει στο πάνω πάτωμα, στου κυρίου Γενικού Προξένου, οπου τον καλούσε ο κύριος με τα πολιτικά, πως δεν έχει καιρό,

πως θα ξαναέλθει πάλι αύριο. Και με καινούριες χειραψίες και φιλοφρονήσεις, συνοδεμένος απο τον κύριο, βγήκε έξω και μπήκε στο αμάξι του.

Τρεχάτος ξανανέβηκε ο κύριος με τα πολιτικά, έκλεισε την πόρτα, και, τρέχοντας στον Άγρα, τον αγκάλιασε και του είπε με κομμένη φωνή:

-Με τούρκικα ρούχα ήλθες! Είχες γνώση! Εσύ που δεν ξέρεις μια λέξη τούρκικη! Αμ αν σου απέτεινε κανείς το λόγο, τι θα 'κανες;

Ο Άγρας γέλασε σαν πάντα αμέριμνα.

-Μα αν ήταν ολα αυτά να τα συλλογιζόμαστε, αγαπητέ μου Θεόδωρε,4 αποκρίθηκε, δε θα 'ξιζε και να ζούμε...

Page 172: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Έλα πάνω να ξεκουραστείς, είπε ο κύριος Θεόδωρος, θα θέλει να σε δει ο κύριος Γενικός.

Και αγκαλιασμένοι ανέβηκαν την εσωτερική σκάλα.

Ο καβάσης είχε μείνει κάτω, στην είσοδο του Προξενείου, με τον Αποστόλη. Τον κοίταζε με περιέργεια από πάνω ώς κάτω, το χέρι ακουμπισμένο στη λαβή του γιαταγανιού του.

-Είναι Γραικός ο Αφέντης σου; ρώτησε. Γιατί φορεί τούρκικα;

-Και συ τι είσαι; αντιρώτησε υποψιάρικα ο Αποστόλης.

Ο καβάσης γέλασε.

-Για να μ' έχει εδώ ο κύριος Πρόξενος, κάτι καλός θα 'μαι, αποκρίθηκε.

Και πρόσθεσε:

-Οπλαρχηγός είναι ο αφέντης σου;

Μα τον ξένιζε τον Αποστόλη το άγνωστο περιβάλλον όπου πρώτη φορά έμπαινε, τον συγκινούσε η ιδέα πως μπορούσε ο Γενικός Πρόξενος να είναι κάπου κοντά «o Δεσπότης», όπως τον ήξεραν όλοι οι πολεμιστές. Και, πάντα επιφυλακτικός με άγνωστους, σώπαινε.

Ο καβάσης του έδωσε μια χαδιάρικη σβερκιά.

-Εσύ, κουτάβι, μου κάνεις εμένα το μυστικό; έκανε καλόβουλα. Δεν ξέρεις πως με στέλνει εμένα ο κύριος Πρόξενος στις πιο μυστικές δουλειές;

-Τι δουλειές; ρώτησε ο Αποστόλης, που λαχταρούσε ν' ακούσει και να μάθει τι γίνουνταν στο Προξενείο.

-Α, βρήκες τη γλώσσα σου; έκανε κοροϊδευτικά o καβάσης.

Page 173: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Βήματα ακούστηκαν στο πάνω πάτωμα και ομιλίες.

Ο καβάσης στάθηκε σε προσοχή, κοιτάζοντας κατά τη σκάλα. Μα κανένας δε φάνηκε, και οι ομιλίες απομακρύνθηκαν.

-Ο κύριος Πρόξενος, είπε χαμηλόφωνα ο καβάσης, ξαναπιάνοντας μηχανικά τη λαβή του γιαταγανιού του.

-Tόσo αργά μένει; ρώτησε με λαχτάρα ο Αποστόλης.

-Tόσο αργά; Σαν έχει δουλειά, κοίταξε ποτέ o Πρόξενος ώρα; είπε περήφανα ο Αλβανός. Μα τώρα είναι σπίτι του. Το Προξενείο είναι δω κάτω και το σπίτι του απάνω.

-Και συ, τι δουλειά κάνεις; ρώτησε ο Αποστόλης.

-Είμαι καβάσης. Είμαστε τρεις. Φυλάγομε το Προξενείο, πηγαίνομε μαζί με τον κύριο Πρόξενο σα βγαίνει έξω... Κι εγώ κάνω και άλλες δουλειές, πρόσθεσε o καβάσης, κι έκανε το μάτι μαριόλικα.

Ο Αποστόλης δεν τόλμησε πια να ρωτήσει. Μα τέτοια ήταν η λαχτάρα του, που έμεινε με στόμα ανοιχτό κοιτάζοντας τον Αλβανό.

Ο καβάσης άλλο που δε ζητούσε παρά να κουβεντιάσει.

-Σήμερα, σα να πούμε, έκανε, πήγα να ξεμπαρκάρω δυο κοπέλες...

Γέλασε, και πάλι έκανε το μάτι.

-Είχαν μπαούλα για το κουμέρκι...5 που δεν έπρεπε να περάσουν από το κουμέρκι...Ήταν βαριά... Είπα στον κομισσέρη:6 «Δυο μετζίτια, και τα βγάζω εγώ!» Κοίταξε αλλού ο κομισσέρης, και πήρα εγώ τα μπαούλα. Μα βαστούσα κι ένα μαντίλι μεγάλο, με πράματα μέσα. Μου φεύγει μια γωνιά... σκορπίσανε τα πράματα!... Μολύβι, βλέπεις... πέσανε, κάναν κρότο...

-Ήταν σφαίρες; έκανε ο Αποστόλης λαφιασμένος.

-Ήταν φυσέκια, αποκρίθηκε κρυφογελώντας ο καβάσης. Κι εξακολούθησε:

Page 174: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Γύρισε ο κομισσέρης... βγάζω την πιστόλα μου. «Τίποτα», του λέω, «ελιές είναι, ελιές...» Και με την πιστόλα στο χέρι, μαζεύω τα σκόρπια και βγαίνω έξω. Χάμω, στη θέση όπου έπεσαν οι ελιές, άφησα άλλα δυο μετζίτια...

Κρυφογέλασε πάλι ο Αλβανός κι έκανε το μάτι:

-Έτσι κάνομε μεις τις δουλειές μας, πρόσθεσε κορδωμένος και χτυπώντας με καμάρι το στήθος του. Όταν πει ο κύριος Πρόξενος: «Κοίταξε, Αλή, να βγουν τα μπαούλα χωρίς να περάσουν τελωνείο!» περνούν τα μπαούλα χωρίς τελωνείο.

-Τι είχαν μέσα τα μπαούλα; ρώτησε λαχανιασμένος από τη συγκίνηση ο Αποστόλης.

Ο Αλβανός στένεψε τα μάτια του σ' ένα πονηρό χαμόγελο.

-Είχαν βαριά πράματα... κάνουν μπουμ! είπε καμαρωτά.

-Τουφέκια; Και πού τα βάλατε; ρώτησε όλο και πιο ταραγμένος ο Αποστόλης.

Βήματα πάλι ακούστηκαν στο πάνω πάτωμα. Αυτή τη φορά πήγαιναν κατά τη σκάλα, κατέβαιναν.

Ο καβάσης στάθηκε πάλι σε προσοχή, και ο Αποστόλης έβγαλε το καλπάκι του, τέντωσε το σώμα του, να το ψηλώσει όσο μπορούσε, και στάθηκε πλάι στον Αλβανό, όλος μάτια και αυτιά, στραμμένος κατά τη σκάλα.

Τρεις άντρες κατέβαιναν. Εμπρός, πλάι στον καπετάν 'Αγρα, ντυμένος τώρα πολιτικά, πήγαινε ένας ψηλός, ασπρομάλλης και ασπρογένης, με νεανικό όμως πρόσωπο και κυπαρισσένια κορμοστασιά, με υπερήφανο χαμόγελο και στάση άκαμπτη.

Ο Αποστόλης μάντεψε το Γενικό Πρόξενο,7 το Δεσπότη, τον Αρχηγό, την ψυχή του Μακεδονικού Αγώνος, και τον έπιασε τέτοια συγκίνηση, που βαστάχθηκε για να μην πέσει στα γόνατα.

Πίσω του, ένα δυο σκαλοπάτια, κατέβαινε ο κύριος Θεόδωρος με το καπέλο στο χέρι, όλος σεβασμό και υποταγή εμπρός στον αρχηγό του:

Page 175: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο καβάσης πήρε από την κρεμάστρα της εισόδου ένα σταχτί μαλακό της ώρας καπέλο και το έτεινε του Προξένου.

Το πήρε κείνος, κι εξακολουθώντας την κουβέντα του με τον Άγρα, του είπε:

- Θα σας αφήσω στου γιατρού, κι εκείνος θα σας φιλοξενήσει...

Ο Άγρας όμως είχε δει τον Αποστόλη, και του έβαλε το χέρι στον ώμο.

-Είναι και τούτος μαζί μου, είπε· θα ήθελα να τον δει κι αυτόν ο γιατρός.

Ο Πρόξενος σίμωσε, και με το χέρι έσπρωξε πίσω το κεφάλι του Αποστόλη.

-Είναι πληγωμένος κι αυτός; ρώτησε. Και αποτείνοντας το λόγο στο αγόρι:

-Πώς βρέθηκες στη μάχη εσύ, μικρέ; ρώτησε.

Μ' από τη συγκίνηση είχε κοπεί η φωνή του Αποστόλη. Ο Άγρας αποκρίθηκε γι' αυτόν.

-Είναι ο οδηγός μου. Εδώ, κύριε Πρόξενε, στον αγώνα μας, δεν έχει παιδιά, ούτε και γυναίκες. Όλοι είναι πολεμιστές και παλικάρια. Και, το ξέρετε καλύτερα από μένα, οι γυναίκες και τα παιδιά καταφέρνουν και περνούν εκεί που σκαλώνουμε και σταματούμε μεις...

-Το ξέρω, το ξέρω, είπε γελαστά ο Πρόξενος, και σήμερα ακόμα δυο κοπέλες έφεραν φορτία... ε, Αλή; Τα καταφέραμε και βγήκαν χωρίς να περάσομε τελωνείο.

Ο καβάσης είχε υποκλιθεί βαθιά, μ' ένα χαμόγελο που ξεσχέπαζε όλα τ' άσπρα του δόντια.

Μα ο Πρόξενος δε συνήθιζε να χάνει πολλά λόγια σ' επαίνους και φιλοφρονήσεις.

-Το αμάξι, Αλή, και γρήγορα, πρόσταξε.

-Σας περιμένει, Αφέντη, αποκρίθηκε ο καβάσης, με άλλη μιαν υπόκλιση.

Τωόντι, περίμενε έξω το αμάξι, και ο Πρόξενος βοήθησε τον Άγρα ν' ανέβει και φώναξε τον ντροπαλό και κατασυγκινημένο Αποστόλη.

Page 176: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Έμπα μέσα, πρόσταξε· θα πας με τον αρχηγό σου στο γιατρό.

Και αποχαιρετώντας τον κύριο Θεόδωρο, πήδηξε σαν παλικάρι στο αμάξι και κάθισε πλάι στον Άγρα.

«Aν ζήσω εκατό χρόνια ακόμα, δε θα ξεχάσω αυτή τη διαδρομή!», είπε κείνη την ίδια νύχτα ο Αποστόλης στα παιδιά του γιατρού, που τον είχαν παραλάβει και τον πήγαν να κοιμηθεί σε μια από τις κάμαρες του σπιτιού, που ήταν πάντα έτοιμες να φιλοξενήσουν πολεμιστές και Ρωμιούς κατατρεγμένους. Και τους διηγήθηκε:

-Φανταστείτε, να κάθομαι εγώ, ο Αποστόλης o οδηγός, αντίκρυ στο Δεσπότη και τον καπετάν Άγρα! Και κάθε φορά που περνούσαμε ένα φανάρι, να βλέπω του Δεσπότη τ' άσπρα μαλλιά και γένεια, το ευγενικό του πρόσωπο... Αχ, τι ωραίος που είναι! Και πλάι του, το γενναιότερο παλικάρι του Βάλτου, τον καπετάν Άγρα! Ξέρετε τι θα πει;

Ναι, ήξεραν τα παιδιά του γιατρού, μια σειρά από γυμνασιόπαιδα, μαθημένα σε όλες τις αγριότητες και τις παλικαριές του Αγώνος, συνηθισμένα ν' ακούν και να κρατούν μυστικά, να ξεπροβοδίζουν και να κρύβουν αξιωματικούς και αγωνιστές, να μεταφέρουν γράμματα, όπλα, φυσίγγια στις σχολικές τους στέκες. Ναι, τα ήξεραν όλα αυτά. Και ήξεραν και την κυρία Ηλέκτρα από το Ζορμπά, και την κυρία Ευθαλία από το Μπόζετς, και τον Πάτερ Χρυσόστομο...

-Τον παπά του Μπόζετς; ρώτησε ξαφνισμένος o Αποστόλης.

Τ' αγόρια κοιτάχθηκαν και γέλασαν.

-Ναι, τον ψευτόπαπα, είπε ο Κώστας, ένας από τους μεγάλους. Όλοι που έχουν γένεια, δεν είναι παπάδες, πρόσθεσε.

Κι έκανε το μάτι στ' αδέλφια του.

Ο μεγαλύτερος, ο Χαρίλαος, σήκωσε τους ώμους του.

-Αυτά δεν τα λέν, είπε αυστηρά στον αδελφό του. Μα ο Κώστας δεν άκουε τίποτα. Εκείνο που ήξερε, ήθελε να το πει. Και όλα τα ξέρανε αυτά τα παιδιά του γιατρού, και

Page 177: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

όλους, και τον καπετάν Νικηφόρο, και τον καπετάν Ματαπά, που τον έκρυβε και τον νοσήλευε ο γιατρός στο κτήμα του, στην εξοχή, σαν είχε σπάσει το πόδι του στη λίμνη, περπατώντας. Και τον καπετάν Καψάλη ήξεραν, που είχε σκοτωθεί σε μιαν άγρια μάχη με τους κομιτατζήδες στη Λίμνη, τον περασμένο Απρίλιο. Και τον

καπετάν Καβοντόρο, και τον καπετάν Πετρίλο, και άλλους, και άλλους...

-Τον καπετάν Αμβρακιώτη,8 τον ξέρεις εσύ; Που τον έπιασαν οι Τούρκοι σε μια συμπλοκή, και τον έβαλαν φυλακή; ρώτησε ο Κώστας.

Μα όχι, δεν τον ήξερε ο Αποστόλης. Πότε έγινε αυτό; Στο Βάλτο;

-Όχι, είπε μελαγχολιχά ο Αλέκος, ένας από τους μεσαίους. Κοντά στο Κιλκίς τον έπιασαν, στο Σαρί- Γκιολ. Κάνει το γιατρό στη φυλακή και πάμε και τον βλέπομε κάποτε...

-Και θα τον γλιτώσομε, είπε χαμηλόφωνα, εμπιστευτικά, του Αποστόλη, ο Κώστας, όπως γλιτώσαμε τον Αριστείδη...

-Ποιον Αριστείδη;

-Το πρωτοπαλίκαρό του. Ξέρεις πώς γλίτωσε αυτός;

Ο Αποστόλης δεν είχε ιδέα. Και του διηγήθηκε o Αλέκος:

-Οι βαρυποινίτες, που κοντεύουν πια να τελειώσουν την ποινή τους, είναι επιφορτισμένοι να βγάζουν τα σκουπίδια της φυλακής σε κόφες μεγάλες. Εμπρός στην πόρτα, ένας φύλακας τρυπά πέρα πέρα την κόφα μ' ένα σίδερο, να βεβαιωθεί πως δεν έχει τίποτα άλλο μέσα. Δυο Ρωμιοί βαρυποινίτες λοιπόν, έκρυψαν μια μέρα το σίδερο, έβαλαν τον Αριστείδη μες στην κόφα, τον σκέπασαν με μια κουβέρτα, και από πάνω στοίβαξαν σκουπίδια, και τον πήγαν στην πόρτα. Γύρεψε μα δε βρήκε o φύλακας το κρυμμένο σίδερο, βαρέθηχε να το γυρέψει και τους είπε: «Άιντε, περάσετε!» Και πήγαν αυτοί στον έξω τοίχο και άδειασαν σκουπίδια και Αριστείδη χάμω. Κι έφυγε αυτός. Μα δεν ήξερε τη Θεσσαλονίκη. Μπήκε σ' ένα σπίτι, έτυχε να είναι ελληνικό. Τον ρώτησαν ποιος είναι! Τους αποκρίθηκε: «Πάτε με στο Προξενείο κι εκεί θα πω ποιος είμαι». Τον πήγαν λοιπόν στο Προξενείο, τον έκρυψαν στα υπόγεια και τον φυγάδεψαν...

Page 178: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Έτσι θα φυγαδέψομε και τον καπετάν Αμβρακιώτη. Mόνo μην το λες, πρόσθεσε ο Κώστας.

Δεν είχε καμιάν όρεξη να το μεταπεί ο Αποστόλης. Από μυστικά ήξερε και αυτός. Μα τόσες γνώσεις που είχαν όλα αυτά τα παιδιά του γιατρού, τον είχαν ζαλίσει και θαμπώσει.

Mόνo σαν τον ρώτησαν για τη μάχη, όπου είχε φάγει τη σφαίρα στο μέτωπο και όπου είχε πληγωθεί o καπετάν Άγρας, εκεί πια ξαναβρήκε την υπεροχή του. Αυτή την είχε δει αυτός, την είχε ζήσει. Και μια στα γόνατα και μια όρθιος, και μια πηδώντας σε υποθετικά νερά και βουλιάζοντας φανταστικές πλάβες, τους τη διηγήθηκε τόσο ζωηρά, με τόσα μπαμ και μπουμ, και προσταγές, και «Εμπρός, παιδιά!» και «Toυς σκοτωμένους μας πάρετε! Τίποτε μην τους αφήσομε!», που μπήκε μέσα η μητέρα, και μ' ένα χάδι στον καθένα κι ένα γλυκό χαμόγελο σε όλους, τα έστειλε όλα τα παιδιά, δικά της και ξένο, να κοιμηθούν και να ονειρευθούν καινούριες μάχες, νίκες και δόξες.

Σημ. 11ου κεφ.

1. Σε όλες τις πόλεις της Τουρκίας, ο σιδεροδρομικός σταθμός ήταν πάντα μακριά από την πόλη. Το ίδιο και στη Θεσσαλονίκη, ήταν έξω από την πόλη. 2. Σημερινοί: Αγίας Σοφίας και Βουλγαροκτόνου, όπου ήταν η είσοδος του Προξενείου και του Μητροπολιτικού Μεγάρου. 3. Η εκκλησία αυτή είναι τελειωμένη σήμερα και λέγεται του Γρηγορίου Παλαμά. 4. Θεόδωρος Ασκητής: Διερμηνεύς του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, δολοφονήθηκε από τους κομιτατζήδες, έξω από το Προξενείο, την 22 Φεβρουαρίου του 1908. 5. Κουμέρκι και γιουμπρούκ: Τελωνείο, τούρκικα. 6. Κομισσέρης: Έτσι έλεγαν κοινώς τον τελώνη στη Θεσσαλονίκη. 7. Λάμπρος Κορομηλάς: Πήγε ως Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 1904 κι έφυγε, κατ' απαίτηση των Τούρκων, αρχή του 1908. 8. Καπετάν Αμβρακιώτης: Γιάννης Αβράσογλου, Υπολοχαγός Πυροβολικού.

Page 179: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

12. Ο Διαβολόπαπας

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ήταν κακές. Ο Αποστόλ Πέτκωφ γυρνούσε, λέει, στα χωριά της Λίμνης και άφηνε πίσω του την αιματωμένη του αλετριά. Και όπου δεν πρόφθαινε αυτός, τον συμπλήρωνε ο διψασμένος αίμα κομιτατζής Χατζη-Τράιο. Πέντε ψαράδες του Βάλτου και δύο χωριχοί των Αγίων Αποστόλων είχαν πληρώσει με τη ζωή τους το αμάρτημα πως ήταν 'Ελληνες Πατριαρχιχοί. Και σε όλη την ύπαιθρο χώρα, κομιτατζήδες φοβέριζαν, φορολογούσαν τους χωρικούς, έκαιαν, σκότωναν, βασάνιζαν, τρομοκρατούσαν.

-Μην το μάθει ο Άγρας και γυρέψει να φύγει, είπε ο γιατρός της γυναίκας του. Πες των παιδιών να μην του πουν τίποτα, γιατί δεν επουλώθηχαν ολότελα οι κακοφορμισμένες του πληγές, και φοβούμαι προπάντων την ελονοσία, που θα τον καταστήσει ανίκανο για τη δουλειά του, αν δεν προσέξει...

Δεν είπαν τίποτα τα παιδιά, και ας τους έτρωγε η γλώσσα να τα μιλήσουν με τον καπετάν Άγρα, να πάρουν τη γνώμη του, και να τα συζητήσουν ύστερα αναμεταξύ τους.

Μα την τετάρτη μέρα, τ' απόγεμα αργά, χτύπησε η πόρτα και μια κοπέλα χαιρέτησε φιλικά την παλιά πιστή υπηρέτρια του σπιτιού που της άνοιξε, και ζήτησε το γιατρό.

Κανένας δεν ήταν στο σπίτι. Ο γιατρός ήταν σε κάποιον άρρωστο, η γυναίκα του έλειπε, τα παιδιά δεν είχαν γυρίσει από το σχολείο.

Τότε ζήτησε η κοπέλα τον «άρρωστο μουσαφίρη». Και η πιστή κυρα-Μόρφω την ανέβασε στην κάμαρα του ξένου.

Ο καπετάν Άγρας διάβαζε, καθισμένος κοντά στο παράθυρο, σε μια κουνιστή πολυθρόνα και χαίρουνταν τις τελευταίες αχτίδες του ηλίου που βασίλευε πίσω από

τις θαμπές κορυφές του Βέρμιου.

Άκουσε την πόρτα που άνοιξε και είδε μπροστά του μια νέα γυναίκα ώς είκοσι χρόνων, ντυμένη μπλου σκούρα με γούνα αλεπούς στο λαιμό.

Page 180: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Ο καπετάν Άγρας; ρώτησε η νέα με κάποια συγκίνηση.

Ο Άγρας σηκώθηκε. Είχε κρεμασμένο ακόμα το χέρι του, μα ο ώμος του είχε σχεδόν γιατρευθεί και φορούσε το σακάκι του χωρίς να περάσει το μανίκι του.

-Εγώ είμαι, αποκρίθηκε με κάποια απορία. Η κυρία;

-Ηλέκτρα Δράκου.

-Η ηρωική δασκάλισσα του Ζορμπά; διέκοψε ξαφνισμένος ο Άγρας.

-Δασκάλισσα, ναι. Ηρωική όμως, όχι. Δεν έκανα ποτέ κανέναν ηρωισμό, αποκρίθηκε χαμογελώντας η κυρία Ηλέκτρα.

-Αυτό το κρίνομε μεις, είπε όλο και πιο συγκινημένος ο Άγρας.

Και τείνοντας το γερό του χέρι:

-Δώστε μου το χέρι σας να το σφίξω, πρόσθεσε.

Την έβαλε να καθίσει στην κουνιστή πολυθρόνα του παραθύρου κι έσπρωξε μια καρέκλα κοντά της.

-Λέτε μου γρήγορα, έκανε ανυπόμονα. Για ν' αφήσετε το σχολειό σας και να 'ρθετε να με βρείτε, κάτι σπουδαίο έχετε να μου πείτε.

Ναι, είχε σπουδαία να του πει η κυρία Ηλέκτρα. Και είχε περάσει από το Προξενείο, και είχε δει τον κύριο Κατσανό,1 που εργάζουνταν με τον κύριο Ζώη. Την πήγε ίσια στο Γενικό Πρόξενο, και την είχε ακούσει εκείνος με προσοχή, και της είπε να έλθει η ίδια στο σπίτι του γιατρού, να δει η ίδια τον Άγρα, να του τα πει όλα αυτά, κι εκείνος, που ήξερε καλά το Βάλτο, θα μπορούσε να της πει τι σύμφερε να γίνει.

Γιατί οι καπεταναίοι είχαν διαφωνήσει. Στο μεταξύ είχαν γίνει και μερικές περίεργες αντεκδικήσεις. Στη Νιάουσα, στη Βέρροια, και προπάντων στη βόρεια μεριά του Βάλτου, βρέθηκαν σκοτωμένοι, πάντα με τον ίδιο τρόπο, μια μαχαιριά στην καρδιά, τέσσερις πέντε δολοφόνοι κομιτατζήδες. Σώμα ανταρτικό δεν είχε περάσει από κει. Ο καπετάν Νικηφόρος δεν είχε ανέβει βέβαια ώς εκεί, γιατί ήταν πολύ μακριά τα χωριά

Page 181: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ραδομίρ, Κασίνοβο, Γουμένιτσα, για να προφθάσει να πάγει, να τιμωρήσει, και να γυρίσει στο Βάλτο. Άλλωστε έτσι, με μοναδικούς φόνους, δε θα ενεργούσε ένα σώμα ανταρτικό. Θα έκαιε το χωριό ως τιμωρία των κομιτατζήδων.

Και ο κοσμάκης, σ' όλη την ύπαιθρο, άρχισε να μουρμουρίζει πάλι τ' όνομα του καπετάν Γαρέφη, του ηρωικού Γαρέφη, που σκότωσε τον Λούκα και τον Καρατάσο,2 δυο από τους χειρότερους αρχικομιτατζήδες, μόνος του, με το χέρι του, μέσα στην καλύβα τους, και πλήγωσε έναν τρίτο, τον Τσότσο. Μα ο Γαρέφης πέθανε δυο τρεις μέρες αργότερα από μια σφαίρα στην κοιλιά, που την είχε φάγει από τους έξω κομιτατζήδες ή από τους δικούς μας που χτυπιούνταν. Αδιάφορο, σου λένε. Αναστήθηκε ο Γαρέφης.

Και τα κρυφόλεγαν στα ελληνικά χωριά και χαίρουνταν. Ζητούσαν όμως βοήθεια και δράση των σωμάτων.

Τα είχε πει όλα αυτά η κυρία Ηλέκτρα στον κύριο Αντωνίου3 και στον κύριο Ιωαννίδη,4 που διεύθυναν τις δυτικές περιφέρειες και την Καρατζόβα και την Κατερίνη. Και την άκουσαν και οι δυο, σοβαροί, σιωπηλοί, o κύριος Ιωαννίδης μισοκρύβοντας ένα μυστηριώδικο χαμόγελο μες στο ξανθό του μουστάκι, ο κύριος Αντωνίου πιο σοβαρός ακόμα και πιο μυστηριώδης.

Και αφού την άκουσαν ώς το τέλος, της είπε ο κύριος Αντωνίου:

-Δεν αναστήθηκε βέβαια ο Γαρέφης. Μα έπρεπε να εξουδετερωθούν αυτοί, γιατί ήταν ένας κι ένας, αρχικομιτατζήδες δολοφόνοι, που τρομοκρατούσαν χωριά και χώρες.

Ως προς τα χωριά της Λίμνης, φώναξαν τον κύριο Ζώη και τον κύριο Κατσανό, και τους είπε πάλι εκείνη την κατάσταση και πως διαφώνησαν οι καπεταναίοι.

Ο καπετάν Ρουπακιάς5 είχε μαλώσει με τον αρχηγό του, τον καπετάν Κάλα, που κατέκρινε τις τολμηρές επιθέσεις του καπετάν Άγρα, κι έφευγε, λέει, με τον καπετάν Παναγιώτη, που, άρρωστος, ελεεινός, κατέβαινε στην Ελλάδα. Ο καπετάν Τυλιγάδης με τον καπετάν Ζήκη βαστούσαν ακόμα την Κούγκα, μα ζητούσαν ενισχύσεις.

Τρεις χιλιάδες Τούρκοι είχαν κυκλώσει τη λίμνη. Ζητούσαν συνεννόηση με τον καπετάν Άγρα, να χτυπήσουν τους Βουλγάρους. Ο καπετάν Νικηφόρος με τον καπετάν Κάλα

Page 182: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

είχαν πάει στο δυτικό διαμέρισμα, στις Κάτω Καλύβες, για τις διαπραγματεύσεις. Μα ο καπετάν Κάλας δεν ήθελε σύμπραξη με τους Τούρκους.

-Γιατί! Γιατί! διέκοψε ο Άγρας. Ας διώξομε τώρα τους Βουλγάρους από τη Λίμνη, και ύστερα βλέπομε τι θα κάνομε με τους Τούρκους.

Έτσι έλεγαν και οι άλλοι καπεταναίοι, του είπε η κυρία Ηλέκτρα, αλλά ο καπετάν Κάλας δυσπιστούσε, δεν ήθελε.

Ο καπετάν Νικηφόρος ζητούσε να μετατεθεί αυτός στην Κούγκα με το σώμα του, για να συγκρατεί και να χτυπά τους Βουλγάρους στη φωλιά τους. Μα ο καπετάν Κάλας, γενικός αρχηγός όλης της Λίμνης, διαφωνούσε με όλους τους άλλους καπεταναίους, δεν ήθελε βίαιη δράση, δεν αποφάσιζε να πάρει, λέει, στο λαιμό του τόσους άντρες, ακολουθώντας την επιθετική δράση του Άγρα.

Είχε κατέβει από τον Όλυμπο και ο καπετάν Ματαπάς,6 είχε έλθει στη Λίμνη και ο καπετάν Κολιός,7 για να τον μεταπείσουν. Τίποτα! Ο Κάλας δεν ήθελε, λέει, τρέλες. Αμυντική στάση ήθελε και τίποτε άλλο.

Ο Άγρας πετάχθηκε στα πόδια του.

-Πότε φεύγετε; ρώτησε.

-Αύριο πρωί.

-Θα φύγοτε μαζί. Ο φίλος μου ο Χαλίλμπεης βιάζεται και αυτός. Θα μας πάγει ασφαλώς στο Βάλτο.

Μάταια προσπάθησε ο γιατρός να τον αποτρέψει να φύγει πριν επουλωθούν οι πληγές του, πριν δυναμώσει και συνέλθει από τους ελώδεις. Ο Άγρας έφυγε πρωί πρωί με την κυρία Ηλέκτρα, και πριν νυχτώσει ήταν στην καλύβα Τσέκρι.

Εκεί είχαν μαζευθεί όλοι οι καπεταναίοι. Έστησαν συμβούλιο. Πλειοψήφησαν για την πολεμική δράση του Άγρα, έκαναν ανακρίσεις και καταδίκασαν όσους πολεμιστές δεν πειθαρχούσαν ή δεν είχαν άμεμπτη διαγωγή, έστειλαν τις αποφάσεις τους στο Κέντρο Θεσσαλονίκης για να επικυρωθούν, και πρωί πρωί πάλι έφυγε ο Άγρας για την Κούγκα.

Page 183: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Μαζί του πήγαινε κι ο Αποστόλης. Είχαν αφήσει την κυρία Ηλέκτρα στο δρόμο του Ζορμπά, πριν μπουν στη Λίμνη, και, παίρνοντας από το κρυφό μονοπάτι, πίσω από τις δυο Τούμπες, Νησί και Τερχοβίστα, έφθασαν στην καλύβα Κόρακα και από κει στην Κούγκα.

Στο παλιό πάτωμα της Κούγκας υψώνουνταν τώρα, χτίριο αληθινό, μια καινούρια καλύβα, που περνούσε και τα ψηλότερα καλάμια, υπερήφανη και προκλητική.

Πάνω από τριάντα χωρικοί δούλεψαν όλες αυτές τις μέρες που έλειπε ο Άγρας, μετέφεραν καδρόνια, καλάμια, ραγάζι και χώμα από τη νότια ακρολιμνιά, για να κατασκευάσουν τη μεγάλην αυτή καλύβα, να έλθει και να τη βρει έτοιμη ο Αρχηγός.

-Τι είναι, καλέ, τούτο το θηρίο; ρώτησε ξαφνισμένος ο Άγρας.

Οι υπαρχηγοί του κοιτάχθηκαν χαρούμενοι.

-Δε σου άξιζε τέτοια μεγάλη καλύβα, κύριε Αρχηγέ; έκανε ο Τυλιγάδης. Ύστερα από την επίθεση που έκανες στις 14 Νοεμβρίου, σου χρειάζουνταν παλάτι

εσένα.

Οι άντρες γύρω καμάρωναν. Το πάτωμα ήταν στερεωμένο με καδρόνια μπηγμένα στο βυθό, και ανάμεσά τους στρώμα παχύ από καλάμια και ραγάζι στοιβάζουνταν στις φυτείες, στα ρηχά νερά. Οι τοίχοι της καλύβας, καλοφτιαγμένοι, με πλεγμένα καλάμια και ψαθί, ήταν, καθώς και η στέγη, προφυλαγμένοι από τη βροχή με παχύ στρώμα ραγάζι.

Είχαν φτιάσει, αλήθεια, καλύβα που να τη ζουλεύει η γειτονιά.

Καμάρωνε και ο Άγρας, για να μην απογοητεύσει τους άντρες του που είχαν δουλέψει με τόση καλή θέληση. Μα άθελα μετρούσε με το μάτι το ύψος της στέγης που ξεπερνούσε προκλητικά τα ξερά καλάμια, επίσης και το χαμηλό πρόχωμα που, ένεκα της δυσκολίας να μεταφερθεί τόσο χώμα από τη σκάλα της Τερχοβίστας, είχε περιοριστεί σε τρεις τέσσερις σπιθαμές, που μόνο σώματα «πρηνηδόν» μπορούσε να προστατεύσει.

Page 184: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Κι έλεγε ο γίγας ο Βαγγέλης από τη Νιάουσα, «o Μακεδόνας», όπως τον έλεγε χαϊδευτικά ο Άγρας, που είχε δουλέψει σα δέκα εργάτες:

-Σου άξιζε, κυρ Αρχηγέ, μια τέτοια καλύβα. Εσύ με δεχαοχτώ ανομάτες τρομοκράτησες τους Βουλγάρους στις καλύβες του Ζερβοχωριού. Προχθές, διακόσιοι Τούρκοι προσπάθησαν να τις πάρουν και τις έφαγαν.

-Διακόσιοι Τούρκοι; Πώς αυτό; αναφώνησε ο Άγρας.

-Βέβαια! Περικύκλωσαν οι Τούρκοι τη Λίμνη από το βορειοδυτικό μέρος. Δεν το ξέρεις, κύριε Αρχηγέ; ρώτησε ο Τυλιγάδης. Και διακόσιοι από δαύτους θέλησαν να κάνουν γιουρούσι στις βουλγάρικες καλύβες, και δεν έκαναν τίποτα. Τους χτύπησαν οι Βούλγαροι και φύγανε αυτοί...

-Τους απέκρουσαν οι Βούλγαροι; έκανε συλλογισμένος ο Άγρας. Μην το χαίρεστε, παιδιά· θα πει πως έλαβαν αυτοί ενισχύσεις και πως θα 'ρθει και μας η σειρά μας.

-Και δεν πάει να 'ρθει; είπε καυχησιάρικα ο Βαγγέλης. Εδώ είμαστε.

Και σηκώνοντας το μανίκι του, έδειξε υπερήφανα τους φοβερούς μυς του χεριού του.

Μα ο Άγρας έμενε συλλογισμένος. Μετρούσε με το μάτι τους άντρες του, και υπολόγιζε αν θα ήταν δυνατή η άμυνα μέσα στην καινούρια θεόρατη καλύβα του, πίσω από το χαμηλό της πρόχωμα.

-Αποστόλη! φώναξε. Και σαν παρουσιάστηκε ο μικρός, καλόκαρδα του είπε:

-Πάλι εσένα θα λάχει, Αποστόλη, να μου κάνεις τον ταχυδρόμο.

Να πάει, λέει, στην Τούμπα Τερχοβίστας, όπου ήταν ο καπετάν Παναγιώτης, στο Τσέκρι του καπετάν Νικηφόρου, και από κει στην Κρυφή του καπετάν Κάλα και να τους πει σε όλους να στείλουν ενισχύσεις. Τροφές και πολεμοφόδια θα φρόντιζε η Τερχοβίστα να του στείλει με τους συνηθισμένους χωρικούς και ταχυδρόμους. Μα χρειάζουνταν άντρες.

Η θέση της Κούγκας, σα σφήνα χωμένη μες στο σύμπλεγμα από βουλγάρικες καλύβες, ήταν πρόκληση για τους Βουλγάρους, που δεν μπορούσαν να το ανεχθούν.

Page 185: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ούτε όμως και ο Άγρας ανέχουνταν να φύγει. Την τύχη του την είχε συνδέσει με την τύχη της Κούγκας. Αν χάνουνταν αυτή, ας χάνουνταν και αυτός...

Ανήσυχος, βιαστικός πήγαινε ο Αποστόλης μ' έναν πλαβαδόρο χωρικό κατά την Κρυφή. Στην Τούμπα της Τερχοβίστας δεν είχε βρει πια τον καπετάν Παναγιώτη. Του είχαν πει τα παιδιά που τη φύλαγαν:

-Δυνάμεις εμείς εδώ δεν έχομε. Μόλις που φυλαγόμαστε. Και μας έφυγε άρρωστος ο καπετάν Παναγιώτης. Τι να σου κάνομε μεις, που ο αρχηγός μας έφυγε και άλλος αρχηγός δε μας ήλθε;

Στο Τσέκρι, ο καπετάν Νικηφόρος τον είχε δεχθεί και ακούσει με το στοχαστικό του σιωπηλό ύφος, τρίβοντας το ξυρισμένο του πηγούνι, κι έμεινε συλλογισμένος κάμποση ώρα.

Ύστερα κάθησε κι έγραψε ένα μακρύ γράμμα και του το εμπιστεύθηκε να το πάγει ο ίδιος στη Θεσσαλονίκη, στο Γενικό Προξενείο. -Μα έχω μήνυμα και για την Κρυφή, είπε o Αποστόλης.

-Θα πας και στην Κρυφή, αποκρίθηκε ο Νικηφόρος. Δες τι μπορείς να κάνεις κι εκεί. Και σα βγεις στην ακρολιμνιά, τραβάς για τη Θεσσαλονίχη, με τη βοήθεια της κυρίας Ηλέκτρας ή μόνος, όπως μπορέσεις. Εγώ όμως δε θα περιμένω απάντηση, το ξέρω πως θα με εγκρίνουν να πάγω στην Κούγκα αμέσως, και δεν μπορώ ν' αφήσω τον καπετάν Άγρα να χαθεί. Αν σου δώσουν απάντηση από το Κέντρο, θα μου τη φέρεις κατευθείαν στην Κούγκα.

Κι έφυγε νότια ο Αποστόλης με τον πλαβαδόρο του, κι έφθασε μεσημέρι.

Ήταν δυο μέρες που έλειπε από την Κούγκα, κι εκείνο το πρωί, φεύγοντας από το Τσέκρι, όπου είχε κοιμηθεί, άκουσε μερικές τουφεκιές, που γρήγορα άλλωστε σώπασαν και που είχαν πέσει κατά το δυτικό μέρος.

Είχαν πιαστεί άραγε εχθρικές περιπολίες; 'Η, δυναμωμένοι, οι Βούλγαροι είχαν επιτεθεί της Κούγκας;

Page 186: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Όσο καθαρή, συγυρισμένη και πειθαρχική είχε αφήσει την καλύβα Τσέκρι ο Αποστόλης, τόσο άνω κάτω βρήκε την Κρυφή.

Οι καπεταναίοι ήταν όλοι σε διάσταση. Ο καπετάν Ρουπακιάς είχε διαφωνήσει με τον καπετάν Κάλα, και τον άφησε, θυμωμένος. Ήταν έτοιμος να ξεκινήσει με τον καπετάν Παναγιώτη, που από την αδυναμία και τους ρευματισμούς ούτε να σταθεί πια σχεδόν δεν μπορούσε. Είχε πάθει αιμορραγίες, και οι βδέλλες της λίμνης του είχαν ρουφήξει το λίγο αίμα που του έμενε από την αρρώστια και την κούραση. Και ήταν ψειριασμένος τόσο, που ούτε να κοιμηθεί δεν μπορούσε.

Χλωμός, αδύνατος, αποκαμωμένος, είπε του Αποστόλη:

-Θα πάμε από την Κάτω Λίμνη... Πάμε και να παστρευθούμε...Τέτοια ψείρα δεν την ξαναείδα. Ψείρα με μαύρη ουρά την είδες εσύ ποτέ; Ε, τέτοιες είναι οι ψείρες εδώ, στη βρώμικη Κρυφή!...

Και τόσο κουρασμένο, τόσο άρρωστο τον είδε o Αποστόλης, ώστε δεν του είπε:

-Μ' έστειλε ο καπετάν Άγρας να ζητήσω επικουρία.

Και μόνο σαν έφυγε ο καπετάν Παναγιώτης με τον καπετάν Ρουπακιά, μετέδωσε το μήνυμα του Άγρα στον καπετάν Κάλα, που είχε έλθει να παραλάβει την Κρυφή, γιατί έμενε και αυτή χωρίς αρχηγό. Τον άκουσε ο καπετάν Κάλας σιωπηλά, χτυπώντας ένα τσιγάρο στο νύχι του πριν το ανάψει. Βοήθεια και αυτός, λέει, δεν είχε να στείλει. Είχε πολύ λίγους άντρες μαζί του. Μα θα κοίταζε... θα φρόντιζε... «Θα πάγει άραγε;» διερωτήθηκε ανήσυχα ο Αποστόλης.

Με βαριά καρδιά έφυγε απο την καλύβα, βγήκε στη σκάλα της Κρυφής, αποχαιρέτησε τον πλαβαδόρο και τράβηξε για το Πλατύ, όπου πήρε το βραδινό τραίνο που τον έβγαλε στη Θεσσαλονίκη, βράδυ πάλι, κατά τις επτά.

Ήταν πρώτες μέρες του Δεκεμβρίου. Έκανε κρύο, γερό.

Ίσια στο Μητροπολιτιχό Μέγαρο πήγε, τάχα πως θα δει το Μητροπολίτη, και από την κρυφή πορτίτσα, ανοιγμένη στο μεσότοιχο του κήπου, μπήκε στο Προξενείο.

Page 187: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Γενικός Πρόξενος είχε βγει. Μα παρέλαβε ο Αλής το γράμμα του καπετάν Νικηφόρου, και μαζί με τον Αποστόλη ξεκίνησε να το πάγει ευθύς στο Γενικόν Πρόξενο, που δειπνούσε σε φιλικό σπίτι.

Άφησε στου γιατρού τον Αποστόλη, που ήθελε να του δώσει νέα του Άγρα.

Μα σαν έφθασε κει ο Αποστόλης, βρήκε την τσούρμα των αγοριών σε μεγάλη έξαψη.

Όχι, δεν ήταν ο πατέρας τους στο σπίτι, αποκρίθηκαν του Αποστόλη που τον ζήτησε.

-Και ξέρεις γιατί δεν είναι στο σπίτι; ρώτησε o Αλέκος.

Μα του έκοψε ο Κώστας το λόγο.

Ο πατέρας του βγήκε έξω. Ο πατέρας του είχε δουλειά. Ο πατέρας του...

Τον πήραν παράμερα τ' αγόρια για να μην ακούν τα μικρά, και του είπε ο Κώστας:

-Δε σου είπα πως θα γλιτώσομε τον καπετάν Αμβρακιώτη; Ε, τον γλιτώσαμε! Τον βγάλαμε από τη φυλακή.

-Μες στα σκουπίδια; ρώτησε ο Αποστόλης, που είχε κολλήσει από την έξαψη των αγοριών.

- Όχι δα, καημένε! Όλο με τον ίδιο τρόπο, νομίζεις, γίνονται αυτά; Βγήκε ελεύθερα -πρόσθεσε o Κώστας με μια πλατιά κίνηση του χεριού- χθες, ανήμερα του Αγίου Νικολάου.

Τρέμοντας από συγκίνηση άκουσε ο Αποστόλης τη διήγηση των αγοριών, που ο ένας έκοβε το λόγο του άλλου, για να προσθέσει μια ξεχασμένη λεπτομέρεια.

- Ήταν ετοιμασμένα τα πράματα από εβδομάδες. Τον είχαν κλείσει στο Επταπύργιο, φοβερή φυλακή, απαίσια μπουντρούμια! Ένας φύλακας Αλβανός, Αμπεντίν, μοίρασε λουκούμια...

-Και είχαν ναρκωτικό μέσα τα λουκούμια...

- Ήταν δυο κουτιά, ένα με ναρκωτικό και άλλο χωρίς...

Page 188: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Γιατί; ρώτησε ο Αποστόλης.

-Έτσι, για να προσφέρει και σ' εκείνους που δεν έπρεπε να κοιμηθούν.

-Εσείς του πήγατε τα λουκούμια;

-Όχι, όχι! Ο φαρμακοποιός τα ετοίμασε όλα. Είναι δικός μας άνθρωπος! Τρατάρησε λοιπόν ο Αμπεντίν όλους τους φύλακες, κι έναν ένα, πάρ' τον κάτω, κοιμήθηκαν όλοι. Τότε άνοιξαν μια μια όλες τις πόρτες ο Αμπεντίν κι έβγαλε τον καπετάν Αμβρακιώτη με το πρωτοπαλίκαρό του. Ύστερα έφαγε κι αυτός λουκούμι με ναρκωτικό...

-Γιατί; ρώτησε πάλι ο Αποστόλης.

-Για να κάνει τάχα πως τον κοίμησε κι αυτόν o Αμβρακιώτης. Κι έπεσε και κοιμήθηκε. Έφαγε ξύλο διαβολεμένο σήμερα, σαν ανακάλυψαν πως είχαν φύγει δυο. Μα δε μαρτύρησε, ο φουκαράς.

-Από πατριωτισμό; ρώτησε συγκινημένος ο Αποστόλης. -Πατριωτισμό; Μα αυτός είναι Τούρκος! αναφώνησε ο Κώστας.

-Από αγορασμένο πατριωτισμό, ειπε ο Χαρίλαος, τρίβοντας το δείχτη του με τον αντίχειρα.

-Και πού πήγαν οι φυλακισμένοι; ρώτησε ο Αποστόλης. - Ίσια εδώ, αποκρίθηχε ο Κώστας. Ήλθαν μιάμιση δυο το πρωί. Σκοτάδι έξω, δεν τους είδε κανένας.

-Εμείς όλοι τους περιμέναμε... άρχισε ο Αλέκος. Μα ο Κώστας του έκοψε πάλι το λόγο.

-Αμέσως τους πήγαμε... σ' ένα άλλο σπίτι. Και καλά κάναμε! Μας υποψιάστηκε η αστυνομία και ήλθε σήμερα κι έκανε έρευνα. -Τι θα πει «έκανε έρευνα»; -Να, σκάλισαν όλο το σπίτι, μην τους κρύβομε μεις. Ναι! Τώρα πια! Είχαν πετάξει τα πουλιά!

Νόμιζε ο Αποστόλης πως ξέρει πολλά μυστικά του Αγώνος. Μα τι ήξερε αυτός εμπρός σ' όλα αυτά που ήξεραν τα παιδιά του γιατρού!...

Page 189: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Κι εκείνο το βράδυ, σα γύρισε στο Προξενείο και τον φιλοξένησαν στο υπόγειο, άργησε πολύ να κοιμηθεί. Τόσο ήθελε και αυτός να κάνει κάτι μεγάλο, πατριωτικό, σημαντικό...

Ήλπιζε ο Αποστόλης πως θα του 'δινε αμέσως o Γενικός Πρόξενος την απάντηση για τον καπετάν Νικηφόρο.

Μα το πρωί, σαν τον ανέβασε ο Αλής στο Προξενείο, τον παρέλαβε ένας ανώτερος υπάλληλος με ύφος στρατιωτικό, ο κύριος Ζώης, και του είπε:

- Άλλη αποστολή σου προορίζομε εσένα. Είσαι o Αποστόλης ο οδηγός - όχι; Τον κάμπο, λέει, τον ξέρεις απ έξω και ανακατωτά - όχι;

-Μάλιστα!

-Εσύ οδήγησες τους καπεταναίους, Κάλα και Νικηφόρο;

-Μάλιστα, εγώ!

-Λοιπόν κατέβα στην Κουλακιά... Θα βρεις κανέναν αραμπά;

-Δεν είναι ανάγκη. Θα πάγω με τα πόδια.

- Όπως θες. Πήγαινε ίσια στο σχολείο και ζήτησε τη δασκάλισσα, την κυρία...

Πήρε ο κύριος Ζώης ένα κατάστιχο. Μα ο Αποστόλης τον πρόλαβε:

- ...Την κυρία Ασπασία, είπε. Ο κύριος Ζώης σήκωσε το κεφάλι.

-Την ξέρεις; ρώτησε.

- Την ξέρω!

-Καλά. Πες της πως σε στέλνω εγώ, ο Ζώης. Θα μείνεις στο σχολείο, ώσπου να σου έλθει μήνυμα. Θα πας τότε στο Κλειδί, και από κει στις εκβολές του Λουδία ή όπου σου πουν...

Page 190: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

- Ξέρω. -Και θα οδηγήσεις τους άντρες που στέλνει το Κέντρο...

-Ξέρω. Στο Κλειδί, στου μπαρμπα-Θανάση. Και από κει στην Κρυφή του Βάλτου.

-Καλά. Θα φύγεις αμέσως. Μάθε για τον καπετάν Παναγιώτη και τον καπετάν Ρουπακιά, αν κατάφεραν να φύγουν για το Τσάγεζι. Και να μας ειδοποιήσει o μπαρμπα-Θανάσης. Κατάλαβες;

Για τον Αποστόλη, μαθημένο να πηγαινοέρχεται στο βούρκο του κάμπου, ήταν παιχνίδι να πάρει τον άθλιο αλλά πατημένο δρόμο μεταξύ Θεσσαλονίκης και Κουλακιάς.

Ακούραστος, φρέσκος φρέσκος, έφθασε στην Κουλακιά και πήγε ίσια στο σχολείο.

Mόνο ελληνικό σχολείο είχε στην Κουλακιά. Όπως σε όλα εκείνα τα νότια χωριά, στις εκβολές του Αξιού, στο Ρουμλούκι, τον κάμπο νότια της Λίμνης, σε όλο το διαμέρισμα Βέρροιας, Νάουσας, Κοζάνης κ.λ., ώς τα ελληνικά σύνορα, οι Βούλγαροι δεν μπόρεσαν να πιάσουν πόδι. Σκόρπιες στάνες είχαν εδώ κι εκεί, μύλους, ξυλοκόπους, χωρικούς, που σ' ένα πρόσταγμα του Κέντρου της Σόφιας σηκώνουνταν και σχημάτιζαν σώματα κομιτατζήδικα, έπεφταν στα χωριά, φορολογούσαν, έκαιαν, έσφαζαν, και ξαναγύριζαν στη δουλειά τους, όπου τους έβρισκε ο τουρκικός στρατός σαν ήσυχους χωρικούς. Κοινότητες όμως, από τη Λίμνη και κάτω, δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν, ούτε σχολεία ν' ανοίξουν.

Στο σχολείο της Κουλακιάς σαν έφθασε ο Αποστόλης, βρήκε τα παιδιά όλα μαζεμένα στην τάξη, και την κυρία Ασπασία στην έδρα της. Τον χαιρέτησε κείνη με το κεφάλι και του είπε σύντομα:

-Κάθισε, περίμενε.

Ήταν κρύα δεκεμβριάτικη μέρα, και ζεστασιά στην τάξη δεν είχε. Τα παιδιά, με κόκκινες μύτες, φυσούσαν στα πρησμένα από το κρύο χέρια τους και κοίταζαν με περιέργεια τον ξένο, που φρόνιμα στάθηκε σε μια γωνιά και περίμενε να τελειώσει το μάθημα.

Όσο περίμενε, τον κρυφοκοίταζε η δασκάλισσα, και μόλις τελείωσε το μάθημα και σκόρπισαν τα παιδιά; τον πλησίασε και ρώτησε:

Page 191: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Ποιον ζητάς, Αποστόλη;

-Εσένα, κυρία Ασπασία. Μ' έστειλε ο κύριος Ζώης του Προξενείου. Εσύ, λέει, θα με οδηγήσεις.

Η κυρία Ασπασία δεν ήξερε όμως τίποτα. Μπερδεμένη, αμφίβολη, τον κοίταζε.

Με λίγα λόγια της είπε ο Αποστόλης γιατί πήγε στη Θεσσαλονίκη, και πως απο το Προξενείο τον έστειλαν στην Κουλακιά.

-Δεν ξέρω τίποτα, του είπε η δασκάλισσα. Μη μείνεις όμως εδώ. Πήγαινε στο σπίτι μου καλύτερα, θα σε φιλέψει η μάνα μου, και θα έλθω κι εγώ μόλις σχολάσουν τα παιδιά.

Μα έγειρε ο χειμωνιάτικος ήλιος, νύχτωσε, και η δασκάλισσα δεν είχε πάει σπίτι της.

Υπομονετικά την περίμενε ο Αποστόλης, καθισμένος πλάι στο τζάκι, οπου η μητέρα της κυρίας Ασπασίας, μια γερόντισσα με φακιόλι, έψηνε λαδερούς ντολμάδες μέσα σ' ένα μαυρισμένο απο τη χρήση τέντζερε, και του μετρούσε τις αρετές της κόρης της.

-Αν δεν ήταν η Ασπασία μου, ποιος θα κτούσε να λέγται Πατριαρχκός; Από τοτς που καψν οι Βούλγαροι το Νσι, κανένς, σ' λέω, πδι μου, δε θα λεγότν πια Ρωμιός. Η Ασπασία μου τους βαστάει όλους σ' λέω...

-Την είδες εσύ τη φωτιά, κερα-Βασίλω; ρώτησε o Αποστόλης.

-Αμ δεν την ειδ, λέει; Βέβαια την ειδ! Όλα τα καψν τα σπίτια, να, ετς, στάχτη τα κανν, κι ήταν όλα Πατραρχκά! Και φύγαμ τοτς και ηρθμ δω. Η Ασπασία μου σπούδζε στην Αθήνα. Τη στείλν δω, νήπιο πράμα δεκάξ χρονώ κορτσούδ, κι έπιασ το χωριό, και είπε στους άντρες «Mη φοβάστ». Και μούφευγ νύχτα... Μην τα ρτας... γεμάτς οι τσεπς της...

Με το χέρι έκανε νόημα σκοποβολής και ύστερα χτύπησε τα μεριά της κι έκανε το μάτι:

-Κρεμασμέν κατ απ' τις φουστς της...

Σώπασε τρομαγμένη. Κάποιος χτυπούσε την πόρτα.

-Αμέσς! Αμέσς! φώναξε τάχα γελαστά.

Page 192: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Μα φοβισμένα, βιαστικά έκανε το σταυρό της:

-Αμέσς! επανέλαβε.

Και με τρεμάμενα βήματα πήγε και άνοιξε την πόρτα.

-Εσύ σουν, μπρε Τάκη; Με τρόμξες! έκανε με ανακούφιση.

Ήταν ένα αγοράκι οκτώ δέκα χρονών. Έχωσε το κεφάλι του μεταξύ της μισανοιγμένης πόρτας και της γερόντισσας, είδε τον Αποστόλη καθισμένο πλάι στο τζάκι και του έγνεψε.

-Έλα αμέσως, του είπε μισοψιθυριστά. Σε θέλει η κυρία Ασπασία.

Ο Αποστόλης πετάχθηκε πάνω και, περνώντας την κερα-Βασίλω που έτρεμε ακόμα, βγήκε στο δρόμο.

-Πού είναι; ρώτησε χαμηλόφωνα.

-Στο σχολειό. Καθάριζα την τάξη και ήρθε και μου είπε να τρέξω να σε φέρω. Κι έτρεξα, αποκρίθηκε το παιδί.

Μαζί μπήκαν στην αυλή του σχολείου.

Στην πόρτα παρουσιάστηκε η κυρία Ασπασία και κράτησε μισοκλειστό το πορτόφυλλο.

-Ευχαριστώ, Τάκη, δε σε θέλω πια, τρέχα σπίτι, είπε στο αγοράκι.

Κι έμπασε τον Αποστόλη μόνο, κι έκλεισε την πόρτα.

Η κάμαρα φωτίζουνταν από ένα κερί που έκαιε στο μοναδικό τραπέζι, εμπρός σε μια ψάθινη καρέκλα που ήταν η έδρα της δασκάλισσας.

Στο κούφωμα του παραθύρου κάθουνταν ένας παπάς με πυκνή μαύρη γενειάδα. Το καλυμμαύκι του κατέβαινε ώς τα φρύδια του, μαύρα και δασιά, που σκίαζαν τα μάτια του, μεγάλα, γεμάτα φωτιές και φοβέρες. Κάθουνταν ακίνητος στο βαθούλωμα του παραθύρου, μα το βλέμμα του από την πόρτα γύριζε στο παράθυρο και από το παράθυρο στην πόρτα.

Page 193: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Είναι ο Αποστόλης ο οδηγός, είπε η κυρία Ασπασία σιμώνοντας.

Με το δάχτυλο έδειξε ο παπάς το παράθυρο.

-Και ο μικρούλης ποιος ήταν; ρώτησε.

-Ο Τάκης; Μην τα ρωτάτε! Είναι ορφανό. Δεν έχει κανένα στον κόσμο. Τον πήρα στο σπίτι μου και τρώγει ό,τι τρώμε μεις, η μάνα μου κι εγώ, αποκρίθηκε η κυρία Ασπασία.

-Είναι Κουλακιώτης;

-Τον κάναμε Κουλακιώτη. Από πού είναι, καλά- καλά δεν ξέρω. Ήταν με βουλγάρους αρκουδαραίους, ξυλοκόπους, καρβουνιάρηδες, κι εγώ δεν ξέρω τι. Σαν πέρασε πέρσι τον Απρίλιο ο καπετάν Μπούας με τον καπετάν Ακρίτα τον Αλιάκμονα, στο πέρασμα της Κόκοβας, εκεί κοντά στο μοναστήρι του Προδρόμου, βρέθηκε ο μικρός με τους Βουλγάρους που πιάσανε οι καπεταναίοι. Έγινε ένα δυστύχημα, βούλιαξε το καράβι, μια σχεδία δηλαδή, στο πέρασμα της Κόκοβας...

-Ξέρω, διέκοψε ο παπάς σουφρώνοντας τα φρύδια του.

-Και πνίγηκε ολόκληρη η βαρκαδιά. Ήταν όλοι Βούλγαροι. Γλίτωσε μόνο ο μικρός, που δεν ήταν στο καράβι απάνω, και τον πήγαν τότε στη Μονή του Προδρόμου, κάπου νότια, εκεί κοντά...

-Ώστε είναι Βουλγαράκι;

-Όχι, είναι δικός μας. Τον κλέψανε, φαίνεται, οι Βούλγαροι, σε κάποια σφαγή...

- Ποια σφαγή; αναφώνησε ο παπάς. Και σηκώθηκε ξαφνικά ταραγμένος.

Ήταν πολύ ψηλός, λιγνός, ξερακιανός. Τα γένια του φαίνουνταν πολύ βαριά για το λιγνό του πρόσωπο, όπου γυάλιζαν όλο φωτιές τα μάτια του.

-Μη με πολυρωτάτε, αποκρίθηκε η δασκάλισσα. Μου το 'φεραν μια μέρα, το λυπήθηκα και το πήρα σπίτι μου. Μα το γνωρίζετε; Γιατί ρωτάτε;

Page 194: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Γιατί γυρεύω το χαμένο παιδί τού... κάποιου φίλου μου, αποκρίθηκε ο παπάς - μια στιγμή κοντοστάθηκε.

Και παραμερίζοντας τον αέρα με μια γοργή κίνηση του χεριού του, εξακολούθησε:

-Μα θα τα ξαναπούμε. Τη δουλειά μας πρώτα. Αποστόλη, ξέρεις, να με πας νύχτα στην Κάλιανη;

-Στο χωριό;

-Στην εκκλησία.

-Ξέρω. Είναι πάνω από το δρόμο, λίγο απόμερα, αποκρίθηκε ο Αποστόλης.

-Πώς θα περάσουμε το Λουδία;

-Με μονόξυλο.

- Θα βρούμε κει;

-Βρίσκομε, είπε ο Αποστόλης.

Κοίταζε τον παπά και δίσταζε. Ποιος ήταν και τι γύρευε; Και ποιος τον πρόσταζε να πάγει μαζί του;

Η κυρία Ασπασία είδε και κατάλαβε τη δυσπιστία του. Χαμηλόφωνα του είπε:

-Διαταγή του Κέντρου. Θα πας.

Σήκωσε πάλι τα μάτια ο Αποστόλης και αντάμωσε τα μεγάλα μαύρα μάτια του παπά.

Χαμογέλασε ο ιερωμένος και τα γένεια του κούνησαν παράξενα μονοκόμματα. Σιγά είπε:

-Το μήνυμα του κυρίου Ζώη, του Προξενείου. Κλειδί... Κρυφή... Κατάλαβες;

-Κατάλαβα, είπε ο Αποστόλης.

Σύντομα και βιαστικά αποχαιρέτησε την κυρία Ασπασία κι έφυγαν.

Page 195: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ήταν νύχτα σκοτεινή. Ο κακοπατημένος, για πεζούς μόνο και μουλάρια, δρόμος, λασπωμένος, όλο λάκκους, γλιστρούσε κάτω από τα πόδια, που συχνά βουτούσαν στο βούρκο ώς τον αστράγαλο.

Πήγαιναν σιωπηλοί, παπάς και Αποστόλης, ο πρώτος βαστώντας ψηλά το ράσο του, ο δεύτερος λαφρύς κι ευλύγιστος, με την ακούμπωτη κάπα του ριχμένη στους ώμους.

Ήταν σκοτεινή νύχτα. Μα τα γατίσια μάτια του Αποστόλη έβλεπαν τη νύχτα όσο και την ημέρα. Με περιέργεια παρατήρησε τις αρβύλες του παπά, χοντρές, γερές, από την πόλη αγορασμένες, που δεν ταίριαζαν με τα τουζλούκια8 και το μακεδονίτικο μπενιβρέκι9 που φαίνουνταν κάτω από το ανασηκωμένο του ράσο.

Ήταν μεγαλόσωμος και ξερακιανός. Πρέπει να ήταν χεροδύναμος πολύ. Περνούσε μες στις λάσπες με μεγάλα αποφασιστικά βήματα, που δε θα ήταν εύκολο να τα διακόψεις αν δεν ήθελε ο ίδιος.

Ποιος ήταν και από πού; Ούτε τ' όνομά του δεν ήξερε. Αν ήθελε να του αποτείνει το λόγο, πώς θα τον έλεγε; «Δάσκαλε»; «Πάτερ»;

Το ανήσυχο μυαλό του Αποστόλη δεν ικανοποιούνταν με αόριστους υπολογισμούς και μαντείες. Ήθελε να ξέρει. Τα μάτια του; τ' αυτιά του, τα ρουθούνια του, ήταν ανοιχτά, γρηγορούσαν, έτοιμα ν' αρπάξουν κάθε σημείο που θα τον έβαζε στα ίχνη του μυστηριώδικου παπά. Δουλειά του το είχε κάνει από μικρός να μαντεύει τα πιο κρυφά, να καταλαβαίνει τα πιο ακατάληπτα, να λύνει σκοτεινά προβλήματα. Και τούτος ο παπάς του ήταν πρόβλημα. Σα φθάσουν στο Λουδία και τον ρωτήσουν πού θέλει να περάσει, ίσως ακούσει τίποτα...

Μα φθάσανε στον ποταμό περασμένα μεσάνυχτα, και ψυχή δε βρίσκουνταν εκεί.

Άρχισε να χιονίζει ψιλά.

Στάθηκε μια στιγμή ο Αποστόλης, τάχα σε αμηχανία, προκαλώντας κάποια κουβέντα και κάποιες ερωταποκρίσεις.

Page 196: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Στάθηκε και ο παπάς και περίμενε.

Έκανε ο Αποστόλης πως ψάχνει στ' απάνω και στα κάτω του ποταμού. Και πάλι γύρισε κοντά στον παπά, ξύνοντας το κεφάλι του.

-Δεν έχει βάρκα μουρμούρισε.

Ούτε στιγμή δε δίστασε ο παπάς.

-Ξέρεις κολύμπι; ρώτησε.

Ο Αποστόλης ήξερε. Μα δεν ήθελε να τ' ομολογήσει και να διευκολύνει τη δουλειά του παπά.

-Τα νερά είναι βαθιά χειμώνα καιρό... Και κάνει κρύο, χιονίζει... είπε τάχα φοβισμένα.

-Ξέρεις κολύμπι; επανέλαβε με τόνο που δε σήκωνε αντίρρηση ο παπάς. Σα φθάσομε αντίκρυ, σε ζεσταίνω εγώ, πρόσθεσε, σηκώνοντας δυο μεγάλα δυνατά χέρια, έτοιμα να δείρουν.

Ο Αποστόλης υποχώρησε.

-Αν δεν είσαι κουρασμένος, δάσκαλε, πρότεινε, πάμε λίγο παρακάτω... εκεί που χωρίζει το Καρά-Αζμάκl0 από τον παραπόταμο. Εκεί έχει βάρκα και είναι πιο ρηχά τα νερά.

-Πάμε στον παραπόταμο, αποκρίθηχε ο παπάς πιο γλυκά.

Και ξαναπήραν το δρόμο τους, ακολουθώντας την ακροποταμιά, κατά τις εκβολές του Λουδία.

Δεν είχε αστεία με το διαβολόπαπα αυτόν! Θα πήγαινε ώς τη θάλασσα ο οδηγός, θα πήγαινε ώς την κόλαση αν το ήθελε. Δεν έπαιρνε από συζήτηση ο γέροντας...

Και με την άκρη του ματιού του τον έβλεπε o Αποστόλης που προχωρούσε στο βούρκο, με τ' αποφασιστικά μεγάλα του βήματα, που εμπόδια δε δέχουνταν.

Page 197: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Έφθασαν στο μέρος όπου ενώνουνταν οι δυο βραχίονες, και λίγο παράμερα στέκουνταν μια ξύλινη φτωχοκαλύβα, σκεπασμένη με ραγάζι. Χτύπησε την πόρτα o Αποστόλης μια δυο φορές, και απο μέσα του αποκρίθηκε μια νυσταγμένη φωνή:

-Κιμ ντιρ;11

-Άνοιξε, Τράικο! Εγώ είμαι, ο Αποστόλης... αποκρίθηκε ο οδηγός.

Η πόρτα άνοιξε κι ένας ψαράς με φέσι παρουσιάστηκε, μισοκοιμισμένος ακόμα.

-Έλα μέσα, του είπε φιλόξενα· κάνει κρύο...

-Εσύ έλα έξω, του αποκρίθηκε ο Αποστόλης.

Θέλει να περάσει αντίκρυ ο πάτερ... ο πάτερ...;

Γύρισε στο σύντροφό του, περιμένοντας να πει τ' όνομά του.

Μα ο παπάς δεν ταράχθηκε.

-Έχεις βάρκα; ρώτησε τον ψαρά με το προστακτικό του ύφος, πιότερο στρατιωτικού ύφος παρά κληρικού, και που δε σήκωνε αντιλογία.

Ο ψαράς είδε το μακρύ μαύρο ράσο και ταράχθηχε.

-Έχω, έκανε και υποκλίθηκε, σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος.

-Λοιπόν πέρασέ μας αντίκρυ, πρόσταξε ο παπάς. Και δε θα μας βγάλεις εδώ. Θα μας πας παραπάνω, εκεί που περνά ο δρόμος.

Πάλι υποκλίθηχε ο ψαράς, και μαζεύοντας μια παλιά λιωμένη κάπα από το αχυρένιο στρώμα του, κατέβηκε με τον παπά και τον Αποστόλη στο ποτάμι.

Το χιόνι είχε παύσει, μα το κρύο έτσουζε. Στο χώμα τραβηγμένη, κοίτουνταν μια φαρδιά βάρκα με πλατιά καρένα. Έκανε να τη σπρώξει ο ψαράς, μα είχε κολλήσει στη λάσπη.

Page 198: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Τράβα εσύ να σπρώξω εγώ, είπε του Αποστόλη. Μα με μια κίνηση του χεριού τον παραμέρισε o παπάς, και, πιάνοντας τη βάρκα από το κάθισμα, τη σήκωσε και την έσπρωξε στο νερό.

Τρομαγμένος, κοίταζε ο ψαράς. Και ο Αποστόλης μια στιγμή έμεινε μαγεμένος. Μα σηκώνοντας το ράσο του μπήκε ο παπάς στη βάρκα και τους έγνεψε να τον ακολουθήσουν. -Εμπρός, τους είπε, δεν έχομε καιρό για χάσιμο. Υποταγμένος κατέβηκε ο ψαράς στα πιο ρηχά νερά, πέρασε στην απέναντι μεριά, και ακολουθώντας την όχθη, ανέβηκε πάλι το ποτάμι, και ύστερα στα βαθιά νερά, κατά το δρόμο.

Η κίνηση της βάρκας λίγο λίγο νάρκωνε τον Αποστόλη που άρχιζε να αισθάνεται την κούραση ολόκληρης της μέρας και αποκοιμήθηκε εκεί που κάθουνταν. Μα το βαρύ χέρι του παπά τον έσπρωξε από τον ώμο.

-Σβέλτα, του είπε. Ο βαρκάρης δε βρίσκει το δρόμο. Πού είναι;

-Δε βλέπω, είναι σκοτάδι, απολογήθηκε ο ψαράς. Μα ο Αποστόλης έβλεπε. Είχαν περάσει πέρα απο τη σκοτεινή γραμμή του δρόμου, που ξεχώριζε αμυδρά στο μουσκεμένο κάμπο, και γύρισαν πίσω. Έτσουζε το κρύο και ο ψαράς ολοένα τυλίγουνταν στην τρυπημένη του κάπα. Σίμωσαν την όχθη, και ο παπάς βγήκε πατώντας στο νερό.

Γύρισε κι έβαλε στο χέρι του ψαρά κάτι που κρότησε.

-Ν' αγοράσεις καινούρια κάπα, είπε. Σαστιμένος είδε ο Αποστόλης στο σκοτάδι δυο χρυσά νομίσματα.

-Άναψε ένα σπίρτο, Τράικο, και βλέπε, του ψιθύρισε.

Άναψε ο ψαράς και είδε. Και άπλωσε τα δυο του χέρια, το πρόσωπο σηκωμένο σε δέηση.

- Ο Θεός... ο Θεός... μουρμούρισε. Μα ο παπάς ήταν κιόλα μακριά.

Έτρεξε και τον πρόφθασε ο Αποστόλης.

-Δάσκαλε, σ' ευχαριστεί ο Τράικος... άρχισε o Αποστόλης.

Page 199: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Μα ο παπάς εξακολούθησε το δρόμο του σα να μην άκουσε, και ο Αποστόλης δεν τόλμησε να πει άλλο τίποτα.

Συλλογίζουνταν όμως και διερωτούνταν πώς αυτός, παπάς, βρήκε στις τσέπες του δυο λίρες; Οι παπάδες στη Μακεδονία δεν είχαν λίρες να δίνουν, ούτε καν μετζίτια, και ήταν ζήτημα αν είχαν κάποτε και γρόσια.

Και πήγαινε ο Αποστόλης στο λασπωμένο δρόμο πλάγι στον παπά, και στο νου του γυρνούσε και δούλευε το πρόβλημα.

Ήταν οι πρώτες πρωινές ώρες, σαν είδαν ν' ασπρίζουν στο σκοτάδι ένα δυο χαμόσπιτα.

Ο παπάς στάθηκε.

-Πού είναι η εκκλησία; ρώτησε. Ο Αποστόλης άπλωσε το χέρι.

-Εκεί, είπε, δείχνοντας αόριστα. Μα πρέπει να μπούμε στο χωριό, να πάμε στου παπα-Ηλία, να πάρομε τα κλειδιά...

Τον διέκοψε ο παπάς.

- Πήγαινέ με στην εκκλησία, πρόσταξε.

Δε σήκωνε συζήτηση η προσταγή. Γύρισε ο Αποστόλης δεξιά, έξω απο το χωριό, και σε λίγο έφθασαν σ' ένα ύψωμα οπου μισοφέγγριζε το εκκλησιδάκι.

Μπρος στην πόρτα στάθηκε ο παπάς, έβγαλε ένα κλειδί και άνοιξε.

-Έμπα μέσα, πρόσταξε τον Αποστόλη.

Ήταν σκοτεινά. Ούτε καντήλα έκαιε, ούτε κεράκι. Και το κρύο έπιανε στο κόκκαλο.

Ο παπάς μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα.

-Είναι μακριά το Κλειδί; ρώτησε.

-Όχι. Μα είναι άσχημος ο δρόμος, αποκρίθηκε o οδηγός.

Page 200: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Λοιπόν πέσε να κοιμηθείς. Δεν έχω στρώμα να σου δώσω, μα ένας πολεμιστής πρέπει να ξέρει να κοιμάται και στις πλάκες, είπε ο παπάς.

Και γέλασε. Και το γέλιο του, βαθύ, γλυκό, αντήχησε ζεστό στην έρημη εκκλησία.

Στα σκοτεινά τυλίχθηκε ο Αποστόλης στην κάπα του και μαζεύθηκε στον τοίχο πλάγι. Ακουσε και τον παπά που πήγαινε στην πόρτα μπροστά, και πλάγιαζε , και αυτος.

Ο Αποστόλης δεν ήθελε να κοιμηθεί. Η σκέψη του άγνωστου παπά τον απασχολούσε.

Μα είχε περπατήσει όλη μέρα, ήταν τσακισμένος. Τα βαριά του μάτια έκλεισαν μονάχα τους και τον πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησε ξαφνισμένος. Μια αχτίδα ηλιακή είχε μπει από το παράθυρο κι έπεφτε στο πρόσωπό του. Ανασηκώθηχε, κοίταξε γυρω του την ξένη εκκλησία και θυμήθηκε.

Γύρεψε τον παπά. Μα ο παπάς είχε φύγει. Η πόρτα ήταν κλειστή και ήταν μόνος. Πετάχθηκε πάνω. Τι ώρα ήταν; Και πού ήταν ο παπάς;

Έτρεξε στην πόρτα. Δεν ήταν κλειδωμένη. Μα το κλειδί έλειπε. Καρφωμένο στην κάπα του βρήκε ένα χαρτάκι σχισμένο από σημειωματάριο. λίγα λόγια ήταν γραμμένα με μολύβι:

«Πήγαινε στο Κλειδί, σε περιμένουν. Εκεί θα λάβεις οδηγίες».

Καμιά υπογραφή. Περίεργος γύρισε ο Αποστόλης όλη την εκκλησία. Κάτω από το γωνιακό στασίδι βρήκε ένα καλοδιπλωμένο μαύρο δέμα. Το άνοιξε. Ήταν ένα ράσο, και μέσα τυλιγμένο ένα καλυμμαύκι και μια μακριά μαύρη γενειάδα.

Τα ξαναδίπλωσε αργά, τα έβαλε όπου τα βρήκε και βγήκε έξω.

Σημ. 12ου κεφ.

1. Κατσανός: Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού Κυριάκος Ταβουλάρης. Εργάζουνταν στο Κέντρο Θεσσαλονίκης ως υπάλληλος του Γενικού Προξενείου. 2. Στη Μπογντάντσα, κατά την Καρατζόβα, νύχτα της 5ης προς την 6ην Αυγούστου 1906, ξημερώματα του Αγίου Σωτήρη. Πληγώθηκε o Γαρέφης την ίδια νύχτα και πέθανε από έλλειψη φροντίδας λίγες μέρες αργότερα.

Page 201: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

3. Αθανάσιος Αντωνίου: Υπολοχαγός Πυροβολικού Αθανάσιος Εξαδάκτυλος. Εργάζουνταν στο Κέντρο Θεσσαλονίκης ως υπάλληλος του Γενικού Προξενείου. 4. Αλέξανδρος Ιωαννίδης: Υπολοχαγός Πυροβολικού Αλέκος Μαζαράκης. Εργάζουνταν στο Κέντρο Θεσσαλονίκης ως υπάλληλος του Γενικού Προξενείου. 5. Ρουπακιάς: Ανθυποφαρμακοποιός Γ. Τόμπρος. 6. Ματαπάς: Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού Μιχαήλ Αναγνωστάκος, ένας από τους λαμπρότερους οπλαρχηγούς σωμάτων Λαγκαδά, Λίμνης Γιαννιτσών και Ολύμπου. 7. Κολιός: Ανθυπολοχαγός Πεζικού Νικόλαος Ρόκας. 8. Τουζλούκια: Γκέτες από το ίδιο ύφασμα των ρούχων των χωρικών. 9. Μπενιβρέκι: Κοντό πανταλόνι των χωρικών της νότιας Μακεδονίας. 10. Καρά-Αζμάκ: Λουδίας. 11. Κιμ ντιρ: Τούρκικα: «Ποιος είναι;»

Page 202: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

13. Το σχολείο του Ζορμπά

ΕΙΧΕ ΧΙΟΝΙΣΕΙ όσο κοιμούνταν ο Αποστόλης. Όλα ήταν άσπρα, και ο ήλιος φεγγοβολούσε ίσια πάνω από το κεφάλι του. Ώστε είχε κοιμηθεί πολύ βαριά. Και ο παπάς πρόφθασε κι έφυγε χωρίς να τον πάρει μυρωδιά. Ήταν λίγο ντροπιασμένος ο Αποστόλης, που τον άφησε να χαθεί χωρίς να μάθει ποιος κρύβουνταν κάτω από το ράσο του, και η πρώτη του σκέψη ήταν ν' ακολουθήσει τα ίχνη του στα χιόνια, να τον βρει, και ύστερα να πάγει στο Κλειδί, όπως τον πρόσταζε το χαρτί του παπά και όπως του το είχε πει ο κύριος Ζώης.

Μα ίχνη δε βρήκε. Έκανε το γύρο της εκκλησίας απ' έξω. Κανένα πάτημα δε φαίνουνταν στα φρεσκοστρωμένα χιόνια. Πρέπει να κοιμήθηκε πολύ λίγο ο παπάς, ή και να μην κοιμήθηκε καθόλου. Και τα χιόνια, σαν έπεσαν, σκέπασαν τα ίχνη του περάσματός του.

Πεινούσε ο Αποστόλης, μα χρήματα δεν είχε ν' αγοράσει ψωμί στο χωριό. Μόνο στο Κλειδί, στου μπαρμπα-Θανάση, θα 'βρισκε φαγί.

Μα δεν τα 'χανε για τόσο λίγο ο Αποστόλης. Γοργά πήρε το χιονοσκέπαστο μονοπάτι και τράβηξε για το Κλειδί.

«To διαβολόπαπα!»

Λοιπόν δεν ήταν παπάς καθόλου, αφού άφησε πίσω και γενειάδα και ράσα και καλυμμαύκι. Άραγε το ήξερε η κυρία Ασπασία;

Θυμήθηκε το χαμόγελό του, που κουνούσε μονοκόμματα τη γενειάδα του. Χτύπησε με τη γροθιά του το κεφάλι του.

«Κουτέ, θεόκουτε! Σα να μη φαίνουνταν πως δεν ήταν παπάς!» σκέφθηκε.

Στου μπαρμπα-Θανάση, τον περίμεναν. Είχε φθάσει μήνυμα. Να φάγει, να ξεκουραστεί, λέει, και «αύριο», νύχτα, να είναι στην καλύβα του μπαρμπα-Λάμπρου, στα Γιουβάρια.

Page 203: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

- Ποιος έφερε το μήνυμα; ρώτησε ο Αποστόλης. Δεν ήξερε ο κυρ Θανάσης τ' ονομά του. Ήταν ένας άγνωστος χωρικός, ντυμένος Τούρκος, «μα μιλούσε ρωμαίικα σα Ρωμιός» και είχε αφήσει αυτό το χαρτί...

Απο έναν κόμπο, δεμένο στο μαντίλι του, έβγαλε o κυρ Θανάσης ένα διπλωμένο χαρτί και το έδειξε του Αποστόλη. Ήταν φύλλο σχισμένο απο σημειωματάριο, όμοιο με το χαρτί που είχε καρφώσει ο παπάς στην κάπα του Αποστόλη. Έβγαλε ο οδηγός το δικό του χαρτί και τα παρομοίασε. Ήταν, όμοιο, όμοιο και το μεγάλο ευανάγνωστο γράψιμο, και τα δυο χαρτιά ήταν γραμμένα με μολύβι.

Κι έλεγε το δεύτερο χαρτί:

«Διαταγή Κέντρου, να βρίσκεται αύριο βράδυ στου μπάρμπα- Λάμπρου ο οδηγός Αποστόλης».

Και πάλι καμιά υπογραφή.

-Κι έτσι σε περιμέναμε, συμπλήρωσε ο κυρ Θανάσης.

Μα βλέποντας τον Αποστόλη, που συλλογισμένος δίπλωνε τα δυο χαρτιά για να τα βάλει στην τσέπη του, βιαστικά του τ' άρπαξε.

-Δεν κάνει, του είπε. Ο ταχυδρόμος... αυτός που μου έφερε το χαρτί, είπε να το κάψω!

Τα έσχισε και τα δυο και τα 'ριξε στ' αναμμένα κάρβουνα του τζακιού.

Στην καλύβα του μπαρμπα-Λάμπρου, σαν έφθασε την άλλη μέρα ο Αποστόλης, βράδυ, σούρουπο, βρήκε φευγάτους τους ψαράδες.

-Φυσά βαρδάρης, του εξήγησε η κόρη του μπαρμπα-Λάμπρου· βγήκαν οι βάρκες τάχα για ψάρι, μα στ' αλήθεια για ν' ανταμώσουν κάποιο καΐκι που θα φέρει αντάρτες και θα πάρει τους καπεταναίους που φεύγουνε.

- Ποιους καπεταναίους; ρώτησε ο Αποστόλης. Μήπως δυο, απο το Βάλτο;

-Δεν ξέρω, αποκρίθηκε το κορίτσι. Πήγαν πλάβες να τους πάρουν απο τον Κάτω Βάλτο. Εσύ, λέει, θα περιμένεις εδώ. Σου ετοιμάσαμε και φαγί.

Page 204: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Νύχτα, αργά, έφθασαν οι βάρκες. Έφερναν μερικά παιδιά, Κρητικόπουλα τα περισσότερα, ν' αναπληρώσουν τους άρρωστους του Βάλτου που είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα.

Στο πέλαγος τους είχαν ανταμώσει τα ψαράδικα που μετέφεραν και δυο άρρωστους καπεταναίους, τον καπετάν Παναγιώτη και τον καπετάν Ρουπακιά. Τους μάζεψε το καΐκι και τους πήγαινε στο Τσάγεζι.

Ώστε τα είχαν καταφέρει και είχαν φύγει οι δυο. Θα ειδοποιούσε ο κυρ Θανάσης το Κέντρο.

-Και τώρα δρόμο για το Κλειδί, είπε ο Αποστόλης. Και η ανθρώπινη αλυσίδα μπήκε στη σειρά και τράβηξε μες στα χιόνια, για το Κλειδί, και απο κει, την άλλη νύχτα, για την Κρυφή, όπου ξημερώματα τους υποδέχθηκε ο καπετάν Κάλας.

Τέλειωσε η αποστολή του Αποστόλη. Τράβηξε πεζή για το Ζορμπά, όπου θα έβλεπε την κυρία Ηλέκτρα και θα μάθαινε αν του έστειλαν καμιά άλλη διαταγή. Η κυρία Ηλέκτρα ήταν το «αρχηγείο» του. Εκεί πήγαιναν όλες οι οδηγίες που δεν του δίνουνταν κατευθείαν.

Λογάριασε να φθάσει μεσημέρι. Θα τον φίλευε η κυρία Ηλέκτρα. Σαν πάντα θα του έλεγε: «Κάθισε να μοιραστούμε το γιαχνί ή τη φασουλάδα».

Μα σαν μπήκε στο μαγειριό, βρήκε μονάχα τον Γιωβάν, που έστρωνε το τραπέζι με τρία πιάτα, σα να ήξερε πως θά 'ρθει.

Καθώς είδε τον Αποστόλη, έβγαλε μια φωνή, και, κατακόκκινος, χαρούμενος, έσμιξε τα χέρια του και τον κοίταζε χαζά.

Και ο Αποστόλης χάρηκε. Μα δεν ήθελε να το δείξει. Του έδωσε μια χαδιάρικη σπρωξιά.

-Το ήξερες πως θά 'ρθω κι έβαλες τρία πιάτα; ρώτησε βουλγάρικα.

-Όχι, αποκρίθηχε ελληνικά ο Γιωβάν δε σε περιμέναμε, δεν ξέραμε πού βρίσκεσαι, μέρες τώρα. Και η κυρία Ηλέκτρα σε θέλει...

Page 205: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Την ίδια ώρα, η κυρία Ηλέκτρα έμπαινε στην κουζίνα μ' έναν παπά. Ήταν κοντός, λίγνος, μικρούλης στο ράσο του, με λιγοστά γένια, όπου πολλές άσπρες τρίχες ανακατώνουνταν με τις μαύρες. Τα μάτια του όμως, ζωηρά, νεανικά, έμοιαζαν να διαμαρτύρονται για τις άσπρες τρίχες της γενειάδας του.

-Μπα, Αποστόλη! Πού βρέθηκες; είπε η κυρία Ηλέχτρα. Ίσα ίσα που σε θέλω. Τρία θρανία είναι ετοιμόρροπα και ένα έχασε το τέταρτο πόδι του. Δάσκαλε, είναι τούτος ο Αποστόλης, ο μαραγκός μας, πρόσθεσε αποτείνοντας το λόγο στον ιερωμένο. Μας έλειψε καιρό...

Μιλούσε, μιλούσε η κυρία Ηλέχτρα, μα του Αποστόλη, που την ήξερε καλά, του φάνηκε αφηρημένη. Είχε φιλήσει ο οδηγός το χέρι του παπά, και όλοι είχαν καθίσει στο τραπέζι, αφού πρώτα είχε πει την ευχή o ιερωμένος.

Μιλούσε η κυρία Ηλέκτρα του παπά για τα τούτα κείνα του χωριού, για τα παιδιά, για τους γονείς, για τα μαθήματα, μα ο νους της ήταν φανερά αλλού. Και o παπάς απαντούσε με μονοσύλλαβα.

Μολις τελείωσαν το φαγί, είπε η κυρία Ηλέκτρα:

-Τρέχα, Γιωβάν, στου μπακάλη, να πάρεις λουκούμια, να τρατάρομε το μουσαφίρη μας. Άφησε! Ψήνω εγώ τον καφέ!

Του έβαλε στο χέρι μερικά γρόσια, και συνάμα πήρε το μπρίκι από το ράφι. Μα μόλις έκλεισε η πόρτα, ξέχασε και μπρίκι και καφέ.

- Πότε έφυγες απο την Κούγκα; ρώτησε τον Αποστόλη.

-Είναι μέρες, αποκρίθηκε κείνος. Γιατί;

-Ξέρουν άραγε εκεί τη σφαγή του Τέχοβου;l

-Ούτ' εγώ δεν την ξέρω. Πότε έγινε;

-Του Αγίου Νικολάου, είπε η κυρία Ηλέκτρα.

Page 206: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Όχι· την επαύριο! διόρθωσε ο παπάς. Ήταν επτά του Δεκέμβρη. Τους έσφαξε ο Αποστολ Πέτκωφ.

-Ποιους; ρώτησε ο Αποστόλης.

- Οκτώ χωρικούς. Τους δέσανε στα δέντρα και τους κομμάτιασαν ζωντανούς, με βασανιστήρια ανήκουστα...

Βήματα τρεχάτα ακούστηκαν.

-Σουτ! έκανε η κυρία Ηλέκτρα. Μην τα λέτε μπρος στον Γιωβάν. Σαν ακούσει για σφαγές, τρομάζει...

Η πόρτα άνοιξε με ορμή και ο Γιωβάν χώθηκε μέσα και την ξανάκλεισε.

-Κομιτατζήδες!... ψιθύρισε.

Ήταν πολύ χλωμός και τα χείλια του έτρεμαν. Στο απλωμένο του χέρι βαστούσε ακόμα τα γρόσια που του είχε δώσει η κυρία Ηλέκτρα, κι έτρεμε και αυτό.

-Κομιτατζήδες; Πού; ρώτησε χωρίς να τα χάσει η κυρία Ηλέκτρα:

Εμπρός στου Πέτρωφ, του καρβουνιάρη. Ζητούν εναν παπά...

-Αποστόλη... είπε η κυρία Ηλέκτρα, μ' ένα λαφρύ νεύμα των φρυδιών της. Και παίρνοντας τον Γιωβάν από το χέρι τον πήγε στην κάμαρά της.

- Πες μου, τι άκουσες; ρώτησε. Κουτρουβαλιαστά της είπε ο μικρός:

-Ήταν πολλοί, έξι, οκτώ, δεν πρόφθασα να μετρήσω. Γυρεύουν τον παπά, λέγει, από το Μπόζετς. Πήγαν, λέγει, να τον πιάσουν, μα δεν τον βρήκαν...

Βιαστικά άρχισε η κυρία Ηλέκτρα να γδύνει το παιδί.

-Σε είδαν; ρώτησε.

-'Οχι! Είδα πως είχαν μαχαίρια στη ζώνη και βαστούσαν μπαλτάδες, και κρύφθηκα. -Καλά. Θα σε βάλω στο κρεβάτι και θα κάνεις τον άρρωστο. Αν έλθουν, θα τους

Page 207: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

μιλήσεις βουλγάρικα. Είσαι γιος ψαρά κι έχεις θέρμες. Και παπά εδώ, θα πεις, δεν είδες. Μη φοβάσαι τίποτα. Τι άλλο είπαν;

-Πήγαν στο σχολειό μιας κυρίας Ευθαλίας στο Μπόζετς, και γύρευαν κι εκεί τον παπά. Τους είπε κείνη πως δεν ήταν στο Μπόζετς. Τη φοβέρισαν. Είπε κείνη πως δεν ξέρει πού είναι. Της είπαν πως θα τη σκοτώσουν. Δεν άκουσα άλλο. Ήλθα πίσω...

Στο πλαγινό δωμάτιο ακούστηκαν σκερπανίσματα. Η κυρία Ηλέκτρα άνοιξε την πόρτα και είδε τον Αποστόλη που, καθισμένος χάμω, με τα εργαλεία πλάγι του, στο στόμα βαστώντας καρφιά, κάρφωνε ένα ξεπατωμένο θρανίο.

-Έμπα γρήγορα στο κρεβάτι, Γιωβάν, είπε η δασκάλισσα. Πάγω να σου βράσω ένα ζεστό.

Έκλεισε την πόρτα, και, σκύβοντας πάνω στον Αποστόλη, ρώτησε χαμηλόφωνα:

-Έτοιμα; Της έγνεψε κείνος καταφατικά, και πήγε η δασκάλισσα στην κουζίνα. Τα κάρβουνα μισόκαιαν ακόμα στο τζάκι. Πήρε απο το ράφι ένα σάκο άμμο και το σκόρπισε βιαστικά, εμπρός στο τζάκι ώς στην πόρτα, απλώνοντάς τον μ' ένα σκουπάκι. Ύστερα μάζεψε τα πιάτα, έβγαλε απο ένα σερτάρι μια πρέζα φλασκόμηλο, το έβαλε σ' ένα κουπάκι, γέμισε νερό το μπρίκι του καφέ και το έβαλε στα κάρβουνα.

Όλα αυτά γοργά, σιωπηλά, χωρίς κρότους. Η προσοχή της ήταν όλη στην πόρτα, το αυτί της τεντωμένο δυνατά κατά το δρόμο.

Βήματα πλησίαζαν. Κάποιος χτύπησε δυνατά την πόρτα.

-Μπουγιουρούν!2 είπε ήσυχα η δασκάλισσα. Η πόρτα άνοιξε πριν προφθάσουν οι απ' έξω ν' ακούσουν, και δυο ξένοι μπήκαν μέσα, μαζί κι ένας χωρικός του χωριού.

Η κυρία Ηλέκτρα σήκωσε τα φρύδια της με απορία.

-Καλημέρα, Πέτρωφ, είπε ήσυχα, βουλγάρικα, με την ξένη της προφορά. Τι τρέχει; Τι ζητούν οι κύριοι; Το γοργό της βλέμμα είχε αντιληφθεί απο την ανοιχτή πόρτα δυο άντρες στη μια γωνιά του σχολείου και άλλες δυο σκιές στην άλλη.

Είχαν κυκλώσει το σχολείο οι κομιτατζήδες.

Page 208: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Τα σκερπανίσματα στην τάξη μέσα είχαν σταματήσει.

Η κυρία Ηλέκτρα έριξε δυο τρία καινούρια κάρβουνα στο τζάκι και τίναξε τα χέρια της, ατενίζοντας ήσυχα τους τρεις άντρες.

-Κυρία Ηλέχτρα, είπε λίγο μαγκωμένος ο Πέτρωφ, οι κύριοι τούτοι ρωτούν, μήπως είδες κανέναν παπά...

-Κανέναν παπά; επανέλαβε η δασκάλισσα. Δεν ξέρεις πως ο παπα-Ηλίας δεν έρχεται ποτέ σε μας;

-Όχι ο παπα-Ηλίας... Άλλος παπάς...

-Απο το Μπόζετς. Για τον Πατριαρχικό ρωτούμε, είπε κοφτά ένας απο τους ξένους.

-Απο το Μπόζετς; Και τον γυρεύετε δω; ρώτησε ατάραχα η κυρία Ηλέκτρα.

-Τον είδες; ρώτησε απότομα ο Βούλγαρος.

-Δεν τον είδα, όχι, μα γιατί τον γυρεύετε δω; Τα σκερπανίσματα ξανάρχισαν.

Οι δυο ξένοι έτρεξαν κατά την τάξη. Η κυρία Ηλέκτρα γέλασε.

-Διορθώνουν τα θρανία, είπε του Πέτρωφ. Γιατί έφερες εδώ τους κυρίους αυτούς; Και ποιοι είναι;

- Ο ένας, ο κοντός... να τον φοβάσαι. Μην τον θυμώσεις, είπε χαμηλόφωνα ο Πέτρωφ.

-Τι ζητούν απο μένα; ρώτησε περιφρονητικά η κυρία Ηλέκτρα.

Ο Πέτρωφ έριξε μια φοβισμένη ματιά κατά την πόρτα και δε μίλησε.

Αφήνοντας το μπρίκι στα κάρβουνα, με τον Πέτρωφ μπήκε η κυρία Ηλέκτρα στην τάξη.

Οι δυο Βούλγαροι εξέταζαν τον Αποστόλη, που είχε βγάλει τα καρφιά από το στόμα του και τους απαντούσε ψύχραιμα. Από πού ήταν; Ου! Από μακριά, από το Βέρτεκοπ. Πατέρα; Όχι, δεν είχε. Ούτε μητέρα. Ήταν βρεσιμιό. Αμέ αν είχε πατέρα ή μητέρα, θα δούλευε έτσι, σαν το σκυλί; Θα 'τρεχε από χωριό σε χωριό να βγάλει μερικά γρόσια; Θα

Page 209: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

'κανε τέτοιους δρόμους;... Παράνομα; 'Οχι, δεν είχε. Τον έλεγαν Αποστόλ, o Αποστόλ ο μαραγκός.

-Γιατί δούλευε σε ρωμαίικο σχολειό, τον ρώτησαν.

Ο Αποστόλης γέλασε. Αμέ δούλευε, ο κακομοίρης, όπου έβρισκε δουλειά... Ε, μπαρμπα-Πέτρωφ;

Ο καρβουνιάρης κούνησε καταφατικά το κεφάλι, δεξιά και αριστερά. Έτσι ήταν, ναι, δούλευε και σ' αυτόν και σ' όλο το χωριό, διόρθωνε όλα τα σπασμένα. Και ήταν καλός τεχνίτης.

-Δικό μας παιδί, είπε χαμηλόφωνα, πίσω από το χέρι του, στον πλαγινό του, τον κοντό Βούλγαρο.

-Κανένα παπά μην είδες; ρώτησε ο άλλος Βούλγαρος.

-Όχι, δεν πρόφθασα ακόμα να πάγω στου παπα-Ηλία, αποκρίθηκε τάχα απολογητικά ο Αποστόλης. Μα θα πάγω το βραδάκι...

-Δε ρωτώ για τον παπα-Ηλία. Ρωτώ για ξένο, για Πατριαρχικό παπά.

-Όχι, δεν είδα.

-Ψάξετε το σπίτι, είπε ο κοντός Βούλγαρος. Ψάξετε μαζί Πέτρωφ, και συ Ράγκο.

Κι ενώ έφευγαν αυτοί, ρώτησε την κυρία Ηλέκτρα που ατάραχη έμενε όρθια κοντά του:

-Δεν έχεις άλλον στο σχολειό;

-Έχω, του αποκρίθηκε κείνη· έχω ένα άρρωστο παιδάκι... Αχ! ξέχασα το ζεστό του!

Τρεχάτη πήγε στην κουζίνα οπου είχε βράσει το μπρίχι, και το νερό ξεχειλούσε και χύνουνταν στα κάρβουνα.

Ο Βούλγαρος την ακολούθησε.

-Είσαι Ρωμιά; ρώτησε απότομα.

Page 210: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Ναι, είπε η κυρία Ηλέκτρα χαμογελώντας. Ηρεμα περέχυσε το φλασκόμηλο με το ζεστό νερο. Ο Βούλγαρος την κοίταζε με σουρωμένα τα φρύδια.

- Κάνεις δηλαδή προπαγάντα εδώ; ρώτησε.

Πάλι σήκωσε τα μάτια της ερωτηματικά η δασκάλισσα.

-Τι προπαγάντα; ρώτησε.

-Μαζεύεις παιδιά εδώ και τους μαθαίνεις ρωμαίικα;...

-Μα αυτή είναι η δουλειά μου! έκανε γελαστά η δασκάλισσα. Γι' αυτό με πληρώνουν. Εσύ τι δουλειά κανεις;

- Θα σε κάψομε ζωντανή εδώ μέσα! Δεν παραδεχόμαστε Ρωμιούς.

Ήσυχα είπε η κυρία Ηλέκτρα:

-Αφού έχει, τι να κάνομε; Με πληρώνουν. Οι Τούρκοι παραδέχονται το σχολείο μας· βγάλανε τεσκερέ,3 είμαστε εντάξει...

- Μαθαίνεις στα παιδιά να μισούν τους Βουλγάρους!

-Εγώ; Πήγαινε στην κάμαρά μου να βρεις ένα Βουλγαράκι, που το πήρα απο πονοψυχιά και το τρέφω κιόλας! Έχομε μεις διαταγή να βοηθούμε όλους που υποφέρουν. Αυτό είναι άρρωστο, θερμιάζεται. Το έχω στο κρεβάτι μου. Έλα να το δεις. Γι' αυτό ετοιμάζω το ζεστό...

Μαζί πήγαν στην κάμαρά της, όπου κατάχλωμος κείτουνταν ο Γιωβάν, τα μεγάλα του μάτια παρακολουθώντας τον Πέτρωφ και τον άλλο Βούλγαρο, που έψαχναν παντού, κάτω απο το κρεβάτι, απο το στρώμα, μες στο ντολάπι, ακόμα και στα σερτάρια.

Η δασχάλισσα γέλασε.

- Χωρεί άνθρωπος στο σερτάρι; ρώτησε. Χωρίς να της αποκριθεί, είπε ο δεύτερος Βούλγαρος στον πρώτο:

- Δε βρήκαμε όπλο.

Page 211: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Όχι, είπε χαμηλόφωνα ο Πέτρωφ· σας είπα είναι ήσυχη γυναίκα. Μόνο που είναι Ρωμιά...

Απο την ανοιχτή πόρτα παρακολουθούσε ο Αποστόλης όλη την έρευνα, βάζοντας κάπου κάπου απο ένα καρφί στο θρανίο.

Έσκυψε η κυρία Ηλέκτρα στο κρεβάτι κι έδωσε του Γιωβάν να πιει το φλασκόμηλο. Με τα μάτια τού έκανε νόημα: «Mη φοβάσαι».

Και αφήνοντας τους ξένους με τον Γιωβάν στο κρεβάτι, και τον Αποστόλη στην πλαγινή κάμαρα, γύρισε στο μαγειριό με το άδειο κουπάκι.

Από το παράθυρο έβλεπε σκιές που πηγαινοέρχουνταν. Το σχολείο ήταν περικυκλωμένο. Ώς πότε άραγε;

Βήματα τρεχάτα ακούστηχαν, το πορτόφυλλο πέταξε προς τα μέσα, ένας τρίτος άγνωστος μπήκε φωνάζοντας:

- Ο ζαπτιές!4

Τρεχάτοι κατάφθασαν oι δυο Βούλγαροι με τον Πέτρωφ, και βγήκαν χωρίς λέξη να πουν της δασκάλισσας, μουρμουρίζοντας οδηγίες αναμεταξύ τους. Μόνος ο Πέτρωφ έμεινε πίσω. Έτρεμε όλος. Πήρε μια καρέκλα και κάθισε.

-Να με συμπαθήσεις, κυρία Ηλέκτρα, της είπε, δεν ήθελα να σου τους φέρω... μα με φοβέρισαν... Βαστούν μαχαίρια και μπαλτάδες... Είναι, λέει, ξυλοκόποι... Μα ξέρει κανείς τι είναι; Να με συμπαθήσεις, κυρία Ηλέκτρα...

Βαστώντας το θυμό της του είπε:

-Καλά, καλά, μπαρμπα-Πέτρωφ. Γείτονες είμαστε. Μα είπα πως θα ήξερες εσύ πως το σχολειό μας δεν κρύβει όπλα.

-Το ξέρω, μαθές, μα ακούν μήπως αυτοί; Να ζήσεις, κυρία Ηλέκτρα, αν έλθει ο ζαπτιές, μην πεις πως ήμουν μαζί τους...

-Στείλε μου αύριο ένα σακί κάρβουνο καλό, διέκοψε η δασκάλισσα.

Page 212: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Και δε θα με μαρτυρήσεις; ρώτησε αυτός ανοίγοντας την πόρτα.

-Δεν είμαστε μεις καταδότες, είπε περιφρονητικά η δασκάλισσα.

Κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Με μιας άλλαξε η όψη της, τα μάτια της πέταξαν φωτιές, τα χέρια της σφίχθηκαν, σηκώθηκαν σε δυο άσπρες, απειλητικές γροθιές.

-Ποιον να καταδώσεις, και σε ποιον!... μούγκρισε μες στα σφιγμένα δόντια της. Σκυλιά βουλγάρικα! Σκυλιά τούρκικα!

Οι σκεπαρνιές είχαν ξαναρχίσει. Έσπρωξε πίσω τα μαλλιά της με τα δυο της χέρια, πήρε βαθιά την αναπνοή της και μπήκε στην τάξη.

-Έφυγαν, είπε ήσυχα.

Ο Αποστόλης της έκανε νόημα ερωτηματικό. Του έγνεψε όχι και μπήκε στην κάμαρά της.

-Μη σηκωθείς, είπε του Γιωβάν, που ανήσυχος την κοίταζε. Θά 'ρθουν όπου και νά 'ναι τα παιδιά. Ας μεταπούν στα σπίτια τους πως είσαι άρρωστος...

Το χρώμα του δεν είχε συνέλθει. Χαμηλόφωνα τη ρωτησε:

-Σε χτύπησαν, κυρία Ηλέκτρα;

-Όχι, όχι, παιδί μου.

-Και ο παπάς;

-Τώρα!... Πού!... Είναι τόση ώρα που έφυγε! του αποκρίθηκε κείνη. Ο Γιωβάν δε ρώτησε άλλο. Δυσκολεύουνταν να ρωτήσει, όταν νομιζε πως κάτι του κρύβουν. Μα με το νου του γύρευε να μαντέψει πότε και από πού είχε φύγει ο παπάς, χωρίς να τον δουν οι Βούλγαροι που ήταν στο δρόμο. Αυτός είχε σκαρφαλώσει απο τον αχυρώνα για να μπει στο σχολείο. Μα ο παπάς μπορούσε άραγε να βγει απο κει; Και ίσα το δικό του μικρό κορμί, που χώνουνταν παντού, και του παπα το μαύρο ράσο, το μακρύ, και το

Page 213: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

καλυμμαύκι; Ήλθαν τα παιδιά, έκαναν το μάθημα, και σαν τελείωσε, άρχισε το λογοντιό. Είχαν έλθει, λέει, ξυλοκόποι στο χωριό. Το ήξερε όμως ο Θανάσης πως ήταν κομιτατζήδες... Και η Ευαγγελία το 'ξερε, και ο Πασχάλης, και η Μαλαματή, και η Μόρφω, και ο Λάζαρος...

Τους διέκοψε η κυρία Ηλέκτρα:

- Και αν το ξέρετε, καλύτερα να το ξεχάσετε, παιδιά μου, τους είπε. Οι Βούλγαροι στο χωριό μας είναι πολλοί κι εμείς λίγοι. Το μάθημά σας, τη δουλειά μας, και λίγα λόγια.

-Γύρευαν ένα παπά... της ψιθύρισε η Μαλαματή.

-Καλά, ας πήγαιναν στον παπα-Ηλία. Εμείς εκκλησία δεν έχομε, ούτε παπά δικό μας, είπε η δασκάλισσα.

Και με το χαμόγελο ξαπέστειλε τα παιδιά κι έκλεισε την εξώπορτα.

Ησυχία πάλι χύθηκε στο σχολείο. Μόνο τα σκεπαρνίσματα του Αποστόλη ακούουνταν στο μαγειριό, όπου είχε μεταφέρει τα χαλασμένα θρανία, για να μην ενοχλεί το μάθημα.

Είχε νυχτώσει. Η κυρία Ηλέκτρα έβαλε στο τραπέζι τρεις κεσέδες λαχανόσουπα και κάθησε να φάγει με τα δυό αγόρια. Ήταν ζωηρή και ξένοιαστη και τους είπε ιστορίες του Εικοσιένα. Μα τ' αγόρια ήθελαν πιο καινούρια πράματα. Να τους πει τα κατορθώματα του καπετάν Ακρίτα, του καπετάν Βάρδα,5 του καπετάν Ρούβα6 και του καπετάν Μακρή,7 που για κείνον τώρα τελευταία όλοι μιλούσαν.

-Αυτοί ολοι δουλεύουν σε άλλους καζάδες,8 αποκρίθηκε η κυρία Ηλέκτρα.

-Τι έλεγε σήμερα η Ευαγγελία, πως αναστήθηκε o καπετάν Γαρέφης; ρώτησε δειλά ο Γιωβάν.

-Έλεγε παραμύθια, αποκρίθηκε η κυρία Ηλέκτρα. Δυστυχώς οι πεθαμένοι δεν αναστήνουνται. Και ο Γαρέφης πέθανε.

-Μα έλεγε πως σκότωσε ο καπετάν Γαρέφης έναν Αντών Χατζηδημήτρωφ, στο Γευγελί... μουρμούρισε o Γιωβάν.

Page 214: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Είναι μακριά το Γευγελί, δε μαθαίνομε καλά τι γίνεται κει, μας λεν πολλά λόγια, είπε η κυρία Ηλέκτρα.

Και πρόσθεσε:

-Για μας εδώ ρωτάτε, που πήγε και ήλθε ο Βάλτος απο τουφεκίδι, ολες αυτές τις μέρες, και δε μάθαμε τι συμβαίνει, και αν πολεμούν οι καπεταναίοι μας ή αν τους πήραν τις καλύβες. Πολλή δύναμη, λέγει, έφεραν οι Βούλγαροι στο δυτικό μέρος...

-Να πάγω εγώ να ρωτήσω, κυρία Ηλέκτρα; ρώτησε ντροπαλά ο Γιωβάν. Ξέρω να πάγω μόνος...

-Όχι, παιδί μου, δεν κάνει, αποκρίθηκε η δασκάλισσα. Για όλο το χωριό είσαι άρρωστος, μην ξεχάσεις. Μα εσύ Αποστόλη... μπορείς ίσως να πας;

Αντάλλαξαν ένα μυστικό γνέψιμο και είπε ο Αποστόλης:

-Αύριο πάγω.

-Ναι. Απόψε να κοιμηθείτε νωρίς, αποκρίθηκε η κυρία Ηλέκτρα. Θα πέσεις στο κρεβάτι μου, Γιωβάν, γιατί αν έλθουν πάλι οι κομιτατζήδες, πρέπει να σε βρουν εκεί, τάχα πως είσαι άρρωστος. Ακούς; Πλάγιασε από τώρα.

Καληνύχτισε κι έφυγε ο μικρός χωρίς αντιλογία. Πήρε και η κυρία Ηλέκτρα ένα στρώμα, και το 'στρωσε χάμω, πλάγι στο κρεβάτι της, και του είπε:

-Κοιμήσου τώρα, Γιωβάν. Πάγω να διορθώσω τις εκθέσεις των παιδιών, και θα πέσω κι εγώ.

Και βγήκε, παίρνοντας το κερί μαζί της, κι έκλεισε την πόρτα.

Η τάξη ήταν άδεια. Ο Αποστόλης δεν ήταν εκεί. Η κυρία Ηλέκτρα κάθισε σ' ένα θρανίο, τα χέρια ενωμένα μπροστά της, και άκουε. Κάθε τόσο κοίταζε τ' ωρολόγι της. Πέρασε ένα τέταρτο. Πέρασε μισή ώρα. Τότε έσβησε το κερί της και σίμωσε το κλειστό παράθυρο.

Page 215: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Τίποτα δεν ακούουνταν. Ψηλαφητά, ακολουθώντας τον τοίχο, βρήκε την πόρτα, βγήκε από την τάξη και μπήκε στο σκοτεινό μαγειριό.

-Αποστόλη... ψιθύρισε.

-Εδώ είμαι, της αποκρίθηκε επίσης σιγά εκείνος. Όλα καλά... έξω ερημιά... Κι εκείνος έτοιμος...

-Του έδωσες τροφή;

-Ναι! Και καθώς μου είπες, ψωμί και τυρί για το δρόμο. Δε θέλει άλλο. Έχει, λέγει, χρήματα.

-Έλα λοιπόν. Ν' ανάψω; Δε βλέπω τίποτα.

-Εγώ βλέπω. Μην ανάψεις, κυρία Ηλέκτρα. Mόνo βοήθα. Μάζεψα την άμμο.

Ψάχνοντας χάμω μπρος στο τζάκι βρήκε ο Αποστόλης ένα τραχύ ξύλο μες στο σανίδι του πατώματος. Το έβγαλε χωρίς κρότο και ξεσκέπασε ένα χαλκά.

Ελάτε τώρα... σιγά... μην τρίξει... ψιθύρισε.

Μαζί έπιασαν το χαλκά και σήκωσαν μια καταπακτή.

-Καλά... είπε χαμηλόφωνα μια φωνή από την τρύπα. Έρχομαι.

-Τύλιξε το ράσο του στη σκάλα, μην τρίξει... παρήγγειλε ο Αποστόλης.

Και πιάνοντας τις άκρες της ανεμόσκαλας που ανέβαινε από την τρύπα, τις ακούμπησε αθόρυβα στο άνοιγμα της καταπακτής.

Ανέβηκε ο παπάς, και στα σκοτεινά τράβηξαν τη σκάλα και ξανάκλεισαν την καταπακτή.

Και πάλι δεν άναψαν φως. Ψάχνοντας, πήρε ο παπάς τα χέρια της δασκάλισσας και τα φίλησε.

Συγκινημένη του είπε κείνη:

Page 216: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Φορείτε το φέσι;

-Το φορώ. Και το αντερί φορώ, και τη ζιάκα και τις κουντούρες.9 Mόνo ένα σάκο δώσ' μου, να βάλω το ράσο και το καλυμμαύκι μου μέσα.

- Θα σου τα ετοιμάσω εγώ, είπε ο Αποστόλης. Έχω και το ραγάζι που θα τα σκεπάσει. Δώσε μου τα.

Στα σκοτεινά, όσο στην τάξη μέσα ετοίμαζε o Αποστόλης, χωρίς φως και αυτός, το σάκο με τα ρούχα, η κυρία Ηλέκτρα άκουε τις τελευταίες οδηγίες του παπά.

-Τα τουφέκια να τα στείλει το Κέντρο από τα Γιαννιτσά. Πιότερος κίνδυνος είναι τα Βουλγαροχώρια παρά τα τούρκικα καρακόλια. Πονηρεύονται περισσότερο οι Βούλγαροι. Έπειτα, ξέρουν καλά τη δουλειά τους οι αγωγιάτες μας. Να είναι μονάχα μεγάλα τα δέματά τους από ραγάζι. Χρειάζεται άλλωστε πολύ χόρτο για τη σκεπή του σπιτιού μου και για άλλα σπίτια της ενορίας μου. Και ξέρουν αυτοί να τα τυλίγουν και να τα κρύβουν καλά τα όπλα μες στο χόρτο.

- Και για το Στενημαχίτη, που μου είπατε, τον Μανόλη; Πώς να σας μηνύσω;

- Ξέρω 'γω, παιδί μου;... Αυτός θα γυρεύει τους δολοφόνους του Τέχοβου. Αν τους βρει, δε θα γλιτώσουν. Μην τον πιάσουν μονάχα!

-Οι Βούλγαροι;

-Και οι Τούρκοι για το φόνο του Σταυράκη.10 Δε θα τον είδε, λες, κανένας, και δε θα τον μαρτυρήσει, που τον σκότωσε μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης; Βέβαια τον είχαν πολύ άχτι οι δικοί μας, το Βούλγαρο τον Σταυράκη. Και πολλούς χαντάκωσε και πρόδωσε, που πέρασαν από το χάνι του. Και μπορούσε να μας κάνει ακόμα πολύ κακό αν δεν τον εξουδετέρωνε o Μανόλης ο Στενημαχίτης. Μα ήταν πολύ επικίνδυνο αυτό που έκανε!

-Τα παλικάρια δεν λογαριάζουν. Ούτε σεις δε λογαριάζετε, δάσκαλε. Έπειτα, πέρασαν και δυό μήνες από τότε που τον σκότωσε...

Page 217: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Ναι! Μα να ξέραμε τουλάχιστον πού βρίσκεται! Σε ποιανού καπεταναίου σώμα άραγε να πήγε;...

-Και αν έλθει, τι να του πω; ρώτησε η κυρία Ηλέκτρα.

-Να τον στείλεις στην Κρυφή του Βάλτου και να περιμένει εκεί να του στείλω εγώ οδηγίες. Κι' εμένα μου στέλνεις ένα τυρί δώρο τάχα. Θα καταλάβω πως τον είδες...

Ο Αποστόλης μπήκε μέσα, σιγά σιγά:

-Έτοιμος ο σάκος, ψιθύρισε. Πάμε, δάσκαλε.

Ο παπάς σηκώθηκε:

-Καλά Χριστούγεννα, παιδί μου, είπε της κυρίας Ηλέκτρας.

-Στο καλό, πάτερ Χρυσόστομε, μουρμούρισε εκείνη.

Αθόρυβα άνοιξε την πόρτα και βγήκαν οι τρεις στην αυλή.

Ο Αποστόλης μονάχος βγήκε στο δρόμο, κατόπτευσε εδώ κι εκεί, και πάλι μπήκε στην αυλή.

-Ελεύθερα, είπε. Πάμε στην Πέτρα; ρώτησε.

-Όχι στους Αποστόλους. Έχω αφήσει εκεί πλάβα... αποκρίθηκε ο παπάς.

Μια στιγμή στάθηκε η κυρία Ηλέκτρα στη μισόκλειστη εξώπορτα, κοιτάζοντας τις δυο σκιές που χάνουνταν στο σκοτάδι. Ύστερα κλείδωσε την πόρτα και μπήκε στο σχολείο.

Στα σκοτεινά πήγαινε ο Αποστόλης, με το σταθερό γοργό του βήμα, πατώντας όπου είχε στερεό χώμα ή πέτρα, και πίσω του αμέσως, βαδίζοντας στα πατήματά του, ακολουθούσε ο σύντροφός του, χωρικά ντυμένος, με το σάκο ριχμένο στη ράχη.

Τραβούσαν ίσια για τη λίμνη, αφήνοντας πίσω τους τα σπίτια του χωριού και τις αραιά και πού διασκορπισμένες καλύβες των ψαράδων.

Page 218: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Στην ακρολιμνιά σαν έφθασαν, τράβηξαν βόρεια, κατά τη σκάλα των Αποστόλων. Σκοτάδι κι ερημιά παντού. Πήγαιναν τώρα πιο ελεύθεροι και κουβέντιαζαν. Ψυχή δεν ήταν εκεί για να τους ακούσει. Κι έλεγε o παπάς:

- Όλη νύχτα περπατούσα. Έφθασα στο Τσέκρι πριν ξημερώσει και βρήκα ίσα ίσα τον καπετάν Μανόλη τον Κατσαρό, που γύριζε απο νυχτερινή περιπολία στους Αγίους Αποστόλους. Με πήρε στην καλύβα, στο Τσέκρι, και κοιμήθηκα...

- Ήταν εκεί ο καπετάν Νικηφόρος; διέκοψε ο Αποστόλης.

- Όχι, δε γύρισε απο την Κούγκα. Οι τελευταίες ειδήσεις ήταν πως ο Άγρας δεν είναι καλά και δεν μπορεί πια να βαστάξει. Έπειτα, κάθε μέρα έχουν επιθέσεις. Η καλύβα τους είναι πολύ ψηλή, φαίνεται απο μακριά και είναι στόχος των Βουλγάρων. Και τωόντι, όσο κοιμούμουν, με ξύπνησε ομοβροντία.

-Βάσταξε πολλή ώρα;

- Όχι. Δυο μπαταριές, μερικές σκόρπιες τουφεκιές, κι έπαυσαν. Μου έλεγε ο καπετάν Μανόλης o Κατσαρός, πως κάθε μέρα ακούονται τουφεκιές.

-Ναι! Το έλεγε και η κυρία Ηλέκτρα. Θα πει πως κρατούμε την Κούγκα. Δεν είναι έτσι;

-Βέβαια την κρατούμε. Μα πόσο θ' ανθέξουν οι δικοί μας; Να, ο καπετάν Άγρας, σου λεν, είναι άρρωστος, σε κακό χάλι. Και είναι και παιδιά του άρρωστα και πληγωμένα.

-Πήγαν καινούριοι άντρες... Τους οδήγησα εγώ, τον πληροφόρησε ο Αποστόλης.

-Θα έπρεπε να πάγει και ο Κάλας, είπε ο παπάς.

Και σώπασαν και οι δυο. Έφθασαν στη σκάλα των Αποστόλων. Τραβηγμένη μισή στο χώμα, περίμενε άδεια μια πλάβα. Την έσπρωξαν στο νερό, και, πατώντας στα ρηχά, μπήκαν οι δυο. Και όρθιος στη πρύμη, πήρε ο Αποστόλης το πλατσί.

Μα μόλις μπήκαν στη μάνα, ανάμεσα στα καλάμια, είπε ο παπάς:

Page 219: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

- Άφησε το κουπί σου, κάθισε χάμω, έχω να σου πω.

Ο Αποστόλης υπάκουσε και κάθισε κοντά του.

- Έχεις καμιάν αποστολή; ρώτησε ο παπάς.

-Όχι! Είμαι στη στη διάθεσή σου.

-Λοιπόν, αφού με πας στην καλύβα, θα γυρίσεις εσύ στο Ζορμπά, θα πας στους Βουλγάρους, θα διορθώσεις τα σπασμένα τους και θα τους αποπλανήσεις. Δεν πρέπει να υποψιαστούν πως με οδήγησες εδώ.

-Σε είδαν πως πήγες στο Ζορμπά;

- Όχι! έφθασα νύχτα και πήγα ίσια στο σχολείο. Μα με παρακολούθησαν φαίνεται, έβαλαν υποψίες. Ξέρεις ποιος ήταν στο σχολείο και με γύρευε;

-Ήταν δυο.

- Ένας κοντός δεν ήταν;... Μαύρος;... Άγριος;...

-Ναί.

- Άκουσα και γνώρισα τη φωνή του. Είναι ο Μπότσος, ένας απο τους πιο αιμοχαρείς κακούργους. Μένει στο Μπόζετς. Μα σε κάθε κακούργημα είναι ανακατεμένος και αυτός. Και πάντα γλιτώνει. Σαν έρχεται o στρατός, δουλεύει σαν καλός Χριστιανός στο χωράφι του. Μα τον ξέρω και με ξέρει. Αν δεν τον εξουδετερώσομε, θα πάθουν νίλες οι δικοί μας. Κι αυτός γυρεύει να με βγάλει από τη μέση. Όποιος απο μας πρωτοφθάσει. Γι' αυτό ήλθα. Θέλομε όπλα. Μα θέλομε και βοήθεια. Να πας να το πεις στην Κούγκα.

-Τι να πω, δηλαδή;

-Να πεις πως τα χωριά είναι αφησμένα στην τύχη τους. Όλα αυτά τα χωριά της ανατολικής μεριάς του Βάλτου. Το Πέτροβο είναι δικό μας. Ο παπα-Μανόλης, όσο ζει, και αυτός ο χωρικός ο Ιβάν Ίλκας, το βαστούν στα χέρια τους, τ' ορίζουν. Και είναι ηρωικό! Δεν κοτά να σιμώσει βουλγάρικο σώμα. Μα τ' άλλα, Μπόζετς, Κουρφάλια, Ράμελ, Λιβάτοβο, Λίτοβο, όλα αυτά τα χωριά είναι εστίες βουλγάρικες. Όσο ήταν στο

Page 220: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Τσέκρι ο καπετάν Νικηφόρος, έβγαινε τις νύχτες, πήγαινε στα χωριά, εγκαρδίωνε τους Πατριαρχικούς, είχαμε ένα στήριγμα. Τώρα είμαστε αφησμένοι στην τύχη μας.

- Θα του το πω, πάτερ Χρυσόστομε.

-Πες του να έλθει, ή να μας στείλει κανένα παλικάρι αρχηγό, που να επιβάλλεται κιόλα... Σα να πούμε, τον καπετάν Εντεροβγάλτη.

-Ποιος είναι αυτός; Δεν τον είδα στο Βάλτο.

-Δε λέγεται έτσι. Έτσι τον λεν οι τρομοκρατημένοι Βούλγαροι. Κανένας δε φαίνεται να τον είδε, και όμως υπάρχει και δουλεύει. Οι δικοί μας λεν πως αναστήθηχε ο καπετάν Γαρέφης, οι Βούλγαροι τον λεν Εντεροβγάλτη. Και όμως το κάνει πολύ παστρικά. Μια μαχαιριά στην καρδιά του κάθε δολοφόνου, και ποιος τον

είδε, ποιος τον ξέρει. Ξεπάστρεψε αρχικομιτατζήδες ώς απάνω στο Γευγελί, στη Γουμενίτσα, στο Τοσίλοβο, έναν ένα, φονιάδες βουτημένους στο αίμα. Και όμως, σώμα ανταρτικό δικό μας δεν έχει εκεί...

-Μην είναι ο καπετάν Ματαπάς;

- Όχι! Ο Ματαπάς είναι στον Όλυμπο. Και μου είπε... κάποιος που ξέρει, πως αυτούς τους κομιτατζήδες, τους σκότωσε από εκδίκηση αυτός ο ψευτο-Γαρέφης. Ένα τέτοιο παλικάρι, να το είχαμε στα ανατολικά χωριά μας, θα σωζόμασταν.

-Ο καπετάν Μανόλης ο Κατσαρός, δεν είναι παλικάρι;

-Καλό, πολύ καλό παλικάρι, είπε ο πάτερ Χρυσόστομος. Μα δεν προφθαίνει και τα βόρεια και τ'ανατολικά χωριά, και δεν έχει αρκετούς άντρες. Πρέπει να φυλάξει το Βάλτο από δω, μην κατέβουν καμιά ώρα οι Βούλγαροι από του Αλήμπεη - τη - Λάκκα, όπως το 'καναν σαν τους χτύπησε ο καπετάν Παναγιώτης.

-Δεν ήταν και ο καπετάν Ματαπάς εκεί;

- Ναι, τότε. Μα δεν το 'ξερε τότε κανένας πως είχαν χτίσει οι Βούλγαροι αυτές τις καλύβες στη βορειανατολική Λίμνη. Κάτι όμως μυρίστηχε ο καπετάν Παναγιώτης. Ξυπνός! Τετραπέρατος! Και παλικάρι! Βρήκε έναν κρυφό τους δρόμο, που οδηγούσε σε

Page 221: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

άγνωστη σκάλα, απ' όπου μπαινόβγαιναν κι έφερναν τα τρόφιμά τους από τα Γιαννιτσά... Και να δεις πώς το ανακάλυψε! Βρήκε εκεί στη σκάλα, μες στα νερά, κομμάτια ψωμί φρέσκο, πεσμένα, που δεν είχαν διαλυθεί ακόμα. Αυτό τους πρόδωσε. Ακολούθησε και τα ίχνη που είχαν αφήσει οι πλάβες στα καλάμια, στα νιόβγαλτα βλαστάρια τους, στην τσίπερη και στο ραγάζι, που, περνώντας τα είχαν πλαγιάσει, και έφθασε σ' ένα παλιό πάτωμα βουλγάρικο, όπου βρήκε το πτώμα ενός σκοτωμένου Ρωμιού. Απάνω του είχαν σχηματίσει με καλάμια τα ψηφία Λ και Α, δηλαδή Λούκας και Αποστόλης. Εκεί είχαν φυλάξει καρτέρι οι Βούλγαροι, και είχαν σκοτώσει τον καπετάν Καψάλη. Βρήκε απο κει άλλο μυστικό δρόμο ο καπετάν Παναγιώτης, και ύστερα, με τον καπετάν Ματαπά, χτύπησαν την καλύβα του Αλήμπεη - τη - Λάκκα.

-Και την πήραν; ρώτησε ο Αποστόλης.

- Όχι! Δεν είχαν αρκετή δύναμη. Αυτο έγινε τον Ιούλιο, πριν έλθουν οι καπεταναίοι Κάλας και Νικηφόρος. Με τόσο λίγους άντρες που είχαν, έπρεπε και ανατολικά του Βάλτου και δυτικά να πολεμούν. Τι να πρωτοπροφθάσουν; Σαν ήλθε ο Νικηφόρος στο Τσέκρι, αναπνεύσαμε κι εμείς. Τώρα έφυγε κι εκείνος...

-Και θέλεις να πω του καπετάν Νικηφόρου να ξαναέλθει στο Τσέκρι, ή να στείλει τον άγνωστο εκδικητή;

-Τον ξέρει άραγε; Μακάρι! Μα ας κρίνει εκείνος τι είναι πιο χρήσιμο, να πάγει ή να στείλει άλλον; Εσύ να του πεις τι ανάγκες έχουν τα χωριά μας. Υποφέρομε πολύ από τις αγριότητες των Βουλγάρων και την αδιαφορία των τουρκικών Αρχών. Δε βλέπεις τι γίνεται; Τον περασμένο Σεπτέμβριο σκότωσαν οι Βούλγαροι ένα Ριζάμπεη, Τούρκο, στο χωριό Μπρανιάτες, και ακόμα δε βρήκαν τους δολοφόνους. Ήταν φίλος ενος Χαλίλμπεη...

-Από την Καβάσιλα; διέκοψε ο Αποστόλης.

-Ναι!

-Τον ξέρω! Είναι φίλος του καπετάν Άγρα. Τον πήγε κείνος, πληγωμένο, στη Θεσσαλονίκη.

Page 222: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Ε, αυτός ο Χαλίλμπεης λοιπόν, ζητούσε απο τον καπετάν Παναγιώτη να βγουν μαζί, να κυνηγήσουν τους Βουλγάρους, για να πάρουν πίσω το αίμα του Ριζάμπεη,

γιατί οι αρχές οι τούρκικες δεν έκαναν τίποτα.

-Και βγήκε ο καπετάν Παναγιώτης;

- Όχι! Είχε παραδώσει πια την υπηρεσία του δυτικού Βάλτου στον Άγρα. Αλλά τον Χαλίλμπεη τον σύστησε εκείνος στον καπετάν Άγρα.

-Βοηθούν λοιπόν οι μπέηδες;

- Όταν τους συμφέρει, βέβαια βοηθούν.

Έμεινε σιωπηλός λίγην ώρα ο παπάς. Ύστερα είπε:

- Έχομε και οδηγούς και ταχυδρόμους Τούρκους. Δεν το ξέρεις;

-Ξέρω. Μα πληρώνονται, είπε περιφρονητικά o Αποστόλης.

-Ε, βέβαια πληρώνονται. Γιατί θέλεις να το κάνουν αν δεν πληρωθούν; Απο πατριωτισμο; Αυτοί δεν είναι Έλληνες.

-Μας μισούν όσο και τους Βουλγάρους.

-Κάποτε είναι πολύ πιστοί, αρκεί να τους πληρώνεις τακτικά.

-Και αν πληρώσει ο άλλος περισσότερα;

Συλλογισμένος είπε ο παπάς:

-Δεν πιστεύω. Ε, βέβαια. Βρίσκονται και προδότες. Πρέπει να προσέχομε. Μα μας είναι χρήσιμοι. Φθάνει να μην ξέρουν ούτε τα σχέδιά μας, ούτε ποιος είναι μυημένος...

- Πάτερ Χρυσόστομε... εσύ δεν είσαι παπάς... έκανε ξαφνικά ο Αποστόλης.

-Ποιος σου το 'πε;

Page 223: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Δεν μπορώ να σου πω τ' όνομα. Μα το άκουσα σε σπίτι κάποιου μεγάλου πατριώτη. Είναι αλήθεια;

-Μεγάλωσαν τα γένεια μου αρκετά, είπε χαμογελώντας ο άλλος. Και τα εκκλησιαστικά τα έμαθα. Τι σε μέλει ποιος είμαι;

-Βρέθηκα και μ' έναν άλλο παπά που δεν ήταν παπάς... Και μου άφησε πίσω την ψεύτικη γενειάδα και το ράσο του. Ξέρεις ποιος είναι; Είναι ψηλος, λιγνός και φοβερά χεροδύναμος. Σήκωσε μια βάρκα μόνος του, που ήταν κολλημένη στη λάσπη, και την έριξε στο νερό. Ποιος είναι; Ξέρεις;

-Όχι, παιδί μου. Πολλοί κάνουν τον παπά, που δεν είναι, αυτά τα χρόνια στον τόπο μας. Και για να κάνουν τη δουλειά που κάνομε, πρέπει να έχομε και υγεία και μυς. Να, έτσι που με βλέπεις, κοντό και λιγνό, μπορώ να μην κοιμηθώ τρεις νύχτες και να περπατώ δώδεκα ώρες χωρίς να σταθώ. Μα πες μου, πού τον είδες τον ψευτόπαπα;

-Δεν κάνει να σου το πω, πάτερ Χρυσόστομε. Έχω δώσει όρκο να μη λέγω τι κάνω.

-Σωστά! Ο καθένας μας να εκτελεί την αποστολή του, αλλά να μην τη σχολιάζει και να μη μεταλέγει όσα βλέπει. Και τώρα, παιδί μου, πήγαινέ με στο Τσέκρι.

Σημ. 13ου κεφ.

1. Τέχοβο: Χωριό βορειοδυτικά των Βοδενών. 2. Μπουγιουρούν: Τούρκικα: «Κοπιάσετε!» 3. Τεσκερέ: Άδεια. 4. Ζαπτιές: Χωροφύλακας. 5. Καπετάν Βάρδας: Υπολοχαγός Πυροβολικού Γ. Τσόντος, αρχηγός σώματος της Καστοριάς και των Καστανοχωριών, από Νοέμβριο 1904 ώς Δεκέμβριο 1905, και πάλι από Ιούλιο 1906 ώς Νοέμβριο 1907. 6. Καπετάν Ρούβας: Κοίτα κεφ. 3' σημ. 4 7. Καπετάν Μακρής: Γεώργιος Δικόνιμος ή Μακρής, από τα Σφακιά Κρήτης. Πήγε στη Μακεδονία πρώτη φορά Μάιο 1903 ώς αρχές 1904. Ξαναπήγε δεύτερη, τρίτη και τέταρτη φορά. Πληγώθηκε και πήγε στας Αθήνας Νοέμβριο 1906, και γύρισε πάλι στη Μακεδονία Απρίλιο 1908. 8. Καζάς: Τούρκικα: Νομός, με διοικητή Καϊμακάμη. 9. Ζιάκα: Κοίτα κεφ. 1' σημ. 1· Αντερί: Κοίτα κεφ. 6'. σημ. 1· Κοντούρες: Παπούτσια. 10. Οκτώβριο του 1906.

Page 224: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

14. Η μεγάλη καλύβα της Κούγκας ΤΟ ΚΡΥΟ, εκείνο το Δεκέμβριο, ήταν δυνατό. Η διαμονή στη Λίμνη των Γιαννιτσών, δύσκολη πάντα, είχε γίνει για τους αντάρτες οδυνηρή. Οι καλύβες με τους καλαμένιους τοίχους και σκεπή, και το καλαμένιο πάτωμα, δεν μπορούσαν να τους προφυλάξουν απο το κρύο. Όταν άναβαν φωτιά οι άντρες μέσα στην καλύβα, ο καπνός, που δεν είχε απο πού να φύγει, τους έπνιγε. Αν άνοιγαν την πόρτα, πάγωνε η καλύβα. Αναγκάζουνταν λοιπόν οι άντρες να κάθονται χαμηλά ή να ξαπλώνονται χάμω, γύρω στη φωτιά, χαμηλότερα από τον καπνό για ν' αναπνεύσουν.

Ο αγώνας εν τούτοις εξακολουθούσε, άγριος, αμείλικτος, μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, ποιος να εκτοπίσει τον άλλο.

Η ψηλή καλύβα της Κούγκας έβαζε τους Έλληνες σε μειονεκτική θέση, γιατί φαίνουνταν απο μακριά. Και οι Βούλγαροι, χωρίς να πλησιάζουν με τις πλάβες τους ώστε να γίνονται αντιληπτοί, τραβούσαν ομοβροντίες απο μακριά, και οι σφαίρες τους τρυπούσαν τα καλάμια, έβρισκαν τους άντρες που τύχαινε να είναι όρθιοι μες στην καλύβα, τους πλήγωναν ή και τους σκότωναν.

Οι Έλληνες έβγαιναν και αυτοί, έκαναν αιφνιδιασμούς στις βουλγάρικες καλύβες. Μα αυτές ήταν χαμηλές, δε φαίνουνταν μες στα καλάμια, έπρεπε να πλησιάσουν οι πλάβες πολύ κοντά πριν τις βρουν. Και τοτε o αιφνιδιασμός ήταν πιο επικίνδυνος για κείνον που πρόσβαλλε, παρά για κείνον που δέχουνταν την επίθεση. Και οι Βούλγαροι προφυλάγουνταν. Είχαν καραούλια παντού. Και συχνά, εξελίσσουνταν οι αιφνιδιασμοί σε ξαφνικές μάχες, χέρια με χέρια, μεταξύ περιπολίας ελληνικής και άλλης βουλγάρικης.

Οι αρχηγοί, Άγρας και Νικηφόρος, είχαν χτίσει και άλλες μικρές καλύβες δώθε και κείθε της Κούγκας, και είχαν βάλει παντού σκοπούς, που έμεναν εκτεθειμένοι στο κρύο και μες στα νερά, περιμένοντας κάθε στιγμή καινούρια επίθεση του εχθρού.

Ήταν τόσο εκνευριστική αυτή η ακινησία και η αναμονή ανάμεσα στα καλάμια, ώστε αναγκάζουνταν οι αρχηγοί κάθε ώρα ν' αλλάζουν τους σκοπούς αυτούς. Και μέσα στις καλύβες όμως εκνευρίζουνταν οι άντρες, περιμένοντας κάθε στιγμή βουλγαρικό

Page 225: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

αιφνιδιασμό. Οι υπαρχηγοί ήταν αδιάκοπα στο πόδι, για να επιτηρούν τους άντρες τους, και πάντα ένας από τους δυο αρχηγούς διαδοχικά έμενε ξυπνητός τη νύχτα και φύλαγε.

Αρχηγοί και άντρες είχαν αγριέψει στην όψη, τα μαλλιά τους είχαν μακρύνει, όλοι τώρα είχαν γένια, η εμφάνισή τους ήταν ατημέλητη, τα ρούχα τους τριμμένα, παλιωμένα, φθαρμένα. Μόνοι ο Νικηφόρος και o καπετάν Παντελής κατόρθωναν ακόμη να κρατούν παρουσιαστικό κάπως πιο περιποιημένο, με όλη τους την ανταρτική γενειάδα.

Η ζωή αυτή ήταν σκληρή για όλους. Ο Άγρας όμως, με τις κακοκλεισμένες του πληγές και τους συνεχείς πυρετούς, είχε εξαντληθεί ολότελα.

-Να φύγεις! Να φύγεις! του έλεγε και του ξανάλεγε ο Νικηφόρος. Εδώ δε θα γίνεις ποτέ καλά. Ενώ αν πας και γιατρευθείς, θα μπορέσεις να δουλέψεις καλύτερα.

Γελούσε ο Άγρας κι έπαιρνε το τουφέκι και πήγαινε σε περιπολίες και ξαναγύριζε με σαράντα βαθμούς πυρετό. Κι έμενε μερικές ώρες ξαπλωμένος στο πάτωμα και πάλι σηκώνουνταν το άλλο πρωί και ξανάρχιζε τη δουλειά.

Μα είχε αρχίσει να εκνευρίζεται κι εκείνος. Μια ομοβροντία τού είχε σκοτώσει έναν εύζωνο μια μέρα, και την επαύριο άλλη ομοβροντία, απο μες απο τα καλάμια, πλήγωσε θανάσιμα άλλον ένα, τον ατρόμητο, τον ανεκτίμητο Αντώνη.

Τον είχαν ξαπλώσει σε μια πλάβα κι ετοιμάζουνταν να τον στείλουν στου Βαγγέλη την καλύβα, οπου θα τον έβλεπε ο γιατρός, όταν κατέφθασε άλλη πλάβα, μ' ένα χωρικό κι έναν παπά.

Ήρχουνταν λέει ο παπάς απο το χωριό Νησί, για να γνωρίσει τους αρχηγούς.

Είδε ο παπάς τον πληγωμένον κι έσκυψε πάνω του. Άνοιξε αυτός τα μάτια, είδε το ράσο, έκανε με κόπο το σταυρό του και μουρμούρισε:

-Πες μιαν ευχή, παπά μου, να μου συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου.

Ώσπου να πει την ευχή ο παπάς, το παλικάρι είχε ξεψυχήσει.

Τον ξανανέβασαν στο πάτωμα και τον ξάπλωσαν χάμω μες στην καλύβα.

Page 226: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Όλοι ήταν άθυμοι, αρχηγοί και άντρες. Ο Αντώνης ήταν απο τα καλύτερα παλικάρια, ένας απο τους πιο αγαπημένους του Άγρα.

Εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει με πυρετό ο Άγρας. Τυλιγμένος ώς τ' αυτιά, μέσα στην κάπα του, είχε καθίσει κοντά στην αναμμένη φωτιά, και, καθώς μπήκε μέσα ο παπάς με το νεκρό, τον φώναξε κοντά του.

-Κάθισε, παπά μου, να φας μαζί μας, είπε δύσθυμα. Πώς σε λένε;

-Παπα-Γιάννη. Έρχομαι από το Νησί.

-Κάθισε λοιπόν παπα-Γιάννη. Ύστερα του διαβάζεις τη νεκρώσιμη ακολουθία, και τη νύχτα θα τον θάψουν τα παιδιά, τον καημένο μου τον Αντώνη, στο Νησί όπου θα σε συνοδέψουν. Δεν κάνει να φύγουν τώρα, με το φως της ημέρας.

-Τι ειδήσεις μας φέρνετε; ρώτησε ο καπετάν Νικηφόρος, που γύρευε ν' αλλάξει ομιλία και να ξεσηκώσει το ηθικό των αντρών.

-Και καλές και κακές, αποκρίθηκε ο παπάς. Σκότωσαν τον Τόμαν Παζαρέντζε από το Ζερβοχώρι...

-Τον σκότωσαν! αναφώνησε ο Άγρας. Εγώ του είχα χαρίσει τη ζωή και την ελευθερία!

-Άσχημα έκανες, καπετάν Άγρα, είπε ο παπα-Γιάννης. Ήταν από τους χειρότερους κομιτατζήδες του Αποστόλ Πέτκωφ. Είναι ένας από τους δολοφόνους που σφάξανε τους Τεχοβίτες. Και ξέρεις με τι αγριότητα τους έσφαξαν; Οκτώ παλικάρια από τα γενναιότερα του Τέχοβου, τα καλύτερα του χωριού! Τα πήγαν στο βουνό, τα έδεσαν πισθάγκωνα σε δέντρα, και με μαχαίρια τους άνοιξαν στήθος, κοιλιές και σάρκες, και τους θανάτωσαν λίγο λίγο, με χίλια βασανιστήρια. Έκανες άσχημα να του χαρίσεις τη ζωή. Και καλά έκαναν και τον εξουδετέρωσαν.

-Ποιος τον σκότωσε; ρώτησε ο Άγρας.

- Ένας φίλος του καπετάν Μανόλη.

-Του Μανόλη του Κατσαρού; ρώτησε ξαφνισμένος ο Νικηφόρος.

Page 227: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

- Όχι, του Μανόλη του Στενημαχίτη.

-Ποιος είναι αυτός; ρώτησε ο καπετάν Τυλιγάδης.

-Δεν ξέρεις τον Μανόλη το Στενημαχίτη; έκανε o παπάς. Εδώ στο Βάλτο δεν ακούσατε για ένα Σταυράκη, που βαστούσε ένα χάνι στο χωριό Τρία Χάνια;

-Για πες; έκανε ο Άγρας. Σα να 'κουσα κάτι, σαν ήμουν στη Θεσσαλονίκη.

-Και βέβαια θα τ' άκουσες. Πήγε κι ήρθε o κόσμος! Αυτός ο Σταυράκης ήταν Βούλγαρος που έκανε το φίλο μας. Βαστούσε ένα χάνι, εκεί που διασταυρώνεται ο δρόμος της Βέρροιας-Πολυχώρι-Γιαλατζίκ, με το δρόμο που πάει Θεσσαλονίκη-Γιαννιτσά. Εκεί είναι το χωριό Τρία Χάνια. Εκεί περνούν πολλά δικά μας παλικάρια... και μυστικά μάλιστα. Και το 'ξερε ο Σταυράκης...

-Μα αυτόν, διέκοψε ο καπετάν Νικηφόρος, δεν τον σκότωσαν τον περασμένο Οκτώβριο, νομίζω σε κάποια κηδεία;

-Μάλιστα, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, μέρα μεσημέρι, στην κηδεία της Χατζηλαζάρου, κάτω απο την Καμάρα, και μέσα σε πλήθος κόσμου. Τον σκότωσε αυτός, ο Μανόλης ο Στενημαχίτης, σα βεβαιώθηκε πως μας πρόδιδε ο Σταυράκης.

-Και πώς γλίτωσε;

-Να, γλίτωσε! Ήταν γρήγορος κι επιτήδειος. Κρύφθηκε σ' ένα σπίτι κι έφυγε νύχτα και πήγε στο σώμα του καπετάν Γκόνου, στο Βάλτο. Κάπου, στην Πρίσνα ή σε άλλη καλύβα, ανταμώθηκε με κάποιον παλιό ή καινούριο του φίλο, δεν ξέρω καλά, έναν αξιωματικό νομίζω, που ήθελε καλά και σώνει να ξεπαστρέψει τον Παζαρέντζε. Και πήγαν στο Ζερβοχώρι μαζί οι δυό τους.

- Τι πήγαν να κάνουν;

-Να ξεκαθαρίσουν, λέει, παλιούς λογαριασμούς.

-Τι λογαριασμούς μπορούσε να έχει ο Μανολης απο τη Στενήμαχο, με τον Παζαρέντζε από το Ζερβοχώρι; ρώτησε ο Άγρας.

Page 228: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Αυτός κανένα. Πήγε από αλληλεγγύη με το φίλο του, τον αξιωματικό που σου λέγω.

- Πώς τον λεν το φίλο του τον αξιωματικό; ρώτησε ο Νικηφόρος.

-Μυστήριο! Δεν το λέει και ο Στενημαχίτης.

-Και πώς το ξέρεις, παπά μου, πως είναι αξιωματικός; έκανε πάλι ο Άγρας.

-Του φαίνεται. Είναι ψηλός, λιγνός, δυνατός, σιδερόκορμος. Στέκεται κολόνα, το κεφάλι έτσι ψηλά. Τα μάτια του φωτιές βγάνουν! Και η φωνή του σαν προστάζει... πού να κάνεις πως δεν ακούς! Κάθε του λέξη, θα 'λεγες είναι και από ένα «Εμπρός! Μαρς!»

Οι δυο αρχηγοί γέλασαν.

- Έτσι γνωρίζεται ένας αξιωματικός; έκανε κοροϊδευτικά ο Άγρας. Δεν τον ρωτούσες καλύτερα τι είναι;

-Να τον ρωτήσω, λέει; Πού κοτά κανείς να ρωτήσει! Σε κοιτάζει, και τα μάτια του λες ξεγυμνώνουν την ψυχή σου. Αυτός όμως, κρυφό-ο-ος!... Πού να ρωτήσεις τίποτα!

-Πού τον είδες εσύ, παπα-Γιάννη;

-Στο Νησί. Πέρασε μια νύχτα στο κελί μου με τον Στενημαχίτη. Κάτι ξεπαστρέματα είχαν γίνει. Οκτώ Τεχοβίτες κατακρεούργησαν οι Βούλγαροι; Δεκατέσσερις κομιτατζήδες ξεπάστρεψαν οι δικοί μας. Και o κρυφός φίλος του Στενημαχίτη σκότωσε τον Παζαρέντζε... Ίσως και άλλους.

-Μα τι λογαριασμούς είχε με τον Παζαρέντζε, δεν τον ρωτούσες; έκανε ανυπόμονα ο Άγρας.

-Αυτόν, σου είπα, Καπετάνιε μου, δεν τον ρωτά κανείς τίποτα! Ρώτησα το Μανόλη το Στενημαχίτη. Μου είπε πως ο μυστικός αυτός φίλος του εκδίκησε κάποιον Βασίλη Αντρεάδη από το Ασπροχώρι. Το Ασπροχώρι ήταν ένα χωριουδάκι μεταξύ Νιάουσας και Βάλτου. Δεν υπάρχει πια, το κατέστρεψαν οι κομιτατζήδες για να εκδικηθούν αυτόν τον Βασίλη, που είχε πάγει, λέει, και είχε πολεμήσει με τον καπετάν Ζέζα.1 Του σκότωσαν μητέρα και γυναίκα, και του κλέψανε ένα παιδάκι που είχε. Σαν το 'μαθε, ύστερα από καιρό, o μυστικός αυτός φίλος του Στενημαχίτη, που ήταν και φίλος του Βασίλη

Page 229: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Αντρεάδη, τον ζήτησε λέει να τον βρει. Μα χάθηκε αυτός, τρελάθηκε, πέθανε δεν ξέρω. Και πήγε ο μυστικός φίλος του Στενημαχίτη να σκοτώσει τον Παζαρέντζε, που χάλασε λέει το σπίτι του Βασίλη Αντρεάδη. Πήγε ίσια στο Ζερβοχώρι, σ' ένα καφενείο γεμάτο Βουλγάρους, φώναξε έξω τον Παζαρέντζε και του είπε: «Εσύ σκότωσες τον τάδε και τον τάδε απο το Τέχοβο;... Εσύ σκότωσες τις γυναίκες του Βασίλη απο το Ασπροχώρι;... Εσύ τούτο;... Εσύ κείνο;...» Ο άλλος γύρεψε να βγάλει μαχαίρι. Μα πού! Θηρίο στη δύναμη, σου λέγω, ο φίλος του Μανόλη! Τον έπιασε απο το λαιμό, και ώσπου να πεις τρία, τον έπνιξε σαν κοτόπουλο.

- Άλλος Γαρέφης! θαύμασε ο καπετάν Τυλιγάδης.

-Ναι, άλλος Γαρέφηςl... Και να 'ταν λέει τιποτένιος ο Παζαρέντζε; Θηρίο και αυτός, ως εκεί πάνω άντρακλας. Μα ποιος τα βγάζει πέρα με το φίλο αυτό τον άγνωστο του Μανόλη του Στενημαχίτη! Έτρεξαν γείτονες του Παζαρέντζε να τον πιάσουν. Μια σπρωξιά στον ένα, μια γροθιά στον άλλο, άνοιξε δρόμο, όρμησε στο Βάλτο, χώθηκε στα καλάμια, πήγε ώς την πλάβα οπου τον περίμενε ο Μανόλης ο Στενημαχίτης, και δρόμο! Νύχτα πια έφθασαν στο σπίτι μου στο Νησί.

-Γιατί δεν ήλθαν εδώ, σ' εμάς; ρώτησε ο Άγρας.

-Δε θα 'ξεραν το δρόμο ίσως - ποιος ξέρει; Δε λες και πώς ήλθαν σε μένα! Βρήκαν κάποιο άγνωστο μονοπάτι, που βγαίνει στη Γιάντσιστα...

-Το μονοπάτι του καπετάν Παναγιώτη; αναφώνησε ο Άγρας.

-Ίσως. Δεν ξέρω. Απο κει πήγαν στις ελληνικές καλύβες, στην Αγια-Μαρίνα νομίζω, και απο κει τους οδήγησαν σε μένα. Μα για να φθάσουν στο κρυφό αυτό μονοπάτι, τι τράβηξαν! Πέρασαν μες τα καλάμια, μπήκαν στο νερό, και πήρε στα χέρια του ο άγνωστος την πλάβα, όπου δεν περνούσε αυτή με το κουπί. Ηρακλής, σου λέω, θηρίο, χεροδύναμος ο σύντροφος του Μανόλη!

-Και τώρα πού είναι; ρώτησε ο Νικηφόρος.

-Μήπως λέγει; Έφυγαν όπως ήλθαν και οι δυο ξαφνικά. Τους έστρωσα να κοιμηθούν. Το πρωί σαν ξύπνησα, είχαν φύγει. Κανένας δεν τους είχε δει... Εξατμίστηκαν θα 'λεγες.

Page 230: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Το φαγί ήταν έτοιμο. Κάθισαν οι καπεταναίοι γύρω στη φωτιά κι έβαλαν μεταξύ τους τον παπα-Γιάννη.

-Είπες πως μας φέρνεις και καλές και κακές ειδήσεις, παπα-Γιάννη, είπε ο καπετάν Νικηφόρος. Ο φόνος του Παζαρέντζε πού καταλογίζεται;

-Στις καλές βέβαια. Βγήκε από τη μέση ένας σύνεργος, απο τους χειρότερους, του Αποστόλ Πέτκωφ, που έσφαξε τους οκτώ Τεχοβίτες.

-Τον Αποστολ Πέτκωφ όμως δεν τον έπιασαν! είπε ο καπετάν Τυλιγάδης.

-Πού να τον πιάσουν αυτόν! έκανε συλλογισμένος o παπάς. Πάω να πιστέψω πως είναι φάντασμα πως δεν υπάρχει...

-Υπάρχει, είπε ο Άγρας. Τον είδε και του μίλησε ένα δικο μας παιδί. Μα ξέρει και κρύβεται. Δεν εκτίθεται αυτός. Και σα σφάξουν οι δικοί του, είτε είναι παρών είτε δεν είναι ο Πέτκωφ, βάζουν γράμμα του με την υπογραφή του στα πτώματα, τάχα πως ειναι αυτός o πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Είναι και αυτός τρόπος να τρομοκρατεί τα χωριά.

-Ποιες είναι οι κακές σου ειδήσεις, παπά; ρώτησε πάλι ο Νικηφόρος. Μήπως απο δω τίποτα;

- Όχι, είναι απο τον καζά Ζίχνας, απο την Κλεπούσνα. Κομιτατζήδες πήγαν, σταλμένοι απο το κέντρο της Σόφιας, να δολοφονήσουν τον Χρυσόστομο, τον Άγιο Δράμας.2 Το είχαν καλά οργανώσει, και θα τον σκότωναν. Μα έτυχε να φύγει ο Δεσπότης σε περιοδεία. Και απογοητευμένοι, αγριεμένοι, οι δολοφόνοι εκδικήθηκαν τον άοπλο πληθυσμό της Κλεπούσνας όπου κατέφυγαν. Είχαν δυναμίτη μαζί τους. Έβαλαν φωτιά στα ελληνικά σπίτια, σκότωσαν άντρες, γυναίκες, παιδιά, ένα γέρο Βουζίκη, ενενήντα χρόνων, ένα μωρό δυο χρόνων, την κόρη του παπα-Βαγγέλη, το δάσκαλο, τη γυναίκα του... Τέσσερις γυναίκες σκότωσαν! Σα γύρευαν οι δύστυχες να ξεφύγουν από τις φλόγες, τις πετούσαν πίσω και τις σούβλιζαν με τις ξιφολόγχες τους. Μεγάλο κακό έκαναν στην Κλεπούσνα! Και τι τους έφταιγε το χωριο; Όλη τους η λύσσα ήταν πως δε βρήκαν και δε σκότωσαν τον Άγιο Δράμας...

Page 231: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ομιλίες και βήματα ακούστηκαν στο πάτωμα έξω, και ο Μιχάλης παρουσιάστηκε στην είσοδο της καλύβας.

-Ο Αποστόλης ο οδηγός ήλθε, ανήγγειλε.

-Ο μικρός; Ας έλθει μέσα! Ας ορίσει στο τραπέζι μας, είπε ο Άγρας. Προσπάθησε να γελάσει και να ειρωνευθεί τάχα το ανύπαρκτο τραπέζι τους, μα τα δόντια του χτυπούσαν από τον πυρετό, και πλησίασε όσο μπορούσε στη φωτιά που έκαιε στη μέση του κύκλου τους.

Παραμέρισε ο Μιχάλης, και ο Αποστόλης μπήκε στην καλύβα.

-Καλώς τον!

-Καλώς όρισες! αναφώνησαν μαζί οι δυο αρχηγοί.

-Κάτσε κει, πλάι στον παπα-Γιάννη, το μουσαφίρη μας, πρόσθεσε ο Άγρας.

Και κάνοντάς του θέση, ξαπλώθηκε κείνος πιο κοντά ακομα στη φλόγα.

-Ποιος αέρας σ' έφερε;

Τα γοργά μάτια του Αποστόλη είχαν σταθεί στο πλαγιασμένο παράμερα σώμα του Αντώνη, σκεπασμένο με μια κάπα, και γύρισαν ερευνητικά στον άγνωστο παπά. Ποιος ήταν και τι ζητούσε κει ο παπάς;

-Ήλθα να πάρω νέα σας, είπε επιφυλακτικά. Και κάθησε σταυροπόδι πλάι στον παπά.

-Τα 'μαθες; Σκότωσαν τον Παζαρέντζε, του είπε o καπετάν Τυλιγάδης.

-Πού; Ποιος; αναφώνησε ο Αποστόλης.

- Κάποιος φίλος του καπετάν Μανόλη του Στενημαχίτη...

Τ' όνομα ξύπνησε την περιέργεια του Αποστόλη.

-Αυτουνού που σκότωσε...

Page 232: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Τον Σταυράκη, ναι. Μα όταν του διηγήθηκε ο παπα-Γιάννης τη σχέση του Στενημαχίτη μ' ένα σύντροφό του άγνωστο, που γύρευε να εκδικήσει φίλο του που είχε χάσει το παιδί του, σα λαγωνικό όρτσωσε ο Αποστόλης τ' αφτιά του.

-Το λέγανε Τάκη το χαμένο παιδί; ρώτησε λαχταριστά.

Μα δεν πρόφθασε ο παπάς ν' αποκριθεί.

Μια ομοβροντία έσχισε τον αέρα, και αμέσως δεύτερη. Και ο παπάς έπεσε πίσω.

Μεμιάς η καλύβα βρέθηκε στο πόδι. Αρχηγοί και άντρες βγήκαν στο πάτωμα, και, μπρούμυτα πεσμένοι πίσω απο το χαμηλό οχύρωμα, έριξαν κι εκείνοι μπαταριές, στα τυφλά, μες στα καλάμια, κατά το μέρος απ' όπου είχαν έλθει οι σφαίρες.

Μα κανένας δεν αποκρίθηκε, ούτε ακούστηκε τίποτα. Και δυο πλάβες που βγήκαν με τον Τυλιγάδη να ερευνήσουν, γύρισαν άπραχτες. Δεν είχαν δει τίποτα, δεν είχαν ακούσει τίποτα.

Στο μεταξύ, ο παπάς είχε ξεψυχήσει. Οι σφαίρες είχαν τρυπήσει τους καλαμένιους τοίχους της καλύβας, είχαν περάσει αντίκρυ, πάνω απο τους ώμους των καθισμένων καπεταναίων, και μια είχε βρει τον παπα-Γιάννη στο κεφάλι.

'Ολοι ήταν μαραμένοι. Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να εξακολουθήσει, οι άντρες εκνευρίζουνταν, η μεγάλη καλύβα τους ήταν στόχος, έπρεπε σκυφτοί να περπατούν, μην τους έλθει καμιά σφαίρα, δεν ήξερες απο πού, οπως είχε πάρει τον κακομοίρη τον παπα-Γιάννη...

Αμίλητος κοίταζε ο Άγρας τους άντρες του, που έπλεναν το ματωμένο πρόσωπο του παπά, τον τύλιγαν στο ράσο του και τον πλάγιαζαν δίπλα στον πεθαμένο Αντώνη.

Ο καπετάν Νικηφόρος πήρε παράμερα τον Τυλιγάδη.

-Με το φως δεν μπορούμε να κινηθούμε, του είπε. Μα μόλις σουρουπώσει, να οδηγήσει ο Αποστόλης τις πλάβες με τους νεκρούς στις Κάτω Καλύβες, και μαζί να πάρει και τον Αρχηγό. Έτσι άρρωστος και με τέτοιο κρύο, δεν μπορεί πια να μείνει εδώ.

-Δεν θα θελήσει να φύγει! αποκρίθηχε ο καπετάν Τυλιγάδης.

Page 233: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Δεν μπορεί να εξακολουθήσει αυτή η κατάσταση, είπε ο Νικηφόρος. Η καλύβα μας είναι κράχτης. Θα εξακολουθούν να μας σκοτώνουν, κι εμείς δε θα ξέρομε από πού μας έρχονται οι σφαίρες. Πρέπει απόψε να ρίξομε την καλύβα και να την ξαναχτίσομε χαμηλή. Μα γι' αυτό πρέπει να έχει φύγει ο άρρωστος Αρχηγός.

-Δε θα δεχθεί να φύγει, επανέλαβε, ο Τυλιγάδης.

-Θα του μιλήσω εγώ, είπε ο Νικηφόρος.

Πλάι στη φωτιά, πλαγιασμένος στη ράχη, ο Άγρας είχε κλειστά τα μάτια κι έτρεμε από πυρετό. Είχε δυσφορία μεγάλη και βογγούσε σιγά σιγά.

Ο Νικηφόρος ακούμπησε το χέρι στο καυτό του μέτωπο. -Τέλο... είπε τρυφερά. Ο Άγρας άνοιξε τα μάτια. -Τι είναι; ρώτησε.

- Θα φύγει ο Αποστόλης σε λίγο... Θα οδηγήσει τις πλάβες με τους νεκρούς... λέγω να φύγεις μαζί...

-Εγώ;... Με τους νεκρούς;... Γιατί;... έκανε ο Άγρας που ήταν ζαλισμένος από τον πολύ πυρετό.

-Δε θα πας εσύ με τους νεκρούς... Θα σε παν στην Τούμπα της Τερχοβίστας, είπε ο Νικηφόρος.

Ο Άγρας είχε γείρει το κεφάλι του στο πλάι και ξανάκλεισε τα μάτια του.

-Δε φεύγω από δω... μουρμούρισε.

Μα δε μίλησε πια. Και σε ό,τι κι αν του έλεγε o σύντροφός του δεν απαντούσε πια.

-Σε τέτοια χάλια που είναι, ούτε θα καταλάβει... είπε ο Νικηφόρος του Τυλιγάδη. Θα τον κουβαλήσομε σε μια πλάβα και θα τον συνοδέψουν δυο άντρες, ώς τη μεγάλη Τούμπα.

Κι έτσι έγινε. Δεν είχε ο Άγρας ούτε τη δύναμη, ούτε τη θέληση ν' αντισταθεί, όταν σηκωτό τον έβαλαν σε μια πλάβα.

Page 234: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Σκυθρωπός, αμίλητος, όρθιος στο έξω πάτωμα, πλάι στον πιστό Τυλιγάδη, κοίταζε ο Νικηφόρος τις πλάβες που απομακρύνουνταν στο παγωμένο σκοτάδι.

Ύστερα γύρισε, τίναξε τους ώμους του σαν να ήθελε να βγάλει απο πάνω του ένα βάρος, και με μεγάλες πατημασιές μπήκε στην καλύβα.

-Και τώρα, στη δουλειά! είπε του Τυλιγάδη που τον είχε ακολουθήσει.

Η δουλειά ήταν δύσκολη, πολύωρη κι επίμονη. Δεν ήταν εύκολο να κατεδαφίσουν στα σκοτεινά, με τέτοιο δυνατό κρύο, σε μια νύχτα, μια μεγάλη καλύβα, και να ξαναχτίσουν άλλη.

Μα όταν αποφάσιζε κάτι ο καπετάν Νικηφόρος, δεν τον σταματούσαν τα εμπόδια και οι δυσκολίες.

Χωρίς κρότο, χωρίς εργαλεία, χωρίς φως, σε μια νύχτα μέσα, τριάντα άντρες κατέβασαν καλάμια, δοκάρια, ραγάζια, στέγες και τοίχους, και με τα ίδια υλικά ξανάχτισαν καινούρια καλύβα, χαμηλή, που το ύψος της να μην περνά τα καλάμια.

Μαζί τους δούλευε και ο Νικηφόρος, λύνοντας με τα χέρια του καλάμια και δοκάρια, αψηφώντας κούραση, πόνους και κόπους. Και βλέποντας τον Αρχηγό τους πρώτο στη δουλειά, παράβγαιναν οι άντρες ποιος να πρωτοβοηθήσει,ποιος να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια να εκτελέσουν το σκοπό τους.

Μα όταν θέλησαν να χαλάσουν το πρόχωμα, για να το πλησιάσουν στη χαμηλή τους καλύβα, στάθηκε αδύνατο. Το κρύο είχε πετρώσει τη λάσπη με την οποία ήταν χτισμένο, θα χρειάζουνταν αξίνες για να το σπάσουν, και το κυριότερο στοιχείο για να επιτύχει o σκοπός τους ηταν η σιωπή.

Το πρωί, σαν ξημέρωσε, εξαντλημένοι, βρώμικοι, λασπωμένοι, μουσκεμένοι, μα ήσυχοι πια, πλαγιασμένοι πλάγι πλάγι στην ταπεινή τους καλυβούλα, άντρες και αρχηγός μπόρεσαν να κοιμηθούν ύπνο όπως δεν τον είχαν γευθεί από καιρό.

Σημ. 14ου κεφ. 1. Καπετάν-Ζέζας: Κοίταζε «Μάγκα» της ίδιας συγγραφέως. 2. Χρυσόστομος: Άγιος Δράμας· αργότερα: Άγιος Σμύρνης. Τον σκότωσαν μαρτυρικά οι Τούρκοι στην καταστροφή της Σμύρνης, στα 1922, τον κατακρεούργησε στους δρόμους ο όχλος.

Page 235: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

15. Νικηφόρος ΕΙΔΕ ΚΙ ΕΠΑΘΕ ο Αποστόλης να ξαναβρεί την Κούγκα, όταν ξαναγύρισε την επαύριο το βράδυ. Γύρευε τη μεγάλη καλύβα, και όπου και να γύριζε δεν έβλεπε παρά καλάμια ξερά.

Γελαστός, χαρούμενος, τον δέχθηκε ο Νικηφόρος, οταν επιτέλους βρήκε το πάτωμα.

-Αν δυσκολεύτηκες εσύ, άλλο τόσο θα δυσκολευτούν και αυτοί του είπε.

Και ζήτησε ειδήσεις απ' έξω.

Σαν άκουσε το μήνυμα του πάτερ Χρυσόστομου απο το Μπόζετς, σκυθρώπιασε.

-Το ξέρω πως έχουν ανάγκη από ενίσχυση και εγκαρδίωση, είπε. Μα πώς ν' αφήσομε την Κούγκα και όλη τη Δυτική λίμνη στους Βουλγάρους; λείπει τώρα και ο καπετάν Άγρας. Είμαι μόνος.

-Δεν μπορείς, λέει, να στείλεις έναν, που τον λεν οι Βούλγαροι Εντεροβγάλτη, που δεν ξέρει κανένας τ' ονομά του και σκοτώνει αράδα τους κομιτατζήδες, κύριε Αρχηγέ; ρώτησε ο Αποστόλης.

-Τον Εντεροβγάλτη; Ποιος είναι αυτός;

Ο Αποστόλης επανέλαβε όσα του είχε πει ο καλόγερος του Μπόζετς.

-Τον λένε οι δικοί μας καπετάν Γαρέφη, πως αναστήθηκε ο καπετάν Γαρέφης, κι εκδικεί όλους τους φόνους που κάνουν αυτοί.

-Δεν τον ξέρω, δεν τον άκουσα, είπε ο καπετάν Νικηφόρος. Μα αν τον ξέρει το Κέντρο, από κει μπορεί να πληροφορηθεί και να τον ζητήσει ο πάτερ Χρυσόστομος. Στο δικό μας διαμέρισμα μια φορά, δεν εργάστηκε. Πάντως εγώ δεν μπορώ να φύγω τώρα από την Κούγκα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι δω. Ας κάνουν υπομονή τα χωριά. Εγώ θα μείνω.

Κι έμεινε. Η φύλαξη της Δυτικής Λίμνης είναι από τις ηρωικότερες σελίδες του Μακεδονικού Αγώνα. Οι Βούλγαροι γύρευαν την Κούγκα κι έστελναν περιπολίες να την καταστρέψουν, και οι Έλληνες που βάσιζαν τη δράση τους στην Κούγκα, έβγαζαν κι

Page 236: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

εκείνοι περιπολίες και χτυπιούνταν κάθε μέρα, πότε από μακριά και πότε από κοντά με τον εχθρό.

Πλησίασαν οι Βούλγαροι κι έχτισαν καλύβα μεταξύ του συμπλέγματός τους και της Κούγκας. Πλησίασαν και οι Έλληνες κι έχτισαν άλλη καλύβα μεταξύ της Κούγκας και της καινούριας βουλγάρικης καλύβας. Τόσο κοντά ήταν, ώστε ανάμεσα στα τσακισμένα και αραιωμένα από το κρύο καλάμια, μισοφαίνουνταν οι καινούργιες καλύβες, και στις σιωπηλές ώρες της Λίμνης, ακούονταν κάποτε και οι ομιλίες.

Έχτισε ο Νικηφόρος και άλλη καλύβα από το άλλο πλευρό της Κούγκας, για περισσότερη ασφάλεια, κι έχτισε και άλλη παρακάτω, στο δρόμο προς τις Κάτω Καλύβες, και την έκανε αποθήκη.

Κάθε μέρα, πλάβες με χωρικούς πηγαινοέρχουνταν με χώμα για το οχύρωμα, καλάμια, κούτσουρα, ραγάζι και τροφές.

Κάθε λίγο, ο άρρωστος Άγρας τους έστελνε φυσίγγια και μπόμπες για ν' αναπληρώσει τα πολεμοφόδια που καίουνταν στις καθημερινές συμπλοκές.

Το κρύο χειροτέρευε. Χιόνι πυκνό σκέπασε όλο το Βάλτο, σπάζοντας άφθονα καλάμια, ξεσκεπάζοντας ακόμα περισσότερο φιλικές κι εχθρικές καλύβες. Φάνηκε και άλλη καλύβα βουλγάρικη, που είχε χτιστεί χωρίς να την πάρουν είδηση.

Έβγαλε ο Νικηφόρος σκοπούς μακρύτερα ακόμα απο τη βάση, τόσο κοντά στις βουλγάρικες καλύβες ώστε άκουαν τις κουβέντες τους. Συχνά αντάλλαζαν, από μέσα απο τα καλάμια, Έλληνες και Βούλγαροι, προκλήσεις και βρισιές.

Οι περιπολίες πολλαπλασιάστηκαν. Ο καπετάν Νικηφόρος τις οδηγούσε ο ίδιος. Ο ίδιος πήγαινε και στις άλλες καλύβες, που είχαν χτίσει για προφύλαξη και για βοήθεια στα διάμεσα των βάσεων, να βεβαιωθεί πως φυλάγουνταν καλά.

Μια νύχτα, που βγήκε με τρεις πλάβες να κάνει αναγνώριση, έχασε το δρόμο του, δεν έβρισκε πια το μονοπάτι. Ήταν κοντά στις βουλγάριχες καλύβες και κινδύνευαν κάθε στιγμή οι πλάβες να ξεμπουκάρουν πάνω σε καμιά εχθρική καλύβα, ν' ανακαλυφθούν από βίγλα βουλγάρικη ή να πέσουν σε καμιά «μπρουσκάδα». Είδαν κι έπαθαν να σπάσουν τα πυκνά καλάμια και να περάσουν, να ξαναβρούν το μονοπάτι.

Page 237: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Άλλη φορά βγήκε με δυο πλάβες σε αναγνώριση. Το κρύο ήταν τρομερό. Τα νερά άρχισαν να παγώνουν. Αδύνατον να προχωρήσουν.

Ο καπετάν Παντελής, που ήταν με τον Νικηφόρο, του ειπε:

-Θα κολλήσομε αν δε γυρίσομε πίσω στην καλύβα. Τωόντι τα νερά έπηζαν παντού.

-Πόσο μακριά είμαστε; ρώτησε ένας πλαβαδόρος.

-Δυο ώρες, αποκρίθηκε ο Νικηφόρος.

-Θα βάλομε περισσότερες, είπε ο πλαβαδόρος· η πλάβα κολλησε!

Χρειάστηκε να σπάσουν λεπτό τον πάγο για να ξεκολλήσουν. Μα το κρύο ολοένα δυνάμωνε, μαζί και o πάγος. Και όσο προχωρούσαν, τόσο δυσκολώτερα έσπαζαν τον πάγο.

Είχαν απομακρυνθεί δυο ώρες από την καλύβα. Έβαλαν δεκαοχτώ για να γυρίσουν. Όλη μέρα και όλη νύχτα έσπαζαν πάγο για ν' ανοίξουν δρόμο. Όταν έφθασαν επιτέλους στην Κούγκα, εντελώς εξαντλημένοι, τα χέρια τους ήταν πρησμένα από τους κόπους και το κρύο και τον κάματο. Σαν πτώματα έπεσαν στο πάτωμα και κοιμήθηκαν.

Ο Βάλτος είχε παγώσει πέρα ώς πέρα. Οι συγκοινωνίες έπαυσαν. Ούτε άνθρωποι ούτε τροφές δεν έφθαναν πια. Οι πλάβες δεν κυκλοφορούσαν. Μακριά από τις φιλικές νότιες ακρολιμνιές και καλύβες, οι φύλακες της Κούγκας βρέθηκαν αποκλεισμένοι.

Οι τροφές λιγόστεψαν, έλειψαν. Χρειάστηκε να μικρέψουν τις μερίδες, να μετρούν κάθε βούκα. Άρχισαν να πεινούν.

Ξύλα δεν μπορούσαν πια να μεταφέρουν. Χρειάστηκε να κόβουν ρακίτα και καλάμια χλωρά, και να τα καίουν για να ζεσταθούν. Ο καπνός τους έπνιγε. Άνοιγαν το μουσαμά της πόρτας για να φύγει ο καπνός και ν' αναπνεύσουν, και πάγωνε πάλι η καλύβα.

Η ζωή του Βάλτου, πάντα γεμάτη κακουχίες και στερήσεις, είχε καταντήσει μαρτύριο.

Page 238: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Και όμως κανένας δεν παραπονούνταν, κανένας δε ζητούσε να φύγει. Η καρτερική αντοχή του Αρχηγού έδινε καρδιά στους άντρες, υπέφεραν χωρίς να μιλούν και χωρίς να χάνουν το κέφι τους.

-Καλά όμως που έφυγε ο καπετάν Άγρας! έλεγε κάπου κάπου ο καπετάν Τυλιγάδης. Θα είχε πεθάνει αν είχε μείνει εδώ...

Τα τελευταία νέα που είχε φέρει ο Αποστόλης από την Τούμπα της Τερχοβίστας, ήταν πως ο Άγρας αναλάμβανε πολύ αργά και πως τον βαστούσαν με τη βία να μη φύγει για την Κούγκα, πως έτριζε τα δόντια του που δεν ήταν κι εκείνος στη μάχη, και πως τον φύλαγαν μην ξεκόψει.

Ύστερα έφυγε και ο Αποστόλης, πάγωσε η λίμνη και δεν έφθανε πια καμιά είδηση.

Οι σκοποί όμως που παραφύλαγαν μακριά, προς το μέρος των Βουλγάρων, έφεραν την είδηση πως οι εχθροί έχτιζαν και άλλη καλύβα, στο πλευρό της Κούγκας. Πρωί πρωί, βάζει ο καπετάν Νικηφόρος τις μακριές του μπότες, που του ανέβαιναν ψηλά, πάνω από τα γόνατα, και σκέπαζαν τους μηρούς, και, με δυο πλάβες και πέντε άντρες διαλεχτούς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο καπετάν Παντελής, φεύγει και πάγει να δει με τα μάτια του τι τρέχει.

Ήταν οπλισμένοι όλοι, με τουφέκια, πιστόλια, φυσίγγια.

-Ειδοποιήσετε και τις γειτονικές καλύβες, άφησε παραγγελία ο Νικηφόρος. Αν ακούσετε τουφεκίδι, θα πυροβολήσετε απ' όλα τα πατώματα, για να φέρετε σύγχυση και να μην ξέρει ο εχθρός από πού του έρχεται o αιφνιδιασμός.

Κι έφυγε.

Μα ο πάγος ήταν ψηλός. Κάπου κάπου βαστούσε το βάρος των σωμάτων, αλλού σπούσε και βούλιαζαν οι άντρες στα νερά, κάποτε ώς τη μέση. Έβγαιναν τότε, πατούσαν σε τίποτα φυτά, τινάζουνταν, σήκωναν ψηλά τα πόδια για ν' αδειάζουν τα νερά από τις μπότες τους, και ξανάπαιρναν το δρόμο τους.

Page 239: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Παντού ξερά καλάμια. Παγωμένα, τσάκιζαν με κρότο. Σα γάτες, πότε πατώντας στα νερά, πότε στον πάγο και πότε στους βάτους, προχωρούσαν οι έξι άντρες μερικά βήματα, και πάλι στέκουνταν ν' ακούσουν και να δουν.

Τίποτα δε φαίνουνταν απο μέσα απο τα κίτρινα χόρτα. Και πάλι έπαιρναν το δρόμο τους.

Όλη μέρα προχωρούσαν αργά, σιωπηλά, προσεκτικά, μες στα παγωμένα νερά, ανάμεσα στα ξερά καλάμια που δεν έπρεπε να σπάζουν, μην ακουστεί το τσάκισμά τους.

Είχε σχεδόν νυχτώσει οταν ο Νικηφόρος, που προχωρούσε εμπρός, είδε απο μέσα από κάτι αραιωμένα καλάμια την καινούρια μισοχτισμένη καλύβα.

Ήταν τόσο κοντά, ώστε έβλεπε τους εργάτες και άκουε τις ομιλίες τους.

Με το χέρι έγνεψε στους άντρες του να σταματήσουν. Έπρεπε να πλησιάσουν με τη μεγαλύτερη προσοχή. Ο λαφρύτερος κρότος θα τους πρόδιδε, και τότε ήταν χαμένοι.

Πρώτος προχώρησε λίγα μέτρα ο Νικηφόρος, μες στα νερά και στα καλάμια,και ξαπλώθηκε μπρούμυτα σε κάποια πλατόφυλλα φυτά. Τότε προχώρησε ο καπετάν Παντελής, που ήρχουνταν δεύτερος, και ξαπλώθηκε στην ίδια γραμμή κοντά του. Ύστερα, σαν αγριόγατα ξεγλίστρησε ο Ευάγγελος Κουκουδέας· ύστερα ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος, όλοι στη γραμμή, μπρουμυτιασμένοι, σιωπηλοί, ακίνητοι. Περίμεναν και κοίταζαν. Και πάλι σηκώθηκε ο Νικηφόρος, και πότε περπατώντας σκυφτός, πότε σερνόμενος στον πάγο, πότε βουλιάζοντας στο νερό, προχώρησε πάλι μερικά μέτρα και ξαπλώθηκε σε χοντρόφυλλους βάτους, περιμένοντας τους συντρόφους του. Και προχώρησαν, προχώρησαν, ώσπου έφθασαν πλάγι στην καλύβα, όλοι στη σειρά. Σήκωσε ο Νικηφόρος το χέρι, κι έδωσε το σύνθημα. Μια ομοβροντία ακούστηκε, και δεύτερη, και τρίτη.

Φωνές ξέσπασαν στην καλύβα, στριγγλιές, βογγητά.

-Ολελέ!... Ολελέ! Μάικου!

Page 240: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Από τα ελληνικά πατώματα πυκνό τουφεκίδι ξέσπασε τότε, και μες στον κρότο, ο Νικηφόρος με τους πέντε άντρες του, άδειασε ο καθένας τα δέκα του φυσίγγια, πυροβολώντας από κοντά τη μισοχτισμένη καλύβα.

Τέτοια σύγχυση και ανεμοζάλη έφερε στους Βουλγάρους η τολμηρή αυτή επίθεση, ώστε δεν πρόφθασαν ή δε σκέφθηκαν να βγάλουν πλάβες, να κυνηγήσουν τους επιτιθέμενους πεζοπόρους.

Ενώ μάζευαν οι Βούλγαροι τους πληγωμένους και σκοτωμένους τους, οι έξι Έλληνες, πατώντας σε νερά, φυτά, ή πάγους, επέστρεψαν στην Κούγκα σώοι και αβλαβείς, αλλ' αφανισμένοι από την κούραση και το κρύο.

Ξύπνησαν την άλλη μέρα με βροχή.

- Ουφ! Τουλάχιστον θα λιώσει ο πάγος! έκανε με ανακούφιση ο καπετάν Παντελής, ο πιο νοικοκύρης της παρέας, που δυσανασχετούσε για το στραπάτσο που είχε πάθει την παραμονή η πάντα καθαρή, όσο και να ήταν παλιά, φορεσιά του. Θα μπορούμε να κυκλοφορούμε με πλάβες. Δέστε τι μου έκαναν τα χθεσινά νερά και οι πλατόφυλλες λαπατιές!

-Πω πω! είπε συμπονετικά ο Μιχάλης, και φώναξε: Κερα-Τριανταφυλιά, Μαρία, Ασήμω! Βάλτε σίδερα στο τζάκι, ελάτε να σιδερώσετε το αντερί και το μπενιβρέκι του Παντελή! Έχουν μια ζάρα κι ένα λεκεδάκι! Πω πω!

Όλοι οι άντρες γέλασαν, πρώτος πρώτος ο καπετάν Παντελής, που με το χέρι, πατώντας τις ζάρες, γύρευε να τις σβήσει.

Καλόκαρδα είπε ο Αρχηγός:

-Μη μου τον πειράζετε, τον Παντελή! Μακάρι να ήσταν όλοι τυποδεμένοι σαν κι αυτόν. Θα πηγαίναμε στο θάνατο σαν τους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, λουσμένοι,

χτενισμένοι, παστρικοί, σα γαμπροί της ώρας.

Σήκωσε τα μάτια κατά τα μαύρα σύννεφα που κατέβαζαν καταρράχτες: Ποιος ξέρει αν μ' αυτό τον καιρό δε μας προσβάλλουν αύριο οι γείτονές μας...

Page 241: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

πρόσθεσε.

Μα τρομαγμένοι απο το χθεσινό αιφνιδιασμό οι Βούλγαροι δεν κούνησαν.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες έβρεξε, οι πάγοι έλιωσαν και η τετάρτη μέρα ξημέρωσε ηλιακή, φωτεινή, χαρά Θεού. Η λίμνη έλαμπε πέρα ώς πέρα, φρεσκολουσμένη, με διαμάντια σκαλωμένα σε όλα τα κλαριά, τους βάτους και τα καλάμια.

Πλάβες κατάφθασαν με τροφές και πολεμοφόδια, επίσης και με ειδήσεις. Ο Άγρας ήταν καλύτερα, κι ενθουσιασμένος έγραφε του Νικηφόρου:

«Αδελφέ Γιάννη,

Έλαβον την επιστολήν σου, είδον τα εν αυτή. Αι εξωτερικαί πληροφορίαι είναι θαυμάσιαι, ολίγη υπομονή χρειάζεται ακόμη και ενέργεια, και θα κατορθώσωμεν την εκτόπισιν των φίλων μας. Η προχθεσινή ενέργεια σου ήτο εξόχως λαμπρά και τ' αποτελέσματα των τοιούτων ενεργειών θα είναι πολύ αποτελεσματικά. Μόλις Πάλας1 αφίχθη εις πάτωμα, να έλθης εδώ, σε περιμένομεν, να συστήσης εις όλους τους άνδρας γενικώς, και ιδίως εις τους ιδικούς σου, τελειαν υποταγήν εις τον Παλαν, καθ' όσον εις την παρούσαν περίστασιν Αρχηγοί, Καπεταναίοι, είναι όλοι κοινοί. Σήμερον έρχεται ενίσχυσις δι' ης θ' αντικαταστήσης τους πλέον κουρασμένους άνδρας, οίτινες ας παραμένουν είτε εις το Καραούλι του Κολοβού ή εις την καλύβαν κάτω.

Σε φιλώ

Άγρας »

Κι έστειλε το γράμμα μ' έναν αγγελιοφόρο. Στο μεταξύ ο Αποστόλης είχε πάγει στα Γιουβάρια, στην ακροθαλασσιά, να παραλάβει και να οδηγήσει τις ενισχύσεις που έστελνε το Κέντρο στη Λίμνη.

-Καλά κάνουν, είπε ο Νικηφόρος, μ' ένα εγκαρδιωτικό βλέμμα στους γύρω άντρες του. Μερικοί από μας έχομε ανάγκη από ξεκούραση.

Page 242: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ήταν αρκετοί κουρασμένοι, και άλλοι θερμιασμένοι. Μα ποιος το παραδέχουνταν, όσο βαστούσε τέτοια στάση ο Αρχηγός, να τ' ομολογήσει; Όλοι φούσκωναν τα στήθη τους και διαμαρτύρουνταν πως κανένας δε φεύγει, δεν αφήνει τον Αρχηγό.

Με το λιώσιμο όμως του πάγου, η κατάσταση αντί να καλυτερεύσει επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο. Τα νερά κατέβηκαν ποτάμι από τα βουνά, ανέβασαν τη στάθμη της Λίμνης, πλημμύρισαν τις καλύβες.

Το πάτωμα της Κούγκας, παλιό, κακοχτισμένο και βαρύ, ακουμπισμένο στο ρηχό βυθό, δεν ανέβαινε με τα νερά, δεν έπλεε· απεναντίας κατακλύζουνταν ολοένα και περισσότερο. Από την καλύβα-αποθήκη, χτισμένη δυο χιλιάδες μέτρα πιο νότια, οι πλάβες αδιάκοπα κουβαλούσαν τώρα δέματα από καλάμια, ξύλα, κάσες άδειες, και τα στοίβαζαν στο πάτωμα μήπως και το υψώσουν. Θέση πια να σταθούν οι άντρες όρθιοι μες στην καλύβα δεν υπήρχε. Η πόρτα είχε κοντήνει, είχε γίνει μια τρύπα.

Και όλο ανέβαιναν, ανέβαιναν τα νερά... Ο Νικηφόρος και οι άντρες του είχαν βγάλει τις μπότες τους, που δεν τους προφύλαγαν πια, και, γυμνοί ώς πάνω από τα γόνατα, πηγαινοέρχουνταν μες στα παγωμένα νερά, κάθουνταν σε καμιά κάσα, και πάλι σηκώνουνταν και περπατούσαν για να μην παγώσουν.

Αδύνατο να πλαγιάσουν, αδύνατο να κοιμηθούν. Και τα νερά, ανέβαιναν, ανέβαιναν...

Δυο μέρες και δυο νύχτες πέρασαν οι άντρες μες στα νερά. Η ζωή είχε γίνει ανυπόφορη. Πόνοι τους βασάνιζαν σε όλες τις κλειδώσεις.

Αποκαμωμένος κάθισε ο Νικηφόρος, με το νερό ώς τη μέση, ακούμπησε στον τοίχο της καλύβας κι έκανε να κοιμηθεί. Προσπάθησαν και οι άντρες του να τον μιμηθούν. Μα μόλις τους έπαιρνε ο ύπνος, το κρύο τους ξυπνούσε, τα δόντια τους χτυπούσαν, το σώμα τους μούδιαζε, χέρια, πόδια, μέση, πλάτες, όλα πονούσαν, κοκάλιαζαν, έχαναν την ευλυγισία τους.

Κάπου κάπου, σφαίρες βουλγάρικες σφύριζαν στ' αυτιά τους. Μα δεν απαντούσε κανένας τους, μην προκαλέσουν καμιάν επίθεση, που εκείνη την ώρα θα ήταν καταστρεπτική. Τ'οχύρωμα της καλύβας, από ογδόντα εκατοστά που το είχαν υψώσει,

Page 243: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

είχε μείνει ελάχιστο - τόσα καλάμια στοιβάζουνταν πίσω του για να υψώσουν το πάτωμα!

Την άλλη μέρα, διάλεξε ο Νικηφόρος δέκα δώδεκα άντρες, τους πιο κουρασμένους και άρρωστους, και, θέλοντας και μη, τους έστειλε στις Κάτω Καλύβες. Συνάμα ειδοποιούσε τον Άγρα να έχει έτοιμες ενισχύσεις, για να του τις στείλει με το πρώτο κάλεσμα.

Δεν του έμεναν παρά εικοσιένας πια, για να φυλάξει τις καλύβες και για αντίσταση, αν γίνουνταν βουλγάρικη επίθεση· επίσης και μερικοί χωρικοί.

Εκείνη τη νύχτα ο Νικηφόρος δεν κοιμήθηκε. Ανήσυχος, ακάθιστος, πυρετιασμένος, προετοιμάζουνταν για μάχη. Έστηνε σκοπούς προς τις βουλγάρικες καλύβες, και οι πλάβες αδιάκοπα έφερναν και χώμα για το πρόχωμα, και φυσίγγια άφθονα για τους άντρες.

-Κάθισε, κύριε Αρχηγέ, του είπε ο καπετάν Παντελής, στήνοντάς του μια κάσα όρθια. Δε θα βαστάξεις, αν κάνεις έτσι. Κι έχουν πρηστεί τα πόδια σου.

Σκοτισμένος, αποκρίθηκε ο Αρχηγός:

-Δεν μπορώ να κοιμηθώ, ούτε να ησυχάσω. Έχω μια προαίσθηση πως θα μας επιτεθούν αυτοί.

Οι σκοποί κατάφθαναν, ανήσυχοι κι εκείνοι. Μεγάλη κίνηση, λέγει, γίνουνταν στις βουλγάρικες καλύβες, και πολλές πλάβες πηγαινοέρχουνταν.

-Κάτι ετοιμάζουν, κύριε Αρχηγέ.

-Με τέτοιο κρύο; έκανε ένα απο τα παιδιά.

-Αυτοί, πιο έμπειροι, χτίσανε καλύτερα τις καλύβες τους, δεν υποφέρουν σαν κι εμάς, είπε ο καπετάν Τυλιγάδης. Μπορεί και να μας επιτεθούν.

-Είμαι βέβαιος πως θα μας επιτεθούν, αποκρίθηκε ο καπετάν Νικηφόρος. Δεν έχομε λεπτό να χάσομε. Το προαισθάνομαι.

Page 244: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Και χώρισε έξι άντρες απο τους εικοσιένα, τους έδωσε δυο πλάβες, και τους διέταξε η μια να κρυφθεί στα καλάμια δεξιά, η άλλη αριστερά, και μόνο σα δώσει εκείνος το σύνθημα, αν πλησιάσουν πολύ οι Βούλγαροι και κινδυνεύει η καλύβα, τότε μονο να πυροβολήσουν.

'Ηταν επτά το πρωΐ μόλις είχε ξημερώσει. Από τις βουλγάρικες καλύβες κάτι ακούουνταν, κίνηση, πλατάγημα κουπιών. Και οι σκοποί πυροβόλησαν, υποχωρώντας προς την Κούγκα.

Την ίδια ώρα, ομοβροντίες έπεσαν από διάφορα σημεία, και σφαίρες σφύριξαν, πιτσίλησαν τα νερά γύρω στην καλύβα.

Μα ο Νικηφόρος ήταν πια έτοιμος. Έκανε νόημα να μην πυροβολήσει κανείς. Και ταμπουρωμένοι πίσω απο το χαμηλό οχύρωμά τους οι άντρες, πειθαρχιχοί, περίμεναν.

Το τουφέκι ομως πύκνωνε. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή στο πάτωμα και στην καλύβα. Ένας εύζωνος που έκανε να συρθεί να πάρει κάτι απο την καλύβα, έπεσε νεκρός.

Ο Νικηφόρος δίνει διαταγή σε λίγα τουφέκια ν' αποκριθούν, έτσι που να γελαστούν οι Βούλγαροι, να νομίσουν πως δεν έχει δυνάμεις στην Κούγκα.

Φωνές χαρούμενες και θριαμβευτικές ακούονται, βουλγάρικες:

-Χβανέτε γκι! Χβανέτε γκι φσίτσκι ζίβι! Τε σα μάλκο!2

Πρέπει να ήταν πολλές οι πλάβες, και κοντά, και, αν και αόρατος ο εχθρός, θα έβλεπε αυτός την καλύβα. Γιατί οι σφαίρες όλες έπεφταν στο πάτωμα, χτυπούσαν και θρυμμάτιζαν το χωματένιο περίφραγμα.

-Πυρ ταχύ και γενικό! διατάζει ο Αρχηγός. Και αρχίζει πανδαιμόνιο.

Όλη η λίμνη αντηχούσε!... Η Κούγκα φλογίζουνταν απο τη μιαν άκρη στην άλλη. Τα τουφέκια άναβαν όλα, έφτυναν φωτιά και σίδερο, αλλά στα τυφλά, μες στα καλάμια, απ'

Page 245: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

όπου έφθαναν οι εχθρικές σφαίρες. Μπρούμυτα, μες στα νερά, πίσω απο το χαμηλό περιτοίχισμα, οι άντρες τραβούσαν αδιάκοπα.

Μα ο εχθρός πλησίαζε ολοένα. Είχαν αποφασίσει οι Βούλγαροι, με κάθε θυσία να πάρουν το προπύργιο αυτό της ελληνικής αντιστάσεως, που τους είχε γίνει καρφί

στο μάτι. Κάπου κάπου, καμιά πλάβα έκανε να ξεμυτίσει απο μέσα απο τα αραιά καλάμια, μα τέτοιο τουφεκίδι τη χαιρετούσε ώστε υποχωρούσε την ίδια στιγμή.

Είχε περάσει μια ώρα. Το ήξερε ο Νικηφόρος, ότι πριν από άλλη μια ώρα βοήθεια δεν μπορούσε να φθάσει, όσο και αν βιάζουνταν οι άντρες από τις άλλες ελληνικές καλύβες. Έπρεπε να βαστάξει ώς τότε.

Το αριστερό μέρος της Κούγκας, γεμάτο πυκνά φυτά, τον ανησυχούσε. Απο τα ρηχά αυτά νερά μπορούσαν και πεζή ακόμα να πλησιάσουν Βούλγαροι, να ρίξουν χεροβομβίδες. Και τότε ήταν χαμένοι.

Έδωσε το σύνθημα να πυροβολήσει η αριστερή πλάβα.

Μα, εκτεθειμένοι όπως ήταν οι άντρες στις δυο κρυμμένες πλάβες, είχαν υποφέρει πολύ, και είχαν υποχωρήσει σε άλλα μονοπάτια.

-Ε, θα τα βγάλομε πέρα μόνοι μας, παιδιά! Κουράγιο και σταθερότητα!... φώναξε ο Αρχηγός.

Από τον καπνό όμως που άφηναν τα παλιά τουφέκια γκρα, με μαύρο μπαρούτι, δεν έβλεπε πια τίποτα.

-Καπετάν Παντελή, πιάσε συ το αριστερό μέρος με τον Κουκουδέα, μη μας κάνουν αιφνιδιασμό από κει! Και σεις παιδιά, όλοι, παύσατε πυρ! φώναξε.

Ήταν σα να 'λεγε στους δυο άντρες: «Αυτοκτονήσετε παιδιά!», τέτοιο χαλάζι απο σφαίρες έπεφτε ολόγυρα!... Μα ούτε στιγμή δε δίστασαν τα παλικάρια. Από το ταμπούρι τους σηκώθηκαν κι έπιασαν την αριστερή πλευρά, και χωρίς διακοπή τουφεκούσαν κατά τις βουλγάριχες πλάβες.

Page 246: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Όρθιος, μπροστά σ' ένα άνοιγμα του προχώματος, κοίταζε ο Νικηφόρος τις εχθρικές πλάβες, που μια φαίνουνταν και μια χάνουνταν μες στα καλάμια, πλησιάζοντας ολοένα πιο κοντά, στενεύοντας την πολιορκία.

Δυο χωρικοί, πανικόβλητοι, έτρεξαν μέσα στην καλύβα κι έχωσαν τα κεφάλια τους σε δέματα απο ραγάζι, νομίζοντας έτσι πως θα γλιτώσουν.

Τους είδε ο Νικηφόρος, ένιωσε τον εκνευρισμό των αντρών του, που ακίνητοι τόσην ώρα τουφεκούσαν αδιάκοπα, ξαπλωμένοι μες στα νερά, και φοβήθηκε μην τους μεταδοθεί ο πανικός των χωρικών. Ξαφνικά του ήλθε μια έμπνευση.

-Το τραγούδι του Ζέζα, παιδιά, ολοι μαζί! πρόσταξε. Να μας ακούσουν ποιοι είμαστε!

Και όλοι μαζί, σαν ένας άνθρωπος, άρχισαν να τραγουδούν:

Σαν τέτοια ώρα στο βουνό, ο Παύλος πληγωμένος μες στο νερό του αυλακιού ήτανε ξαπλωμένος.

-Για σύρε, Δήμο μου πιστέ, στην ποθητή πηγή μου, και φέρε μου κρύο νερό να πλύνω την πληγή μου.

Σταλαματιά το αίμα μου, για σε Πατρίς, το χύνω,

για νάχεις δόξα και τιμή, να λάμψεις σαν τον κρίνο. Είν' η Ελλάδα μας μικρή, μικρή και ζουλεμένη,

μα ελευθεριά έχει πολλή! Μες στο κλουβί δεν μπαίνει!

Παύλος Μελάς κι αν πέθανε, τ 'αδέλφια του ας ζήσουν, αυτά θα τρέξουνε μαζί για να τον αναστήσουν!»

Το τραγούδι, που το 'λεγαν όλοι οι αντάρτες τότε στα βουνά, ηλέκτρισε τους άντρες. Με καινούριο θάρρος και πείσμα, σηκώνουνταν άφοβα στα γόνατα, σημάδευαν, πυροβολούσαν.

Page 247: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ένα παλικάρι πληγώθηκε. Αδιαφορώντας εξακολουθούσε να τραγουδά. Άλλο παρακάτω, έπεσε.

-Τραβάτε, βρε παιδιά, να πάρετε πίσω το αίμα μου! είπε τους συντρόφους του.

Και σαν αντιλαλιά χαρμόσυνη, μια μπαταριά μακρινή, από πίσω τους, εσχισε τον αέρα.

-Θάρρος! Θάρρος παιδιά! Μας έρχεται βοήθεια! Σημαδεύετε και τραβάτε! Πυρ ταχύ! Κουράγιο, παιδιά! φώναξε μεθυσμένος από χαρά ο Αρχηγός.

Και ολόκληρη η Κούγκα έφτυνε φωτιά, σίδερο και θάνατο.

Είχε περάσει άλλη μια ώρα, οι άντρες είχαν ετοιμάσει και χεροβομβίδες, οι Κρητικοί έβγαλαν τα μαχαίρια τους, πρόθυμοι, στον ενθουσιασμό τους, να πηδήξουν και στο νερό ακόμα, με την πρώτη διαταγή του Αρχηγού τους.

Μα ξαφνικά αραίωσε το εχθρικό τουφέκι, οι άγριες φωνές πνίγηκαν, πλατσιά βούτηξαν βιαστικά στο νερό, και όλο αραίωναν, αραίωναν οι πυροβολισμοί.

-Φεύγουν! Φεύγουνl... Τραβάτε, βρε παιδιά! Πυρ ταχύ! Σημαδεύετε! Νικήσαμε!... φώναξε έξαλλος ο Αρχηγός.

Και την ίδια ώρα, θριαμβευτική ζητωκραυγή ξέσπασε, κοντά πια, πίσω από την Κούγκα.

-Ζήτω-ω-ω! Ζήτω-ω-ω!... Βαστάτε αδέλφια, και φθάσαμε!...

Απ' αντίκρυ οι πυροβολισμοί είχαν παύσει ολότελα. Μιλιά πια δεν ακούουνταν. Μόνο το βιαστικό πλατσάρισμα των κουπιών στο νερό και τα τσακισμένα καλάμια μαρτυρούσαν τη βιαστική φυγή των Βουλγάρων.

Σημ. 15ου κεφ.

1. Πάλας: Υπαξιωματικός, από τους υπαρχηγούς του Άγρα. 2. Χβανέτε γκι! Χβανέτε γκι φσίτσκι ζίβι; Τε σα μάλκο! Πιάστε τους! Πιάστε τους όλους! Λίγοι είναι!

Page 248: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

16. Καινούρια φθασίματα ΕΝΑ ΤΕΤΑΡΤΟ της ώρας αργότερα έφθαναν οι βοήθειες, σειρά ολόκληρη από πλάβες, με άντρες διαλεγμένους από τον Άγρα, και μαζί, αυτή τη φορά, και ο καπετάν Κάλας. Συγχαρητήρια, σφιξίματα χεριών, αγκαλιάσματα, γέλια, συγκίνηση. Δεν ήξεραν οι νεοφερμένοι πώς να δείξουν τη χαρά τους στους αφανισμένους από την κούραση υπερασπιστές της Κούγκας για την ηρωική τους νίκη.

Τους είχε οδηγήσει τους νεοφερμένους ο γερο-Πασκάλ, και περισσότερο ίσως και από τους Έλληνες χαίρουνταν αυτός για την ήττα των Βουλγάρων.

-Οι κουρασμένοι μπορούν να φύγουν, να παν να ησυχάσουν στις Κάτω Καλύβες, πρότεινε ο καπετάν Κάλας. Είμεθα αρκετοί εμείς για να βαστάξομε την Κούγκα !...

Μα πού ν' ακούσουν οι άντρες και ν' αφήσουν τον Αρχηγό τους! Η νίκη τους είχε φανατίσει. Τους είχε, λέγει, ξεκουράσει και από την αϋπνία, και από το κρύο, και από τα νερά. Ούτε οι φοβισμένοι χωρικοί δεν ήθελαν πια να φύγουν.

Καθισμένοι γύρω στη φωτιά, απλώνοντας στις φλόγες τα πονεμένα τους μέλη, διηγούνταν ο καθένας τις εντυπώσεις του, αργά το απόγεμα, όταν σύνθημα δόθηκε από τις βίγλες πως πλάβα φιλική πλησιάζει. Ο καπετάν Νικηφόρος, τρίβοντας την πιασμένη του ράχη, βγήκε στο πάτωμα με τον καπετάν Κάλα, να υποδεχθούν τους επισκέπτες.

Μέσα σε μια μεγάλη πλατιά πλάβα, τρεις άντρες κάθουνταν, φρεσκοξυρισμένοι, ολοκάθαροι, ζωντανή αντίθεση του έξω πολιτισμού με τη μαρτυρική ζωή της καλύβας. Ένας πλαβαδόρος, όρθιος πίσω, έσπρωχνε τη βάρκα. Ήταν ο Αποστόλης. Πλεύρισε η πλάβα, και σβέλτα πήδηξε ο οδηγός στο πάτωμα.

-Σιγά, κύριε Μήτσο, είπε στον πιο ψηλό ένα παλικάρι με κυπαρισσένιο κορμί, που σηκώθηκε απότομα. Εύκολα αναποδογυρίζουν τούτες οι πλατιές βάρκες... Πρέπει να τις συνηθίσεις...

Ήταν νέος, αρειμάνιος, ωραίος στην ολοκαίνουρια άψογη αντάρτικη στολή του, με την καινούρια πέτσινη ζώνη του και τις αστραφτερές σταυρωτές φυσιγγιοθήκες του.

Page 249: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

λαφριά πήδηξε στο πάτωμα, και πιο βαριά τον ακολούθησε ένας αντάρτης ασπρομάλλης, με μαύρα βαθιά μάτια και σκυφτούς ώμους. Τελευταίο ακολούθησε ένα αγόρι, ώς δεκαπέντε δεκάξι χρονών, αντάρτικα ντυμένο κι αυτό. Στην αγκαλιά βαστούσε ένα σκυλάκι άσπρο, με μαύρους λεκέδες στο κεφάλι και στο μούτσουνο.

Τους παρουσίασε ο Αποστόλης:

- Ήθελαν και καλά να έλθουν σε σένα, κύριε Αρχηγέ, είπε του καπετάν Νικηφόρου, να πολεμήσουν, λέει, μαζί σου. Είναι ο κύριος Μήτσος Βασιωτάκης, ο κυρ- Βασίλης Ανδρεάδης, και ο κύριος Περικλής Βασιωτάκης. Ήλθαν από την Αίγυπτο. Και από το Δεσπότη έλαβα διαταγή να πάγω να τους παραλάβω και να τους οδηγήσω σ' εσένα.

Παραξενεμένος κοίταζε ο Νικηφόρος τους τρεις νεοφερμένους, τόσο ανόμοιους, και μηχανικά χάιδεψε το κεφάλι του σκύλου, που είχε μείνει στην αγκαλιά του Περικλή.

-Σκυλιά εδώ, είναι άχρηστα και επικίνδυνα, είπε διστακτικά. Με τα γαβγίσματά τους μπορούν να μας προδώσουν...

-Μην ανησυχείτε καθόλου γι' αυτό, κύριε Αρχηγέ, είπε σοβαρά το αγόρι. Ο Μάγκας είναι μαθημένος να μη γαβγίζει, παρά οταν του δώσω διαταγή. Τον έφερα με την άδεια του καπετάν Άγρα, και αφού βεβαιώθηκε κι εκείνος πως καλό μπορεί να κάνει, κακό όμως όχι.

-Είδατε τον καπετάν Άγρα; Πώς είναι;... ρώτησε ο Νικηφόρος το νέο κοντά του.

-Είχε πυρετό... Νομίζω πως θα είχε ανάγκη να φύγει απο τη Λίμνη, αποκρίθηκε ο Μήτσος. Πες, Βασίλη, τι σου είπε ο γιατρός;

Όλοι γύρισαν στον ασπρομάλλη, που είχε σταθεί λίγο παράμερα. Ήταν άσπρα τα μαλλιά του και βαθιά χωμένα τα συλλογισμένα μάτια του κάτω απο μαύρα πυκνά φρύδια και μέτωπο οργωμένο απο χαράκια. Μα το σώμα του, λιγνό και αλύγιστο, ήταν νέου ανθρώπου σώμα.

Απλά αποκρίθηκε:

Page 250: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Έστειλε ο Δεσπότης γιατρό από τη Θεσσαλονίκη. Και αφού τον εξέτασε, του είπε να βγει απο το Βάλτο, να πάγει σε βουνό. Του είπε μάλιστα ν' αφήσει για καιρό την αντάρτικη ζωή, να κατέβει στην Ελλάδα. Αλλιώς, λέγει, να μην ελπίζει πως θα ξαναβρεί ποτέ την υγεία του.

- Και το αποφάσισε ο Άγρας; ρώτησε ο Νικηφόρος.

-Γέλασε σαν τ' άκουσε, είπε ήσυχα ο Βασίλης. Και σαν του το ξαναείπε ο γιατρός, αποκρίθηκε: «Mη χάνεις τα λόγια σου, γιατρέ. Την τύχη μου τη συνέδεσα με το Βάλτο. Σα διώξουμε τους Βουλγάρους, θα φύγω ίσως κι εγώ. Ωστόσο, εδώ θα μείνω!»

- Του πέρασε τουλάχιστον ο πυρετός;

-Όχι! Πριν φύγουμε μεις, τον έπιασε πάλι. Είχε πάνω απο σαράντα βαθμούς!

-Μοιάζει εξαντλημένος, πρόσθεσε ο Μήτσος. Ήταν εκεί ένας Αντωνάκης γιατρός, που του έλεγε να φύγει. Μα εκείνος πάλι αρνήθηκε.

-Ο Αντωνάκης ο Γιατρόςl; έκανε γελαστά ο καπετάν Κάλας. Τον γνωρίσατε λοιπόν; Δεν κάνει πια το γιατρό· δουλεύει για μας, είναι απο τα πολυτιμότερα στοιχεία του Αγώνα. Σας είπε πώς διώχνει τα σκυλιά; ρώτησε δείχνοντας το σκυλάκι στην αγκαλιά του Περικλή.

-Όχι, αποκρίθηκε ο Περικλής. Δεν είπε τίποτα. Γιατί;

-Έχει έναν τρόπο αυτός να διώχνει τα σκυλιά, διηγήθηκε ο καπετάν Κάλας. Όταν είναι να περάσει κανένα ελληνικό σώμα κοντά σε χωριό όπου είναι στρατός τούρκικος, πηγαίνει αυτός μπροστά, καμιά μέρα πρωτύτερα, τάχα πως θα δει άρρωστο, και βγάζει μια φωνή. Όπου φύγει φύγει, κανένα σκυλί δε μένει, και ούτε επιστρέφουν πριν απο δυο τρεις μέρες. Τα βλέπεις και φεύγουν σαν τρελά, τρέμοντας στα πόδια τους, η τρίχα τους ορτσωμένη. Και τον έμαθαν οι χωρικοί και τον παρακαλούν να μη φωνάζει. Είναι πολύτιμος για τα ανταρτικά σώματα ο Αντωνάκης ο Γιατρός.

Ο καπετάν Νικηφόρος έμπασε τους τρεις νεοφθασμένους στην καλύβα.

-Να σας τρατάρομε έναν καφέ, τους είπε.

Page 251: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Μα ο Μήτσος έβαλε ευθύς τα πράματα στη θέση τους.

-Δεν ήλθαμε ως μουσαφίρηδες, καπετάν Νικηφόρο του είπε. Ήλθαμε να καταταχθούμε στο σώμα σας και να πολεμήσομε μαζί σας.

Ο Χρήστος ο Κρητικός κοίταξε περιφρονητικά την καινούρια στολή και τα γυαλιστά πετσιά του Μήτσου.

-Ρώτησέ τονε, μύρισε ποτέ μπαρούτι; είπε σιγά του καπετάν Παντελή, που τη θαύμαζε κι εκείνος, με κάτι σα ζούλια στα μάτια.

Ο Μήτσος τ' άκουσε, αν και το είχε πει χαμηλόφωνα. Χαμογέλασε καλόβουλα.

-Όχι, παιδί μου, αποκρίθηκε. Δε μύρισα ακόμα μπαρούτι, γιατί δεν έγινε πόλεμος αφότου μεγάλωσα. Μα υπηρέτησα στο στρατό δυο χρόνια, και είμαι απο πολεμική οικογένεια. Ο πατέρας μου πληγώθηχε στα '97, και ο προπάππος του εξαδέλφου μου -έδειξε τον Περικλή- πολέμησε με τον Μάρκο Μπότσαρη στο Μεσολόγγι2 κι έχασε το ένα του χέρι στην καταστροφή των Ψαρών. Είμαστε Κρητικοί και μαθημένοι στο τουφέκι.

Ντροπιασμένος που είχαν ακουστεί τα λόγια του, έκανε να παραμερίσει ο Χρήστος. Αλλά και δεν έπαυε να κοιτάζει κρυφά του Μήτσου Βασιωτάκη την ολοκαίνουρια στολή. Το αντιλήφθηκε ο Μήτσος κι εξήγησε:

-Δε φταίγω αν μοιάζει ακόμα κοπέλα η στολή μου! Βγαίνει απο το ράφτη. Μα θα καπνιστεί ελπίζω, γρήγορα, σαν του φίλου μου του Βασίλη -πρόσθεσε χαϊδεύοντας τον ώμο του ασπρομάλλη- που πολέμησε με τον καπετάν Ζέζα, και ήταν πλάγι του ώς την τελευταία στιγμή!

Η προσοχή των αντρών από τη στολή του Μήτσου στράφηκε στον Βασίλη.

-Αλήθεια;

-Τον γνώρισες;

-Πολέμησες μαζί του;

Page 252: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Ίσα ίσα, στη μάχη απάνω τραγουδήσαμε το τραγούδι του, άρχισε να διηγείται ο καπετάν Νικηφόρος.

Μα τον διέκοψε μια φωνή απ' έξω:

-Κύριε Αρχηγέ! Σε ζητούν! φώναξε ο Μιχάλης. Ο Νικηφόρος σηκώθηκε και βγήκε στο πάτωμα, όπου έμεινε λίγα λεπτά. Όταν ξαναγύρισε, ήταν συννεφιασμένος και σκοτισμένος.

-Ποιος έρχεται μαζί μου; ρώτησε. Πάγω να περιπολήσω.

Όλοι οι άντρες πετάχθηκαν απάνω.

-Εγώ, κύριε Αρχηγέ!

-Εγώ!

- Εγώ!

Όλοι ξέχασαν μεμιάς κόπους και κούραση, όλοι ήθελαν να πάνε, όλοι ήταν έτοιμοι για καινούριους αγώνες.

-Δεν κάνει παιδιά· δυο θα πάρω, είπε ο Νικηφόρος. Εναν πολεμιστή κι έναν πλαβαδόρο. Ο Αποστόλ Πέτκωφ ήταν στη μάχη, και ο Χατζη-Τράιος! Δυο βοεβόδες που δεν τα βάζουν κάτω εύκολα. Μπορεί να 'χομε αιφνιδιασμό τη νύχτα...

- Πώς το 'μαθες; ρώτησε ο Κάλας.

-Ήλθαν και μου το 'παν: Ο Στενημαχίτης μ' ένα σύντροφό του. Για να το πει ο Στενημαχίτης, το ξέρει. Έρχεται από τα Γιάντσιτσα, άλλωστε, ένα πλάγι από το Ζερβοχώρι.

Ο Κάλας σηκώθηκε.

-Θα ήθελα να τον δω κι εγώ, είπε.

-Έφυγαν, αποκρίθηκε ο Νικηφόρος. Ήταν βιαστικοί. Ούτε βγήκαν απο την πλάβα τους.

Page 253: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

- Πού πήγαιναν;

-Κατά τις Κάτω Καλύβες. Έχουν, λέει, δουλειά στην Αγια-Μαρίνα.

-Ήταν ο Στενημαχίτης ο Μανόλης; ρώτησε o καπετάν Κάλας.

-Ναι, αποκρίθηκε ο Νικηφόρος. Αυτός που σκότωσε τον Σταυράκη.

-Και ο άλλος;

-Δεν τον ξέρω. Είναι ψηλός, μελαχρινός...

-Ε... θα καλοπεράσουν οι βουλγάρικες αποθήκες, είπε ο Κάλας.

-Τον ξέρεις εσυ το σύντροφο του; ρώτησε ο Νικηφόρος.

-Ήλθαν και με είδαν μαζί. Είναι κείνος που έπνιξε κάποιον αρχικομιτατζή στο Ζερβοχώρι, εφάμιλλος του Στενημαχίτη, που και δυνατός είναι και γενναίος.

-Είναι αποφασιστικος ο Στενημαχίτης! Είναι και επιτήδειος και ξυπνός! πρόσθεσε ο Νικηφόρος. Σα βάλει κάτι με το νου του, το βγάζει πάντα πέρα. Μα πιο γενναίος ακόμα μοιάζει ο άλλος, ο σύντροφός του. Θηρίο είναι! Ώς εκεί απάνω άντρας!

Και αλλάζοντας ομιλία:

-Έλα μαζί μου, Βαγγέλη, πρόσταξε το γίγα Μακεδόνα, εσύ που είσαι μάστορης στο κουπί· και συ, Χρήστο, είπε, διαλέγοντας τον Κρητικό από μέσα απ' όλους που σπρώχνουνταν να τον ακολουθήσουν. Δεν μπορώ να πάρω άλλους. Πρέπει να γίνει γρήγορα και σιωπηλά η αναγνώριση.

Οι άντρες όλοι είχαν στριμωχθεί στο πάτωμα, να δουν την αναχώρηση του Αρχηγού. Όλοι ήταν κουρασμένοι, αφανισμένοι απο την κακοπέραση και το κρύο των τελευταίων μερών. Αλλ' αυτό δεν τους εμπόδισε να ετοιμάσουν πλάβες, να τις οπλίσουν, και να κατεβούν μέσα, ανά τρεις σε κάθε πλάβα, έτοιμοι να εξορμήσουν και να βοηθήσουν, αν ακούσουν μια τουφεκιά.

Μόνη ξεκίνησε η πλάβα του Αρχηγού. Ο ήλιος χάνουνταν πίσω από τα βουνά.

Page 254: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Κουνάβια, αγριόπαπιες, νερόκοτες που επέστρεφαν να κουρνιάσουν στο Βάλτο, πουλιά, νερόφιδα, το σουσούρισμα του ανέμου, ακόμα και το χιόνι που έπεφτε από τα κλαριά πιτσιλώντας τα νερά, τα καλάμια που σκούσαν απο το κρύο, όλα μαζί έκαναν μια συναυλία απο μεγάλους ή κουφούς κρότους, που σκέπαζαν το λαφρύν ήχο, το γλίστρημα της πλάβας μες στο νερό. Ο Βαγγέλης, όρθιος στην πρύμη, χωρίς να σηκώνει το πλατσί του, κωπηλατούσε σιωπηλά, γέρνοντας λαφριά μια εμπρός, μια πίσω, ενώ γονατιστός στη μέση της πλάβας ο Χρήστος, κρατούσε το τουφέκι έτοιμο να πυροβολήσει, το κοντάκι στον ώμο, το δάχτυλο στη σκανδάλη.

Εμπρός, στην πλώρη καθισμένος, ο Νικηφόρος, με το περίστροφο στο χέρι, οδηγούσε με νεύματα.

Κανένας δε μιλά. Μόλις αναπνέουν. Η σιωπή είναι τέλεια.

Και φθάνουν ώς κάτω απο την κεντρική καλύβα, χωρίς να τους αντιληφθεί ο σκοπός που φυλάγει παρακάτω.

Σιωπή και στην καλύβα. Καμιά κίνηση. Ερημιά... Μια φωνή σιγανή, αργή ακούεται, που κάτι λέγει βουλγάρικα, και άλλη της αποκρίνεται, άθυμα, κουρασμένα.

Ο Νικηφόρος γυρίζει το κεφάλι, και σιωπηλά ρωτά τον Βαγγέλη, και του απαντά αυτός με μια κίνηση του χεριού: «Τίποτα. Ησυχία. Κατήφεια στην καλύβα». Άλλο νόημα του Αρχηγού, και ο Μακεδόνας αλλάζει την κίνηση του κουπιού. Αντί να τραβά μπροστά, οπισθοχωρεί στο στενό μονοπάτι, απομακρύνεται, φεύγει.

Μόλις βρέθηκαν έξω από την επικίνδυνη ζώνη, ρωτά ο Νικηφόρος:

- Τι έλεγαν;

-Κατεβασμένα τα 'χουν, μουρμούρισε ο Βαγγέλης. Φαίνεται να 'παθαν νίλες. Φυλάγουν μην τους χτυπήσομε μεις. Μα για να επιτεθούν, ούτε λόγος. Είναι τσακισμένοι.

Πλάβες και καλύβα υποδέχθηκαν με ανακούφιση και χαρά τον Αρχηγό, σαν επέστρεψε.

Page 255: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Και πλαγιασμένοι στα καλάμια πλάγι πλάγι, παλιοί και καινούριοι πολεμιστές, κοιμήθηκαν εκείνη τη νύχτα στα στεγνά.

Νωρίς το πρωί σηκώθηκε ο καπετάν Νικηφόρος, να δει, σαν πάντα, αν όλα ήταν τακτικά, και οι φρουροί στις θέσεις τους. Με απορία είδε τον Περικλή Βασιωτάκη με ένα πλατσί στο χέρι, σε μια μικρή πλάβα, και τον Αποστόλη, όρθιο μπροστά του, που του μάθαινε πώς να το χειρίζεται. Καθισμένο στην πλώρη, με τ' αυτιά ορτσωμένα, το σκυλάκι κοίταζε και ακολουθούσε, σηκώνοντας και κατεβάζοντας τη μύτη του, κάθε κίνηση του Περικλή. Καθώς είδαν τον Αρχηγό, στάθηκαν τα δυο αγόρια σε προσοχή.

-Τι κάνετε τέτοια ώρα εδώ και δεν κοιμάστε; ρώτησε ο καπετάν Νικηφόρος.

-Μου μαθαίνει ο Αποστόλης πώς να μεταχειρίζομαι το πλατσί, κύριε Αρχηγέ, αποκρίθηκε ο Περικλής, με το σεβασμό παλιού στρατιωτικού προς τον ανώτερο του.

-Έτσι νωρίς, βρε παιδιά;

-Επιστρέφομε, κύριε Αρχηγέ, αποκρίθηκε με καμάρι ο Αποστόλης. Πήγαμε ώς τις βουλγάρικες καλύβες.

Ο καπετάν Νικηφόρος σοβάρεψε.

-Αυτό το απαγορεύω! είπε. Χωρίς διαταγή, κανένας δεν έχει δικαίωμα ν' απομακρύνεται απο δω!

Και βλέποντας. τ' αγόρια να ζαρώνουν:

-...Μπορούσατε να κακοπάθετε, πρόσθεσε.

Με σεβασμό είπε πάλι ο Περικλής:

- Γι' αυτό ήλθαμε, κύριε Αρχηγέ, για να κακοπάθομε, και ο εξάδελφος μου, και ο Βασίλης, κι εγώ.

Συγκινήθηκε ο Νικηφόρος.

Page 256: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Δεν αμφιβάλλω, αποκρίθηκε. Μα ένας διατάζει εδώ. Και όσο παλικάρια και αν είναι οι άντρες μου, χρεωστούν να υποτάσσονται και να ακολουθούν τις διαταγές μου! Εσύ, Αποστόλη, που δεν ήλθες πρώτη φορά, έπρεπε να το ξέρεις, και να συμβουλέψεις τον Περικλή Βασιωτάκη που είναι καινούριος!

-Δε φταίγει ο Αποστόλης, κύριε Αρχηγέ, είπε στέκοντας σε προσοχή πάντα ο Περικλής. Εγώ τον παρέσυρα. Ήθελα να δω από κοντά τις καλύβες όπου

ανιχνεύσατε χθες...

-Καλά, καλά! Δε μαλώνω, για πρώτη φορά! είπε καλόβουλα ο Αρχηγός. Ήσταν τουλάχιστον οπλισμένοι;

Τα δυο αγόρια έβγαλαν κι έδειξαν τα περίστροφά τους. Του Αποστόλη ήταν παλιό και πολυμεταχειρισμένο. Του το είχε δώσει ο καπετάν Άγρας. Του Περικλή όμως ήταν ένα λαμπρό μπράουνιγκ.

-Και ξέρεις να το μεταχειριστείς αυτό; ρώτησε o Νικηφόρος, αφού το εξέτασε. Ναι;... Πού έμαθες;...

-Στην Κρήτη, αποκρίθηκε σοβαρά ο Περικλής. O προπάππος μου, που με ανέθρεψε, ήταν συμπολεμιστής του Μάρκου Μπότσαρη, με τον οποίο και συγγένευε. Εκείνος μου το χάρισε και μου έμαθε να το μεταχειρίζομαι. Ξέρω σημάδι!

Συλλογισμένος χάιδευε ο Νικηφόρος τα κοντά του γένια.

- Ήταν απερισκεψία να πάρετε το σκυλάκι μαζί σας, είπε.

-Δεν ήταν, κύριε Αρχηγέ, αποκρίθηκε ο Περικλής. Είναι μαθημένο να με ειδοποιεί όταν πλησιάζομε άνθρωπο. Κι έτσι αποφύγαμε όλους τους Βουλγάρους σκοπούς.

-Πώς σας ειδοποιεί;

-Αν είναι φίλος, κουνά την ουρά του και τεντώνει μπροστά τη μύτη του. Αν είναι εχθρός, πάλι τεντώνει τη μύτη του και ξεσκεπάζει με θυμό τα δόντια του. Αλλά δε γαβγίζει ποτέ.

-Και πώς διακρίνει αυτό τον εχθρό απο το φίλο; ρώτησε ο Νικηφόρος.

Page 257: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ο Περικλής πήρε το σκυλάκι στην αγκαλιά του.

-Είναι καλής ράτσας, φοξ τεριέ, είπε, και μαθαίνει ό,τι θέλω να μάθει. Κατά τον τρόπο που του λέγω να προσέχει, καταλαβαίνει αν είναι κίνδυνος. Έπειτα είναι και η μυρωδιά. Οι Έλληνες έχουν άλλη μυρωδιά απο τους Βουλγάρους, ή και άλλους ξένους. Ο σκύλος τούς διακρίνει. Και τούτος ιδιαιτέρως έχει δυνατό το ένστικτο που διακρίνει το φίλο απο τον εχθρό.

- Κατέγινες πολύ με αυτόν; ρώτησε μ' ενδιαφέρον o Νικηφόρος.

-Μάλιστα. Τον αγαπώ πολύ τον Μάγκα, και μου είναι ο καλύτερος φίλος μου. Μαζί του σαν είμαι, δε φοβούμαι τίποτε και κανένα. Πήγαμε με τον Αποστόλη ώς κάτω από την κεντρική καλύβα των Βουλγάρων, και αποφύγαμε όλους τους σκοπούς.

-Και τι είδατε κει; ρώτησε ο Αρχηγός.

- Ο Αποστόλης άκουσε κουβέντες.

-Τι έλεγαν, Αποστόλη;

-Ήταν δυο τρεις μες στην καλύβα. Δεν τους βλέπαμε, αποκρίθηκε ο Αποστόλης. Πρέπει να ήταν πληγωμένοι, όχι βαριά, γιατί καταγίνουνταν σε δουλειές μες στην καλύβα. Τους βαριά πληγωμένους τους είχαν μεταφέρει στο Ζερβοχώρι. Είχαν και παράπονα με τους αρχηγούς.

- Ποιους αρχηγούς; Τους ονόμασαν;

-Άκουσα τ' όνομα του Χατζη-Τράιο. Τον άλλο τον έλεγαν μόνο αρχηγό και βοεβόδα.

-Και γιατί είχαν παράπονα με τους αρχηγούς;

- Γιατί, λέει, σκοτώσανε πολύν κόσμο. Νόμιζαν πως θα βρουν μικρές δυνάμεις εδώ, κι έσπασαν λέει τα μούτρα τους στην αντίστασή σας. Έπαθαν, λέει, νίλες!

Είχαν πάθει τωόντι νίλες γερές οι Βούλγαροι. Επίθεση πια δεν επιχείρησαν. Συμπλοκές γίνουνταν κάθε λίγο, σχεδόν κάθε μέρα, γιατί ο καπετάν Νικηφόρος δεν τους άφηνε ν' αναπνεύσουν, και όπου έκαμναν να ξεμυτίσουν, έπεφταν σ' ελληνικές περιπολίες, που

Page 258: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

τους χτυπούσαν. Και, πτοημένοι όπως ήταν, δεν αντιστέκουνται, έφευγαν, μέσα στα σκοτεινά και στριφογυρισμένα τους μονοπάτια.

Ούτε ομως και οι Έλληνες έκαναν πια γιουρούσια στις βουλγάρικες καλύβες. Η ηρωική αποτυχία του Άγρα τους είχε διδάξει πως χωρίς πολυβόλο δεν παίρνουνταν καλύβα οχυρωμένη. Και πολυβόλο δεν είχαν.

Ήλθε διαταγή από το Κέντρο, που είχε λάβει εκθέσεις του Άγρα και του Νικηφόρου, να χωριστεί η δράση των Ελληνικών σωμάτων. Ο καπετάν Νικηφόρος να πάρει την αρχηγία της δυτικής Λίμνης, με την Κούγκα, Κάτω Καλύβες, Τούμπα κ.λ.π. Και ο καπετάν Κάλας, με κέντρο το Τσέκρι, ν' αναλάβει τη διοίκηση της ανατολικής λίμνης, με την υπεράσπιση των χωριών που υπέφεραν πολύ απο τους κομιτατζήδες.

Η διαταγή αυτή στενοχώρεσε πολύ τον καπετάν Κάλα. Η Κούγκα είχε αποκτήσει φήμη ηρωική, που είχε απλωθεί σε όλη τη δυτική περιφέρεια της Λίμνης. Όποιος έμενε εκεί να την υπερασπίσει, αποκτούσε φωτοστέφανο, γίνουνταν ουσιαστικώς αρχηγός των σωμάτων της Λίμνης. Γενικός αρχηγός είχε σταλεί o Κάλας. Πώς να πάρει τώρα δευτερεύουσα διοίκηση; Βλέποντας την κατήφειά του, καλόκαρδα πρότεινε o Νικηφόρος ν' αλλάξουν διαμερίσματα, και, αν το παραδέχουνταν το Κέντρο, να ξαναγυρίσει εκείνος στο Τσέκρι, και να μείνει ο Κάλας στην Τούμπα Τερχοβίστας, ως αρχηγός του δυτικού διαμερίσματος.

Το δέχτηχε το Κέντρο, και, αφού άφησε ο Κάλας έναν υπαρχηγό με αρκετές δυνάμεις στην Κούγκα, κατέβηκε με το σώμα του στην Τούμπα της Τερχοβίστας. Μαζί έφυγε από την Κούγκα και ο Νικηφόρος με τα παιδιά του και τους νεοφερμένους από την Αίγυπτο, να ξαναπάγει στο Τσέκρι. Στο δρόμο όμως, σταμάτησαν στην Τούμπα ν' ποχαιρετήσουν τον Άγρα, που είχε λάβει διαταγή από το Κέντρο να πάγει στη Νιάουσα, ν' αναλάβει την εκεί διοίκηση.

Θλιμμένο και σκυθρωπό βρήκαν τον άλλοτε πάντα γελαστό Άγρα. Τον είχαν λιώσει οι θέρμες. Αδύνατος, χλωμός, με βαθουλωμένα περικομμένα μάτια, κοίταζε τους ξεκούραστους ακόμα εθελοντές της Αιγύπτου, καθώς και τους λιγνεμένους αλλά γερούς πολεμιστές της Κούγκας. Συγκινημένος ο καπετάν Τυλιγάδης, του φίλησε το χέρι χωρίς να του μιλήσει. Ένας κόμπος είχε μαζευθεί στο λαιμό του, του έκοβε τη φωνή. Του χαμογέλασε o Άγρας, και μελαγχολικά είπε του Νικηφόρου:

Page 259: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Είμαι πια άχρηστος, καημένε Γιάννη!

-Γιατί άχρηστος; διαμαρτυρήθηκε ο φίλος του. Λίγη δουλειά τάχα έχει το διαμέρισμα της Νιάουσας; Πρώτον, το σώμα εκεί έμεινε χωρίς αρχηγό. Έπειτα, o όλος Ελληνισμός, απο τα Βοδενά και κάτω, σε σένα θα κρέμεται. Και όλοι οι κομιτατζήδες απο κει έρχονται και μας πλημμυρίζουν το Βάλτο. Σαν πας εσύ, θα τους εμποδίσεις!

-Ναι, μα στο Βάλτο είναι η αντίσταση και η δράση, αποκρίθηκε ο Άγρας. Και απόδειξη, να, όλοι όσοι έλθουν απ' έξω, πρόσθεσε δείχνοντας τους δυο Βασιωτάκηδες και τον Βασίλη, εδώ μπαίνουν!

Με το βαρύ του βάδισμα, με κυρτούς τους ώμους, o Βασίλης πλησίασε:

-Κύριε Αρχηγέ, του είπε, εγώ θέλω να σου ζητήσω ως χάρη να με πάρεις μαζί σου.

-Στη Νιάουσα; Τι να κάνεις εκεί, μπρε παιδί μου; ρώτησε ο Άγρας.

-Εγώ είμαι απο κείνα τα μέρη. Κι έχω παλιούς λογαριασμούς να ξεδιαλύνω, αποκρίθηκε ο Βασίλης.

-Κι εμείς μαζί σου, είπε ο Μήτσος Βασιωτάκης, o Περικλής κι εγώ!...

Τον σταμάτησε μια κίνηση του Βασίλη.

-Δεν κάνει, κύριε Μήτσο, του είπε. Για τη δουλειά που έχω να κοιτάξω, κάλλιο να μην είμαστε μαζί. Πάγω εγώ στη Νιάουσα, να βρω κάποιον Παζαρέντζε...

-Τον Παζαρέντζε; Τον σκότωσαν τις προάλλες! αναφώνησε ο Άγρας.

-Τον σκοτωσαν; Ποιος; ρώτησε ο Βασίλης.

Το πρόσωπο του είχε αγριέψει ξαφνικά.

-Ένας άγνωστος εκδικητής σου, φαίνεται. Πήγε με τον περίφημο τον Μανόλη το Στενημαχίτη και τον εξουδετέρωσε.

-Ο Στενημαχίτης! Μου πήρε τη λεία μου! έκανε o Βασίλης, που ανέπνεε βαριά, σφίγγοντας γρόθους και δόντια.

Page 260: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Και, καταπίνοντας το θυμό του, προσθεσε:

-Ο Παζαρέντζε όμως δεν είναι ο μόνος. Έχω και άλλους λογαριασμούς.

Και αργά, στοχαστικά, περιφέροντας το βλέμμα του απο τους αρχηγούς στους άντρες, είπε:

-Είναι κάποιος Μπότσος...

-Μπότσος; αναφώνησε ο Αποστόλης. Ένας κοντός, μαύρος, άγριος;

-Ναι! Τον ξέρεις;

-Είναι στο Μπόζετς! Έχει κάνει του κόσμου τα εγκλήματα, αποκρίθηκε ο Αποστόλης.

-Στο Μπόζετς; Ανατολικά απο το Βάλτο; έκανε o Βασίλης.

Και γυρνώντας στον Μήτσο:

-Βλέπεις, κύριε Μήτσο, καλό είναι να είστε σεις με τον καπετάν Νικηφόρο, όσο ψάχνω εγώ στη δυτική μεριά, είπε.

Τα δόντια του έτριζαν.

Ο Μήτσος τού έδωσε δυο τρεις χαδιάρικες στον ώμο.

-Μη συχίζεσαι Βασίλη· θα γίνει όπως θέλεις, του είπε. Πήγαινε με τον καπετάν Άγρα τώρα, και σαν επιτύχεις το σκοπό σου, σα βρεις εκείνο που γυρεύεις, με το καλό να μας ξανάρθεις στο Τσέκρι.

Σημ.16ου κεφ.

1. Αντωνάκης Γιατρός: Κοίταξε Κεφ. 8' σημ.1. 2. Κοίταξε «Μάγκα» της ίδιας συγγραφέως.

Page 261: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

17. Άγρας ΠΡΩΤΟΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ για την Ανατολική καλύβα του Τσέκρι ο Νικηφόρος με το σώμα του, και το απόγεμα ξεκίνησε ο καπετάν Άγρας, με τους υπαρχηγούς του και όσους ευζώνους του απέμεναν, πέντε έξι πιστοί του, μια φούχτα όλοι μαζί, με τον Αποστόλη οδηγό και με τον Βασίλη τον ασπρομάλλη.

Πήγαιναν από το μυστικό μονοπάτι που είχε ανοίξει ο καπετάν Παναγιώτης και που κατέληγε στη Γιάντσιστα.

Εμπρός, στην πρώτη πλάβα, πήγαινε ο Άγρας με τον Μιχάλη, και τον Αποστόλη οδηγό. Ακολουθούσε o καπετάν Τυλιγάδης, με τον Βασίλη και τον Χρήστο, και ύστερα οι άλλες πλάβες, με τρεις άντρες οι μεγαλύτερες και δυο οι μικρότερες, ανάμεσα στους τοίχους από κατάξερα καλάμια.

Χαμηλόφωνα, γιατί στα νερά της Λίμνης οι ήχοι μεταδίδουνταν μακριά και καθαρά, ρώτησε ο Άγρας τον Αποστόλη, δείχνοντάς του, με μια κίνηση των φρυδιών του τον Βασίλη Αντρεάδη, στην πλάβα που ακολουθούσε, έξι μέτρα μακρύτερα:

-Ποιος είναι;

Επίσης χαμηλόφωνα του αποκρίθηκε ο Αποστόλης:

- Δεν ξέρω.

-Γιατί λέγει «Κύριε» τους Βασιωτάκηδες, που είναι νεώτεροί του, ενώ εκείνοι, και οι δυο, τον λεν απλώς Βασίλη;

-Δεν ξέρω, επανέλαβε ο Αποστόλης. Φαντάζομαι όμως πως θα είναι υπάλληλός τους, γιατί οταν μιλά για τον πατέρα του Μήτσου, τον λέγει «To αφεντικό». Και όμως εδώ, αυτός τους διευθύνει. Εκείνοι υπακούουν σε ό,τι τους συμβουλεύει.

Συλλογισμένος είπε ο Άγρας:

Page 262: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Είναι φυσικό, αφού αυτός είναι παλιός πολεμιστής. Μα γιατί ήλθαν οι άλλοι, που δεν είναι στρατιωτικοί, και ο ένας μάλιστα είναι ανήλικος;

Και πάλι είπε ο Αποστόλης:

-Δεν ξέρω.

Και στενοχωριούνταν που δεν ήξερε.

Ξυπνός και περίεργος, αφοσιωμένος στον Αγώνα, εξασκημένος στην παρατήρηση και την κατασκοπεία ήταν μαθημένος να βγάζει συμπεράσματα απο τις παρατηρήσεις του, και σπανίως λαθεύουνταν.

Είχε κατέβει στη θάλασσα κατά παραγγελία του Κέντρου, είχε παραλάβει τους τρεις Αιγύπτιους, μαζί και μερικούς Κρητικούς που έστελνε το Κέντρο Αθηνών στα βουνίσια σώματα, και τους είχε οδηγήσει στο Βάλτο και απο κει στην Κούγκα. Κι εκείνος επανειλημμένως είχε διερωτηθεί ποιες ήταν οι σχέσεις των δυο εξαδέλφων με τον ασπρομάλλη παλιό πολεμιστή. Μα πιστός στις αρχές του, να βγάζει μόνος του συμπεράσματα χωρίς να εκτίθεται, δεν είχε ρωτήσει τίποτα.

-Μα θα μάθω, κύριε Αρχηγέ, είπε χαμηλοφωνα του Άγρα. Θα μάθω και θα σου πω. Αρκεί να μου επιτρέψεις να μείνω μαζί σου.

-Μαζί μου; έκανε ο Άγρας και ξαναβρήκε το παλιό του αγορίστικο αμέριμνο γέλιο. Τι να σε κάνω, μπρε ανήλικο;

Ο Αποστόλης χάιδεψε το πιστολάκι του, χωμένο στη ζώνη του.

-Δοκίμασέ με, κύριε Αρχηγέ, αποκρίθηκε υπερήφανα.

Τρυφερά του είπε ο Άγρας:

-Καλά λες. Σε είδα στην επίθεση της κεντρικής βουλγάρικης καλύβας. Βούρκωσε ο Αποστόλης από συγκίνηση και υπερηφάνεια. Με τέτοια λόγια τον σκλάβωνε ο Αρχηγός! Αν του 'λεγε «Πέσε, πνίξου στο νερό!», θα έπεφτε. Και θα ξαπλώνουνταν μάλιστα στον πάτο του μονοπατιού, ώσπου να πνιγεί ολότελα!...

Page 263: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Μα δεν του το είπε ο Αρχηγός, κι έτσι έφθασαν όλοι ζωντανοί και σώοι στη Γιάντσιστα, όπου ήταν σκαμμένη πρόχειρα μια σκάλα, σ' έρημο μέρος, και βγήκαν οι άντρες, κρυμμένοι μες στα καλάμια.

Ένας πλαβαδόρος έδεσε τις πλάβες, τη μια από την άλλη, κι ενώ τις πήγαινε πίσω στις Κάτω Καλύβες, o Άγρας έστελνε τον Αποστόλη, που ήξερε τη μακεδονίτικη διάλεκτο, όσο και τα κατατόπια, να κατασκοπεύσει τα περίχωρα και να βρει δρόμο να περάσει το μικρό σώμα, χωρίς να μπει στο βουλγαρόχωρο, τη Γιάντσιστα.

Ήταν νύχτα όταν γύρισε ο Αποστόλης στην ακρολιμνιά. Ο Άγρας είχε πάλι πυρετό. Μα, αδιαφορώντας, έδωσε διαταγή να φύγουν. Και οι άντρες όλοι μπήκαν στη γραμμή, ο ένας πίσω από τον άλλο κατά την κανονισμένη νυχτερινή πορεία, με τον οδηγό μπροστά και τον Αρχηγό αμέσως κατόπιν. Ήταν ισχνοί, κουρασμένοι, κακοπαθιασμένοι άντρες, λιωμένοι από τους πυρετούς, και ο καθένας με μια ή δυο ή και περισσότερες επουλωμένες πληγές. Μα ήταν ψημένοι στη φωτιά και στην κακοπέραση, και, σαν τον Αποστόλη, έτοιμοι να πέσουν στο νερό ή στις φλόγες για τον Αρχηγό τους.

Πέρασαν την Κουτίκα, ένα από τα ποταμάκια που χύνουνταν στη Λίμνη, σε μια ρηχοτοπιά, και πήραν τον ανήφορο.

Μα ήταν όλοι ξεσυνήθιστοι πια στις πεζοπορίες, όλοι εξαντλημένοι από τις κακοπάθειες της Κούγκας, και ο δρόμος μες στην αγριάδα, τις πέτρες και τα βράχια, ήταν επίπονος και κοπιαστικός.

Πλησίαζαν ένα χωριό, και τα σπίτια μισοφαίνουνταν στο σκοτάδι.

-Θα σταθούμε δω, είπε ο Άγρας.

-Εδώ, κύριε Αρχηγέ; Μα έχει και Βουλγάρους! αναφώνησε ο Αποστόλης. Είναι ο Πάνω-Κόπανος!

-Θα σταθούμε δω, επανέλαβε ο Άγρας, είτε τους αρέσει είτε όχι! Στο πρώτο σπίτι σαν έφθασαν, χτύπησαν την πόρτα. Ένα παράθυρο φέγγριζε. Με το πρώτο χτύπημα

Page 264: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

έσβησε το φως.

Ο Άγρας ξαναχτύπησε και φώναξε ελληνικά:

-Όποιος και νά 'σαι άνοιξε! Θέλουμε να μπούμε και ν' αναπαυθούμε.

Από το παράθυρο, μια βραχνή βουλγάρικη φωνή ακούστηκε.

-Βάλτε φωτιά να κάψετε το σπίτι μου, αλλά πόρτα δεν ανοίγω σε σας!

-Σπάσετε την πόρτα! παράγγειλε ο Άγρας.

Με δυο κλωτσιές και μια δυο κοντακιές, οι άντρες έσπασαν την πόρτα και χύθηκαν στο σπίτι.

Εμπρός, σαν πάντα, πήγαινε ο Άγρας. Ανέβαινε τη σκάλα στα σκοτεινά, όταν δυο πιστολιές έσκασαν πλάγι του και οι σφαίρες σφύριξαν στ' αυτιά του.

Βήματα ακούστηχαν τρεχάτα, πάλη ακολούθησε, μερικές βρισιές ανταλλάχθηχαν, και κάποιος έτριψε ένα σπίρτο, άναψε μια λαμπίτσα.

Εμπρός στον Άγρα δυο άντρες του, ο Βασίλης και o Μιχάλης, έσυραν ένα γέρο. Τον βαστούσαν από τα δυο μπράτσα, κι εκείνος, αγριεμένος, κοίταζε τον Αρχηγό.

-Εσύ πυροβόλησες; ρώτησε ο Άγρας.

-Εγώ, αποκρίθηκε ελληνικά ο Βούλγαρος.

- Γιατί το έκανες;

-Για να σε σκοτώσω! αποκρίθηκε ο γέρος.

-Γιατί θέλησες να με σκοτώσεις; Σου έκανα τίποτα; ρώτησε ο Άγρας.

Με μίσος είπε ο γερο-Βούλγαρος:

-Από το Βάλτο δεν έρχεσαι; Δεν είσαι συ που σκότωσες το παιδί μου;

- Ποιο ήταν το παιδί σου; ρώτησε ο Άγρας.

Page 265: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Μα ο γέρος δεν αποκρίθηχε. Τόσο έσφιγγε τις μασέλες του, που τα δόντια του έτριζαν, πήγαιναν να σπάσουν.

Τον κοίταζε ο Άγρας, και η παλιά παιδιάτικη καλοσύνη πλημμύρισε το βλέμμα του.

-Αφήστε τον ελεύθερο, παιδιά! πρόσταξε.

Ο Μιχάλης τον άφησε. Ο Βασίλης όμως χλώμιασε κάτω από τ' άσπρα του μαλλιά και τα μαύρα του φρύδια, που φαίνουνταν πιο μαύρα ακόμα.

-Κύριε Αρχηγέ... έκανε να πει.

Μα ο Άγρας τον διέκοψε:

-Αφήστε τον ελεύθερον! επανέλαβε.

Με σφιγμένα δόντια του είπε ο γερο-Βούλγαρος:

-Μη νομίζεις πως θα με συγκινήσεις! Αν θέλεις, σκότωσέ με. Μα αν μ' αφήσεις, να ξέρεις πως πάλι θα προσπαθήσω να σε σκοτώσω!

Αδιάφορος είπε ο Άγρας:

-Να δούμε. Ωστόσο, άσ' τον Βασίλη, να πάει όπου θέλει.

Άθελα ξέσφιξε ο Βασίλης τα χέρια του, και o Βούλγαρος ξέφυγε κατά την πόρτα και χάθηκε στο σκοτάδι έξω.

Ο Άγρας κοίταζε τον Βασίλη.

-Μην κάνεις έτσι, του είπε. Του σκοτώσαμε, λέει, το παιδί του. Φυσικό είναι να μας μισεί. Και συ θα τον μισούσες, αν σου σκότωνε το παιδί σου.

Ο Βασίλης ήταν άσπρος σαν τον τοίχο. Μα δεν αποκρίθηκε. Πειθαρχικός, βγήκε έξω με τον καπετάν Τυλιγάδη, κι έπιασε τη μια γωνιά του σπιτιού, όσο Ο Τυλιγάδης φύλαγε την άλλη. Και σαν πέρασε η ώρα, και ήλθε άλλος φρουρός να τους αναπληρώσει, μπήκε στο σπίτι και ξαπλώθηκε στο κάτω σκαλοπάτι της ξύλινης σκάλας, φυλάγοντας, ακόμα και στον ύπνο του, με το σώμα του, τον ύπνο του κουρασμένου Αρχηγού του.

Page 266: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Πρωί ξεκίνησαν από το χωριό. Τούρκικο στρατό δε θ' αντάμωναν ώς τη Νιάουσα, όπου, μηνυμένοι, τους περίμεναν οι Έλληνες. Και ως προς τους Βουλγάρους, o Άγρας δεν τους λογάριαζε.

Πήραν πάλι τον ανήφορο. Μπροστά πήγαινε ο Αποστόλης και αμέσως πίσω του ο Άγρας.

Ο οδηγός ήταν ανήσυχος. Θαύμαζε τη μεγαλοψυχία του Αρχηγού, αλλά και φοβούνταν καμιά «μπρουσκάδα» στο δρόμο. Ήταν εύκολο να είχε στήσει μερικούς δολοφόνους εδώ κι εκεί ο γερο-Βούλγαρος, που από την παραμονή τη νύχτα είχε ολο τον καιρό να σηκώσει το χωριό. Μιας και φθάσουν στην ελληνική Νιάουσα, φόβο πια δεν είχαν. Μα στο μεταξύ, και Βουλγάρους αντάμωναν, και βουλγάρικα χωριά περνούσαν, και ξυλοκόποι οπλισμένοι έβγαιναν στο βουνό.

Τα μάτια του παντού γυρνούσαν, έψαχναν βράχους, χαμόδενδρα και πυκνοδεντριές, σταματούσαν σε κάθε σκιά, ξετρύπωναν κάθε αγρίμι, υποψιάζουνταν κάθε σούσουρο, ακόμα και του ανέμου μες στα κλαριά.

Κι έξαφνα ρίχθηκε μπρος στον Αρχηγό, σκεπάζοντάς τον με το σώμα του.

Την ίδια στιγμή, μια τουφεκιά έπεσε, κι ευθύς και δεύτερη, και μια σφαίρα τρύπησε την κάπα του καπετάν Άγρα.

Μα οι άντρες είχαν δει τον καπνό μες στα χαμόδενδρα, είχαν ορμήσει, κι αιχμάλωτο έφεραν πάλι τον ίδιο γέρο της παραμονής εμπρός στον Αρχηγό τους. -Γιατί το έκανες αυτό, παλιο-Βούλγαρε; του είπε με θυμό ο Άγρας.

-Για να σε σκοτώσω! αποκρίθηκε πάλι ο Βούλγαρος.

-Σκότωσέ με να σε δω! έκανε κοροϊδευτικά o Άγρας, και του έτεινε το τουφέκι του.

Ευθύς το άρπαξε ο Βούλγαρος, έτοιμος να τραβήξει. Με μια ξανάστροφη τού πέταξε το τουφέκι από το χέρι ο Βασίλης, και τον έσυραν οι άντρες παράμερα.

Page 267: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Δέσετέ τον πιθάγκωνα και φέρτε τον μαζί στη Νιάουσα, φώναξε ο Άγρας. ' Και τράβηξε μπρος, με τον Αποστόλη και τον Τυλιγάδη.

Μα λίγα βήματα έκαναν, και πάλι μια τουφεκιά έσχισε την ήσυχη ατμοσφαίρα του βουνού.

Ο Άγρας στάθηκε ταραγμένος.

- Ποιος τραβά; φώναξε.

Μια στιγμή σιωπής ακολούθησε. Κι ένας ένας βγήκαν απο τους βάτους οι εύζωνοι και σίμωσαν.

- Ποιος τράβηξε; ρώτησε πάλι ο Άγρας. Κανένας δεν αποκρίθηκε.

Γύρισε πίσω ο Άγρας και μπήκε στην πυχνοδεντριά όπου είχε ακουστεί η τουφεκιά.

Χάμω κείτουνταν ο γερο-Βούλγαρος, με το κεφάλι τρυπημένο, και πλάγι του ο Βασίλης, με ματωμένα τα χέρια, τον συγύριζε, σταύρωνε τα χέρια του νεκρού στο

στήθος του, και του έκλειε τα μάτια. - Ποιος τον σκότωσε; φώναξε ο Άγρας έξω φρενών.

Ο Βασίλης σηκώθηκε.

-Εγώ, κύριε Αρχηγέ, αποκρίθηκε ήσυχα.

-Το είχα απαγορεύσει! Είπα να τον φέρετε στη Νιάουσα! αναφώνησε θυμωμένος ο Άγρας.

Χωρίς να υψώσει τη φωνή, ο Βασίλης είπε:

-Του έδωσες δίκαιο, κύριε Αρχηγέ, χθες, πως μας μισούσε. Γιατί, λέγει, σκότωσες το παιδί του. Και δεν ήξερες καν ποιος είναι, και αν αλήθεια του σκότωσες κανέναν. Τι να πω εγώ, που μου σκότωσε αυτός και μητέρα και γυναίκα, και ίσως και το παιδί μου;

-Τι λες! αναφώνησε ο Άγρας. Τον ξέρεις;

Page 268: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Τον ξέρω. Τον ήξερα και αυτόν και το γιό του, που είχα ορκιστεί να τον σκοτώσω, και που μου πήρε την εκδίκησή μου ο Μανόλης ο Στενημαχίτης, ή κανένας

σύντροφός του.

-Τούτος ο γέρος; Είναι ο πατέρας του Τόμαν Παζαρέντζε;

-Μάλιστα. Του χάρισες μια φορά τη ζωή. Και ως απάντηση, σκότωσε με άλλους, σαν και αυτόν, οκτώ ανύποπτα παιδιά του Τέχοβου.

-Το ξέρεις πως το έκανε αυτός, ο Τόμαν;

-Και αυτός, και ο πατέρας του, και όλο του το σόι! Μη λυπάσαι Βούλγαρο, κύριε Αρχηγέ. Όπου βρίσκεις έναν, πλάκωσέ του το κεφάλι, σα να 'ταν φίδι!

Μιλούσε ο Βασίλης αργά, μα με μίσος τέτοιο που έτρεμε η φωνή του, και τα χείλια του, και τα μεγάλα χέρια του.

-Άκουσε, Βασίλη, είπε ο Άγρας, που γύρευε να τον ησυχάσει. Είσαι τόσο ταραγμένος, που ίσως δεν κρίνεις σωστά. Πώς το ξέρεις εσύ ποιος σκότωσε τα παιδιά του Τέχοβου;

-Μου το είπε ο ίδιος.

- Ποιος; Τούτος ο γέρος;

-Ξέρεις τι σκυλί ήταν, κύριε Αρχηγέ; Με το τουφέκι μου στο χέρι του είπα: «Εσύ, κακούργε, χάλασες το Ασπροχώρι;» Θαρρείς πως ζήτησε ν' απολογηθεί; Μου αποκρίθηκε: «Ναι, εγώ το χάλασα. Και τη γυναίκα σου εγώ τη μαχαίρωσα. Και τη μάνα σου ο Τόμαν τη σκότωσε!» Βαστάχθηκα. Ρώτησα: «Και το παιδί μου, τι το 'κανες;» Γέλασε το θηρίο και είπε: «To πνίξανε οι δικοί σου!» Και τότε τον σκότωσα. Κάνε με ό,τι θέλεις, Αρχηγέ. Τον σκότωσα.

Οι άνδρες όλοι είχαν μαζευθεί και άκουαν το διάλογο του Αρχηγού και του Βασίλη, συγκινημένοι, αγριεμένοι.

Έξαφνα, από μέσα τους, πετάχθηκε ο Αποστόλης.

Page 269: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Το πνίξανε; φώναξε καταταραγμένος. Όχι, δεν το πνίξανε το παιδί σου! Δεν ήταν πάνω στο καράβι, στον Αλιάκμονα, με τους Βουλγάρους που πνίγηκαν! Γλίτωσε αυτός, στο Μοναστήρι του Προδρόμου. Ξέρω πού είναι. Και τον λένε Τάκη - όχι; Τόσο έτρεμε ο Βασίλης, που μόλις στέκουνταν στα πόδια του.

-Όχι, δεν τον λέγαν Τάκη. Μα τι σημαίνει τ' όνομα; Μπορούν να του το άλλαξαν. Τον λέγαμε Θεοδωράκη, γιατί γεννήθηχε των Αγίων Θεοδώρων. Μα πού τα ξέρεις αυτά που λες; ρώτησε ξαφνικά. Πού ξέρεις το χαμένο μου παιδί;

Μ' έξαψη μεγάλη διηγήθηκε ο Αποστόλης όσα είχε δει και ακούσει απο την κυρία Ασπασία, τη δασκάλισσα της Κουλακιάς.

-Και άλλος τον γύρευε, ένας ψευτόπαπας με ψεύτικα μαύρα γένια, πρόσθεσε. Μα ήταν βιαστικός, δεν πρόφθαινε να μιλήσει με το μικρό. Είπε πως θα ξανάρθει...

-Πόσω χρονών ήταν; ρώτησε ο Βασίλης.

- Ξέρω γω...; Επτά, οκτώ... Περισσότερο, λιγότερο... Δε ρώτησα.

Κατάχλωμος έτριβε ο Βασίλης, σα ζαλισμένος, το μέτωπό του.

-Με συγχωρείτε, κύριε Αρχηγέ, μουρμούρισε χαμηλόφωνα. Ηταν πολύ ξαφνικό... Δεν ήλπιζα ποτέ πια να το βρω... Για εκδίκηση ήλθα πίσω στην πατρίδα μου...

Συμπονετικά τον χάιδεψε ο Άγρας στον ώμο.

-Κάποτε μας έρχονται από το Θεό ξαφνικές χαρές, του είπε με καλοσύνη. Πάμε τώρα στη Νιάουσα, και γυρίζεις εύκολα από κει στην Κουλακιά.

Page 270: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

18. Καπετάν Ακρίτας ΞΕΡΕΙΣ ΚΑΛΑ τα μέρη, Αποστόλη;

-Τούτα δω, όχι και τόσο. Ξέρω δηλαδή τα μονοπάτια, και πώς να κόβεις κρυφά το δρόμο. Μα τους ανθρώπους δεν τους ξέρω.

-Τα μονοπάτια, και τις σπηλιές, και τους κρυψώνες, και τους κρυφούς δρόμους, τους ξέρω κι εγώ. Για τους ανθρώπους ρωτώ.

- Ποιον γυρεύεις, κυρ Βασίλη;

-Ποιους, ρώτα· γιατί είναι πολλοί που χάλασαν το χωριό μου, και όλους ορκίστηκα να τους σκοτώσω, όπως σκότωσα το γερο-Παζαρέντζε.

- Πες μου κανένα όνομα...

-Τον Τάσο Σλούπια τον ξέρεις;

- Όχι.

-Τον Ζλατάν;

- Ούτε.

-Τον Μπότσο; Αθανάς νομίζω τον λεν;

-Ένας κοντός και μαύρος; Αυτός είναι στο Μπόζετς.

-Ναι, μου το ξανάπες. Μα είναι και άλλοι. Ένας Χρίστοφ Κρόνε; Ένας Τάνε; Ένας Πέιο;

-Ο Άγγελ;

- Ναι.

-Αυτός είναι θείος του παραγιού μου.

Τα μάτια του Βασίλη έβγαλαν αστραπές.

Page 271: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

-Δουλεύεις με Βουλγάρους εσύ; έκανε με σφιγμένα δόντια. -Είμαστε τόσο ανακατωμένοι... το ξέρεις καλύτερα και από μένα κυρ Βασίλη. Είναι βουλγαραρόφωνος μα δικός μας, ο παραγιός μου - ένα παιδάκι τόσο δα! Μα τάχα ο καπετάν Κόττας δεν ήταν βουλγαρόφωνος; Και o Γκόνος δεν είναι; Και υπάρχουν πιο γνήσιοι Έλληνες πατριώτες απ' αυτούς; Ο παραγιός μου, πως είναι ανεψιός του Πέιο τι σημαίνει; Μπορεί η μάνα του να ήταν Ελληνίδα. Μισεί τους Βουλγάρους κι έμαθε ελληνικά. Τον έχω βάλει στης κυρίας Ηλέκτρας, της δασκάλας του Ζορμπά. Τον λένε Γιωβάν. Θα τον κάνομε Γιάννη.

-Ναι; έκανε αδιάφορα ο Βασίλης, που ο νους του γυρνούσε αλλού. -Μην περιφρονείς κάτι τέτοια μικρά, είπε ο Αποστόλης, που πειράχθηκε από την αδιαφορία του μεγαλύτερού του. Αυτό το βουλγαρόφωνο, ο πιτσιρίκος, πήγε και ξετρύπωσε τον Αποστόλ Πέτκωφ στο Ζερβοχώρι, ενώ τον νομίζανε στο Ράμελ. Και βρήκε τον καπετάν Άγρα στις Κάτω Καλύβες, με μια πλάβα, μοναχός του.

Τον Ζλατάν, από την Γκολέσιανη,1 θα ήξερε να τον βρεί, αν του το λέγαμε; ρώτησε ο Βασίλης, που έδωσε προσοχή στις τελευταίες πληροφορίες του Αποστόλη. -Ποιος είναι ο Ζλατάν; Τα μαύρα φρύδια του Βασίλη είχαν σμίξει, προμηνούσαν κεραυνούς και νεροποντές. Μα δε μίλησε. Και σιωπηλά εξακολούθησαν οι δυο το δρόμο τους. Πού πήγαιναν καθαυτό, δεν ήξερε ο Αποστόλης. Τραβούσαν τάχα κατά το Βάλτο. Μα ο δρόμος που ακολουθούσαν, μες στα ψηλά παλιούρια και στις πλαγιές, πότε τους έβγαζε ξαφνικά σε βουλγαροκαλύβες, πότε τους έχωνε σε πυκνοδεντριές όλο αγκάθια και βάτους, και πότε πάλι τους οδηγούσε στη μέση μιας πλατείας χωριού, όπου κάτι ζητούσε, λέγει, ο Βασίλης ν' αγοράσει, ή να μάθει, και όλο ρωτούσε, μιλώντας σλαβομακεδόνικα σα θρέμμα του τόπου.

Τον Βασίλη ακόμα καλά καλά δεν τον είχε «ζυγίσει», όπως έλεγε,ο Αποστόλης. Λιγόλογος, μονόχνωτος, έτοιμος πάντα για αγγαριές, ποτέ για κουβέντες και διαχύσεις, ο Βασίλης τού έμενε κλειστός.

Ήταν και λίγες οι μέρες που πέρασαν μαζί.

Page 272: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Στη Νιάουσα σαν έφθασαν, η ελληνική κοινότης, μ' επικεφαλής το γιατρό τον Περδικάρη,2 είχε δεχθεί μ' ενθουσιασμό τον καπετάν Άγρα. Εκεί αντιλήφθηκε o

Αποστόλης τι αίγλη είχε αποκτήσει τ' όνομά του, που σκορπούσε τρόμο στους Βουλγάρους και που έδινε φτερά στους Έλληνες, όπου περνούσε. Ήταν ο θρυλικός ήρωας του Βάλτου.

Μόλις έφθασε στη Νιάουσα, αν και άρρωστος, λιγνός, αφανισμένος απο τους πυρετούς που του είχαν καταστρέψει την υγεία, μπήκε αμέσως στη δουλειά, οργάνωσε τη στρατολογία των νέων, τον οπλισμό τους, τη στρατιωτική τους εκπαίδευση. Σε δυο τρεις μέρες ηλέκτρισε όλη την περιφέρεια. Πάντα έτοιμος να εκτελέσει οποιαδήποτε διαταγή, o Βασίλης είχε γυρίσει τα περίχωρα, είχε φέρει του Αρχηγού πληροφορίες, όσες του είχε ζητήσει, είχε μεταφέρει όπλα και φυσίγγια. Μα ο Αποστόλης έβλεπε, με τη φυσική του οξύνοια, πως ο νους του ήταν αλλού. Πού άραγε; Στο χαμένο του παιδί;

Μια μέρα είχε πει ο Αποστόλης:

-Εγώ πρέπει να φύγω. Δε μου δίνει δουλειά εδώ o Αρχηγός, και ίσως να με χρειάζουνται στον Κάτω Βάλτο.

Του είχε αποκριθεί απότομα ο Βασίλης:

-Περίμενε. Θα πάμε μαζί στην Κουλακιά.

Και σαν πέρασε η πρώτη εβδομάδα, και κατακάθισε κάπως η δουλειά, και μπήκε το νερό στο αυλάκι, ζήτησε την άδεια ο Βασίλης από τον Αρχηγό, να κατέβει με τον Αποστόλη στην Κουλακιά, να δει, λέει, το παιδί που λέγουνταν Τάκης, που δεν πνίγηκε στο Αλιάκμονα σαν τον πέρασαν οι καπεταναίοι Ακρίτας και Μπούας, δυο χρόνια πρωτύτερα, και που έμενε στης δασκάλισσας της Κουλακιάς, στης κυρίας Ασπασίας.

Και του έδωσε ο Αρχηγός την άδεια, κι έφυγε με τον Αποστόλη.

Μα δεν πήγαν ίσα στη Γιάντσιστα, για να περάσουν από το Βάλτο, να κατέβουν στην Κρυφή, και από κει στην Κουλακιά. Τραβούσαν δρόμο τόσο παράξενο που τα 'χασε ολότελα ο Αποστόλης.

Page 273: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Από τη Νιάουσα, μέρα μεσημέρι πήγαν στην Γκολέσιανη, βορειοανατολικά της Νιάουσας. Από κει, ανατολικά πάντα, στη Βέστιτσα των Βοδενών. Ύστερα, ίσια νότια, στη Βέστιτσα της Βέρροιας, και πάλι πίσω, δυτικά, στον Κάτω Κόπανο και απο κει στον Πάνω Κόπανο, περνώντας και από καλύβια, και από στάνες, και πάλι μένοντας στο βουνό ή ανεβαίνοντας σε κορυφές, όπου τα δάση ήταν πράσινα και πυκνά. Και παντού ρωτούσε, και όλο ρωτούσε ο Βασίλης.

Μια φορά, χθες, τους σταμάτησε ένας αρματωλός, που βγήκε ξαφνικά από μια πυκνοδεντριά. Του είπε ελληνικά ο Βασίλης:

-Παραδίνομαι. Πήγαινέ με στον καπετάν Ακρίτα. Ο Αποστόλης ανατρίχιασε. Καπετάν Ακρίτας, δεν υπήρχε πια στη Μακεδονία - το ήξερε. Είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, ύστερα απο δυο χρονών ηρωική δράση ως αρχηγός σώματος της Νιάουσας, και όταν πια τον είχαν εξιχνιάσει οι Τούρκοι, και η διαμονή του στα μακεδονικά βουνά θα έβαζε σε κίνδυνο ολόκληρο τον Αγώνα.

Και όμως ο αρματωλός δε διαμαρτυρήθηκε, ούτε δίστασε. Παρά πήγε τον Βασίλη και τον Αποστόλη σ' ένα «γιατάκι», δηλαδή λημέρι ανταρτών.

Ο Βασίλης δε μίλησε, δεν είπε όνομα. Μόνο έκανε ένα μυστικό νόημα. Κι ένας από τους αντάρτες, ένας μεγαλόσωμος, ηλιοκαμένος, γενάτος, σηκώθηκε μεμιάς,

τον σίμωσε με φανερή συγκίνηση, τον κοίταξε στα μάτια, αμφίβολα, υποψιάρικα. Και είπε ο Βασίλης:

- Ναι!

Κι έβγαλε ο άλλος μια πνιχτή φωνή, τον άρπαξε στην αγκαλιά του, και μια στιγμή έμειναν χωρίς μιλιά, αγκαλιασμένοι, πνιγμένοι απο συγκρατημένους λυγμούς.

Και είπε ο άλλος, ο αντάρτης:

-Τ' άσπρα σου μαλλιά...

Και πάλι είπε ο Βασίλης:

-Ναι!

Page 274: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Και απομακρύνθηκαν και οι δυο. Και πολλή ώρα έμειναν μόνοι και μιλούσαν μυστικά.

Είχε μείνει ο Αποστόλης με τους αντάρτες, και του πρόσφεραν ψωμί μπαγιάτικο και άσπρο τυρί. Και τον ρωτούσαν από πού ήρχουνταν, πού πήγαινε, ποιος ήταν ο ασπρομάλλης. Μα μαθημένος να ξέρει και να μη λέγει, ο Αποστόλης απαντούσε με μονοσύλλαβα, άκρες μέσες, πως δεν ήξερε, πως δεν τον γνώριζε, πως τον αντάμωσε στο δρόμο.

Μα και αυτουνού ο νους ήταν αλλού, στον καπετάν Ακρίτα, που βρέθηκε ξαφνικά πάλι στο βουνό, με σώμα, μικρό είναι αλήθεια, μα καλά οπλισμένο. Και όλο από κει κοίταζε. Και είδε τον Βασίλη που πήρε ένα πορτοφολάκι από τα χέρια του άλλου, κάτι έβγαλε από μέσα, το κοίταξε πολλή ώρα και ύστερα το γύρισε ανάποδα... Ήταν χαρτάκι;... Και το έδωσε πίσω του καπετάν Ακρίτα, που κάτι έγραφε στο χαρτάκι, όσο του έλεγε ο Βασίλης. Πού τον είχε ξαναδεί άραγε; Τον καπετάν Ακρίτα δεν τον ήξερε. Είχε ακούσει γι' αυτόν πολλά. Από μικρός παρακολουθούσε, στην περιφέρεια του Βάλτου αυτός, τη θρυλική δράση του καπετάν Ακρίτα στα μέρη του Μορίχοβου, και ύστερα του Βέρμιου βουνού, με το λαμπρό Γαρέφη, στο Βλάδοβο, στο Μεσημέρι, στη Νιάουσα... Και πού δεν είχε δράσει! Μα δεν έτυχε να τον ανταμώσει ποτέ.

Τούτον, κάπου τον είχε δει. Μα πού; Τα μαύρα αυτά μάτια που έβγαζαν φλόγες, τα μεγάλα δυνατά αυτά χέρια, την ολόρθη ψηλή κορμοστασιά, το δυνατό κορμό όλο μυς και νεύρα, τον άπαχο, το στερεό... Τα βήματα αυτά, τα κατακτητικά... Πού τα είχε ξαναδεί άραγε;

Και άρχισε και αυτός να ρωτά: Απο πότε ήταν σε τούτα τα λημέρια ο καπετάν Ακρίτας; Γιατί τοσον καιρό είχε φύγει απο το Βέρμιο; Μήπως είχε πάγει στην Καρατζόβα;

Μα, όπως και αυτός, οι αρματωλοί ξαφνικά μαγκώθηκαν, απαντούσαν με μονοσύλλαβα, δεν ήθελαν να πουν.

Και ήλθαν οι δυο φίλοι, που βαστιούνταν από το χέρι σα να μην αποφάσιζαν να χωριστούν. Και σήκωσε o αρματωλός το χέρι, και βαριά το ακούμπησε στον ώμο του Βασίλη, και του είπε:

Page 275: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ή του ύψους ή του βάθους. Καλή επιτυχία! Και τη φωνή αυτή τη βαθιά, την ηχερή, την είχε ξανακούσει ο Αποστόλης. Μα πού;

Και χωρίστηχαν οι δυο φίλοι, κι έφυγε ο Αποστόλης με τον Βασίλη, και απο κείνη την ώρα δεν του μίλησε πια ο Βασίλης, παρά για να του πει σα σκοτείνιασε: «Εδώ θα κοιμηθούμε!», μες στο δάσος δηλαδή. Και την άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι: «Ώρα να φύγομε!»

Και απο τότε περπατούσαν, χωρίς λέξη ν' ανταλλάξουν, ώσπου έγειρε κι έδυσε ο ήλιος, και τον ρώτησε ξαφνικά ο Βασίλης:

-Ξέρεις καλά τα μέρη, Αποστόλη; Δεν ήταν δικά του λημέρια αυτά, μα είχε ξαναπάγει μια δυο φορές στη Νιάουσα ο οδηγός, και, σαν τα λαγωνικά, οταν είχε περάσει μια φορά απο ένα μέρος, ξανάβρισκε πάντα τον πιο κρυφό δρόμο, είτε μέρα ήταν είτε νύχτα. Και τώρα νύχτωνε, και όλο περπατούσαν.

Μα και ο Βασίλης έμοιαζε να ξέρει ακόμα πιο καλά κάθε βάτο και κάθε πέτρα. Δρόμο πατημένο δεν ακολουθούσε ούτε κανένα μονοπάτι. Και ομως πήγαινε στα

σίγουρα, σα να 'ταν στο σπίτι του.

Και βγήκαν από το δάσος, και χωρίς δισταγμό τράβηξε ο Βασίλης αριστερά, βόρεια. Και σε λίγο, κάπου εκεί κοντά, μέσα σε άλλο δασάκι, από μεγάλα παλιούρια, κάποιο φως φάνηκε, που φέγγριζε απο μέσα απο μια φαρδιά χαραματιά παραθύρου, σε κάποιο πάνω πάτωμα καλύβας.

Στάθηκε ο Βασίλης και μια στιγμή δίστασε. Και ξαφνικά είπε του Αποστόλη:

-Είσαι, λέγει, και ξυπνός και πιστός. Είσαι και λαφρύς, και είσαι, λέγει, άφοβος. Βλέπεις αυτή την καλύβα εκεί μπροστά; Σίμωσε χωρίς κρότο. Στο κάτω πάτωμα είναι ο στάβλος. Μη σε πάρουν μυρωδιά απάνω, μα κοίταζε πόσα ζώα είναι μέσα, κι έλα πες μου.

Τέτοιες παραγγελίες για τον Αποστόλη ήταν σα να του χάριζες τον κόσμο. Δεν πρόφθασε ν' αποπεί o Βασίλης τη φράση του, και με το σιωπηλό γατίσιο βάδισμά του ο οδηγός ήταν κιόλα στο μισό δρόμο.

Page 276: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Τον είδε ο Βασίλης που σίμωνε την καλύβα, μια κυρτή σκιά που μπορούσε να είναι αλεπού, ακόμα και μικρότερο ζώο, και τον έχασε μες στα χαμόκλαδα.

Πέρασαν λίγα λεπτά. Και ξαφνικά τον είδε πάλι o Βασίλης που ξετρύπωνε απο ένα βάτο πλάγι του.

-Τρία μουλάρια κι ένα άλογο, είπε σύντομα o Αποστόλης. Το άλογο έρχεται από μακριά, κι έτρεξε γρήγορα. -Πώς το ξέρεις; ρώτησε ο Βασίλης.

-Είναι μούσκεμα δρωμένο, και είναι τόσο κουρασμένο που δεν μπορεί να φάγει. Ήπιε μόνο νερό.

- Πώς το ξέρεις; ρώτησε πάλι ο Βασίλης.

- Η πόρτα του στάβλου δεν κλείνει ώς απάνω. Είναι μισό το ύψος της τάβλας, για αερισμό φαίνεται. Σκαρφάλωσα και μπήκα μέσα. Τα δυο μουλάρια είναι ξεκούραστα. Το άλογο έφθασε αργά. Ο καβαλάρης δεν πρόφθασε ούτε να ξεσαμαρώσει. Θα τον περίμεναν οι άλλοι.

- Ποιοι άλλοι;

-Αυτοί που κουβεντιάζουν βουλγάρικα πίσω απο αυτό το παράθυρο.

-Τους άκουσες;

-Λίγα λόγια. Μιλούν χαμηλόφωνα.

Χαδιάρικα ακούμπησε ο Βασίλης το χέρι του στο κεφάλι του αγοριού. Ήταν το ευχαριστώ του. Ο Αποστόλης ήταν έτοιμος τώρα να πέσει στη φωτιά.

- Πάμε να τους δεις, είπε με ασυνήθιστη γλύκα o Βασίλης.

- Πάτα σιγά όπου πατώ εγώ, αποκρίθηκε ο Αποστόλης, μην τσακίσει κανένα κλαδί.

Κι εμπρός ο οδηγός, διαλέγοντας το μαλακό χώμα, και πίσω ο Βασίλης, πατώντας στα πατήματά του, σίμωσαν την καλύβα.

Page 277: sch.gr2gym-charil.thess.sch.gr/oldsite/ergasies/tamystikatouvaltou.pdf · —Κανένα... Μόνος ακούγεται ο Μήτρος, εδώ κοντά μας... μα ουτ

Ήταν απλοϊκή χωριάτικη καλύβα, χτισμένη με σανίδες και κλαριά, πρόχειρο καταφύγιο, κρυμμένο μες στα δέντρα, με σκεπή από κλαριά και ραγάζι.

Έφθασαν κάτω από το κλειστό παράθυρο και στάθηκαν ν' ακούσουν. Μα μόνο ένα μουρμουρητό ακούουνταν, και, κάπου κάπου, μια λέξη ξεχώριζε κι έφθανε ώς το αυτί τους.

Ο Βασίλης κόλλησε την πλάτη στον τοίχο της καλύβας κι έκανε νόημα του Αποστόλη να πατήσει στα δεμένα χέρια του.

Δε χρειάστηχαν λόγια κι εξηγήσεις. Ο οδηγός πήδηξε στις φούχτες του μεγαλύτερου και από κει στους ώμους του. Το κεφάλι του έφθασε στο κούφωμα του παραθύρου. Κόλλησε το μάτι του στη χαραματιά του κλεισμένου κανατιού και είδε τέσσερις άντρες καθισμένους σε σκαμνιά, γύρω σ' ένα σανιδένιο τραπέζι, όπου έκαιε μια χωριάτικη πετρελένια λάμπα.

Οι τρεις φορούσαν τα συνηθισμένα των χωρ